«ΔΙΚΑΙΟΡΑΜΑ» Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2007
Η πρόσφατη επανεκλογή της κυβέρνησης νομιμοποιεί τη νέα θητεία της αλλά δεν μπορεί να διαγράψει την παλαιά. Στο δε πεδίο της Δικαιοσύνης η κυβερνητική περίοδος 2004-2007 είναι η ιστορία μιας διαρκούς υποχώρησης. Αυτό δε λέγεται με πολεμική διάθεση αλλά με θεσμική ευθύνη: μόνο υπενθυμίζοντας τα προβλήματα μπορούμε να ελπίσουμε ότι θα αντιμετωπιστούν –έστω και καθυστερημένα. Η αλλαγή ηγεσίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνής, αλλά και οι πρώτες κινήσεις της νέας αυτής ηγεσίας, αποδεικνύουν ότι και μέσα στους κόλπους της κυβέρνησης, πέρα από τη μεγάλη πλειοψηφία του κοινωνικού σώματος, υπήρξε συνείδηση των χαμηλών επιδόσεων για τις οποίες θα (ξανα)γίνει λόγος μέσα από αυτές τις γραμμές. Ας θυμηθούμε λοιπόν τα βασικά προβλήματα κι ας ευχηθούμε στο νέο Υπουργό μεγαλύτερη αντικειμενικότητα και τόλμη:
ΤΑ ΝΕΑ 23/08/07
Οι ανομίες κατά της Δικαιοσύνης από τη «νέα διακυβέρνηση»
Το (οριστικό;) κλείσιμο της «υπόθεσης ΔΕΚΑ» σφραγίζει με εμβληματικό τρόπο μια περίοδο συνεχούς έκπτωσης της Δικαιοσύνης στη χώρα μας. Η ίδια η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί κόλαφο για το Κράτος Δικαίου: χωρίς προσχήματα πολιτικοποίηση μιας ποινικής δίκης στο όνομα της (φαντασιακής) μάχης κατά του «εγκλήματος του Χρηματιστηρίου», δίωξη ατόμων (και φρονημάτων) και όχι αξιόποινων πράξεων, πέρα από τα όρια ανάμιξη πολιτικών προσώπων (με πρώην αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας να έχει κάνει την καταδίκη των «υπαιτίων» υπόθεση ζωής), διαρκής μεταβολή του κατηγορητηρίου, αδυναμία απόδειξης της παραμικρής παραβίασης της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, εντελώς διάτρητη διαδικασία αναίρεσης (με τον πρώτο δικαστή που αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει λόγος αναίρεσης να αντικαθίσταται εν ριπή οφθαλμού από δεύτερο που είχε φροντίσει να κάνει γνωστή την άποψη του στην κυβέρνηση), χρήση εντελώς εσφαλμένων, από νομική και λογιστική άποψη, στοιχείων για τη στοιχειοθέτηση ζημίας της ΔΕΚΑ και του Δημοσίου, που ουδέποτε προέκυψε. Με δυο λόγια, μια δίκη γοήτρου για τη νυν κυβερνώσα παράταξη, στο βωμό της οποίας θυσιάστηκε (χωρίς καν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα) η δικαστική ανεξαρτησία και φερεγγυότητα. Κάτι που αποτέλεσε, δυστυχώς, πάγια τακτική αυτής της κυβέρνησης σε όλη τη διάρκεια της θητείας της.
Ιούλιος 2007
Ο βαθμός ουσιαστικού σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια χώρα αντικατοπτρίζει το επίπεδο δημοκρατίας της. Στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν από τη μεταπολίτευση ως το 2004, η Δημοκρατία μας διαμόρφωσε ένα σχετικά ικανοποιητικό πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων -ιδίως σε επίπεδο θετού δικαίου. Η προστασία όμως αυτή τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να παρουσιάζει ρήγματα, με συνέπεια η Δημοκρατία στην Ελλάδα να κάνει βήματα προς τα πίσω με ευθύνη της παρούσας κυβέρνησης.
Ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενέχει τον κίνδυνο να παραδοθεί στην κοινοτυπία ή να διολισθήσει στην ανεδαφικότητα. Πολύτιμοι για την ιστορική αυτοσυνειδησία του Δυτικού ανθρώπου, αλλά πάντως κοινοί τόποι, είναι οι σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβανόμενοι ισχυρισμοί ότι χωρίς την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική δημοκρατία και ότι η αέναη διεκδίκηση του υψηλότερου δυνατού βαθμού προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί το βασικό κριτήριο για την ποιότητα όχι μόνο μιας συγκεκριμένης κρατικής οντότητας αλλά και του εν γένει πολιτισμού της. Οι «αλήθειες» αυτές είναι πια εγγεγραμμένες στο γονιδίωμα του πολίτη της Δύσης, ο οποίος όμως, εξ αυτού ακριβώς του λόγου, σπανιότατα κάνει τον κόπο να ελέγξει, όχι αν ισχύουν, αλλά πώς εφαρμόζονται στην πράξη. Από αυτή την αταβιστική στάση πηγάζει ο κίνδυνος της ανεδαφικότητας: γιατί πιστεύω πως δεν υπηρετούμε ούτε την αλήθεια ούτε τις αρχές υπέρ των οποίων θεωρητικά όλοι μαχόμαστε, αν δεν παραδεχτούμε ότι τα ευγενή λόγια και οι συχνά εξίσου ευγενείς προθέσεις στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε άλλοθι για την παραίτηση από την υποχρέωση διαρκούς εγρήγορσης και διαρκούς αμφισβήτησης.
«ΔΙΚΑΙΟΡΑΜΑ» Ιούλιος 2007
Οι επικεφαλής της Δικαιοσύνης δεν είναι σαν τους ταγούς της πολιτικής. Οι δεύτεροι εκπροσωπούν τη λαϊκή βούληση, συνδέονται -περισσότερο ή λιγότερο άμεσα- με τη λαϊκή ψήφο και τους δένει με το κοινωνικό σώμα ένα είδος δημοκρατικού συμβολαίου, η τήρηση του οποίου θεωρητικά θα επηρεάσει ξανά τη λαϊκή ετυμηγορία. Όσοι βρίσκονται στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, αντίθετα, δεν διαθέτουν την παραμικρή δημοκρατική νομιμοποίηση, έχουν επιλεγεί από πολιτικά όργανα για να εκπροσωπήσουν, έναντι της κοινωνίας, την εικόνα αλλά και την πράξη του δικαστικού σώματος. Ενώ οι πολιτικοί κρίνονται με κύρωση -την μη επανεκλογή-, οι επικεφαλής της Δικαιοσύνης λογοδοτούν μόνο έναντι της κριτικής.
«ΝΕΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ» Μάιος 2007
Είναι σχεδόν κοινός τόπος ότι σε επίπεδο νομοθετικών και ιδίως συνταγματικών προβλέψεων περί δικαιωμάτων η ελληνική έννομη τάξη όχι μόνο δεν έχει να ζηλέψει αλλά συχνά ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η πολιτική επίσης ατζέντα, όλων των κομμάτων, διαθέτει σχεδόν πάντα μια προνομιακή αναφορά στα δικαιώματα, με τη βασική διαφορά να συνίσταται στην πιο συγκρατημένη οπτική των κομμάτων εξουσίας (κυρίως της Δεξιάς) και την πιο μαξιμαλιστική της πέραν του κέντρου Αριστεράς.

Social Media