Ευρωπαϊκή Εκφραση - α' τρίμηνο 2010

Περιοδικό "Ευρωπαϊκή 'Εκφραση", Τεύχος 76


Αποτελεί η πρόσφατη οικονομική κρίση ευκαιρία για την εμβάθυνση της πολιτικής ενοποίησης στην Ευρώπη;

Υπό –δύσκολες- προϋποθέσεις, ναι. Πρώτον, μετάβαση από τη συνειδητοποίηση της κρισιμότητας των περιστάσεων και της ανάγκης  προστασίας του ευρώ και της Ευρωζώνης σε πολιτικές αποφάσεις και πράξεις –θα την ονόμαζα προϋπόθεση της πολιτικής βούλησης. Δεύτερον, οι πράξεις αυτές να είναι άμεσες και να οδηγούν στην κατεύθυνση της λεγόμενης «οικονομικής διακυβέρνησης»: ενίσχυση του Eurogroup, ουσιαστικότερος μακροοικονομικός συντονισμός σε επίπεδο Συμβουλίου, Επιτροπής αλλά και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εναρμόνιση των εθνικών προϋπολογισμών και επανασυζήτηση της λογικής του κοινοτικού προϋπολογισμού, θέση σε λειτουργία μόνιμων μηχανισμών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και αλληλεγγύης –η προϋπόθεση ανάληψης της ιστορικής ευθύνης. Τρίτον, το ξεπέρασμα των εθνικών εγωισμών και ιδίως της γερμανικής τάσης να βλέπει την ΟΝΕ σαν προέκταση της γερμανικής οικονομικής πολιτικής και το ευρώ σαν το μάρκο της Ένωσης –η προϋπόθεση της υπερίσχυσης της ευρωπαϊκής συνείδησης.

Πιστεύετε ότι η ελληνογερμανική αντιπαράθεση συμβάλλει στη συνειδητοποίηση ότι δημιουργείται πλέον ένας ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος με έντονες και ποικίλες αλληλεξαρτήσεις;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει «ελληνο-γερμανική αντιπαράθεση». Περισσότερο θα έβλεπα μια αμοιβαία παρεξήγηση: η γερμανική ηγεσία αντελήφθη με μεγάλη καθυστέρηση τα δομικά και διαχειριστικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και ξαφνικά θεωρεί ότι η μόνη θεραπεία είναι η «γερμανική θεραπεία» -ξεχνώντας ότι κάθε χώρα έχει τις ιδιαιτερότητές της και ότι πίσω από τα οικονομικά μεγέθη βρίσκονται ολόκληρα πολιτικά συστήματα και κοινωνίες. Από την πλευρά της, η ελληνική κοινή γνώμη παρασύρθηκε –όχι καθ΄ολοκληρίαν ευτυχώς- από ορισμένα χαμηλής ποιότητας γερμανικά δημοσιεύματα και από μια ψυχολογική ανάγνωση των δηλώσεων και των ενεργειών της Καγκελαρίου Μέρκελ, για να «ξαναθυμηθεί» ξεπερασμένες ιστορικές καταστάσεις και να χαρακτηρίσει συλλήβδην το γερμανικό λαό ως «ανθέλληνα» (τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι ψευδέστερο). Η ευρωπαϊκή αλληλεξάρτηση –και συμβίωση- απαιτεί πρώτα απ’ όλα ξεπέρασμα των εύκολων χαρακτηρισμών και των προκαταλήψεων.

Ποιες οι επιπτώσεις της ελληνογερμανικής αντιπαράθεσης στην κριτική επανεξέταση των ελληνογερμανικών σχέσεων και των υφιστάμενων αμφίπλευρων στερεοτύπων;

Κι εδώ υπό προϋποθέσεις θα μπορούσαμε να έχουμε την ευκαιρία για μια νέα αρχή. Σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών των δύο χωρών, η παρεξήγηση φαίνεται να έχει λυθεί. Σε επίπεδο γερμανικής κοινής γνώμης είχαμε ήδη αρκετές πρωτοβουλίας απτής αλληλεγγύης –οι Γερμανοί δεν εξαντλούνται στα λόγια. Οι ακαδημαϊκοί και πολιτιστικοί δεσμοί των δύο χωρών είναι πάντα ισχυροί. Αλλά φοβούμαι ότι τα στερεότυπα και το σύνδρομο καταδίωξης στην Ελλάδα είναι πιο ανθεκτικά από ό,τι σε άλλες χώρες. Το μόνο πραγματικό «φάρμακο» που εγώ βλέπω είναι ο πολιτισμός.

Πώς κρίνετε το γεγονός, ότι εκτός από την αντιπαράθεση στο επίπεδο της επίσημης πολιτικής, διαπιστώθηκε έντονη αλληλεπίδραση και άμεση ανταλλαγή απόψεων και «βολών» στο επίπεδο των λαών-κοινωνιών-πολιτών, ειδικώς χάριν του διαδικτύου αλλά και της παραδοσιακής έντυπης ενημέρωσης;

Το Διαδίκτυο έχει γενικώς αλλάξει τον τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων και των λαών: νομίζουμε ότι μας φέρνει πιο κοντά, ενώ λειτουργεί ως παραμορφωτικός καθρέφτης. Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, η μεγαλύτερη ζημιά έγινε από τα «παραδοσιακά» μέσα ενημέρωσης: ένα μεγάλο γερμανικό περιοδικά με τα γνωστά εξώφυλλά του και οι ανταποκρίσεις ρεπόρτερ μεγάλης γερμανικής λαϊκής εφημερίδας σε στιλ «μέσα στην κρίση οι Έλληνες συνεχίζουν να γεμίζουν τα καφέ και τα μπαρ». Από πλευράς, πάντως, των σοβαρών, τουλάχιστον, ελληνικών εντύπων παρατήρησα αρκετά μεγάλη σοβαρότητα και αυτοσυγκράτηση. Για πολλά μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς το δημόσιο και τον ιδιωτικό λόγο των Ελλήνων, όχι όμως για έλλειψη αυτοκριτικής.

Πώς αξιολογείτε τη διαχείριση της ελληνογερμανικής αντιπαράθεσης από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και γενικότερα την «ευρωπαϊκή» στάση της επίσημης Ελλάδας, τόσο όσον αφορά την εσωτερική υπευθυνότητα όσο και ως προς τη σφαιρική προευρωπαϊκή της δέσμευση;

Η νέα ελληνική κυβέρνηση έχει μια δυσκολότατη αποστολή: να ξαναδώσει διεθνή αξιοπιστία στη χώρα μας. Ειδικότερα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχοντας ζήσει από μέσα τα πράγματα, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι τα τελευταία χρόνια μας μετράμε όλο και λιγότερο, όχι μόνο στα κέντρα των αποφάσεων αλλά και στα μάτια της ευρωπαϊκής τεχνοκρατίας και της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Είπαμε, ως χώρα, πολλά ψέματα, και τα ψέματα είναι το μόνο που δεν συγχωρούν –και σωστά- οι Ευρωπαίοι εταίροι μας. Με δεδομένη την υπέρ της εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης και υπέρ του ενεργότερου δυνατού ελληνικού ρόλου στάση της νέας κυβέρνησης, μένουν να δοθούν οι αποδείξεις συμμετοχής και αξιοπιστίας που θα αρχίσουν να αναβαθμίζουν το κύρος της χώρας. Πιστεύω ότι, μέσα στην κρίση και υπό τις γνωστές δυσκολότατες συνθήκες, τα πρώτα βήματα έχουν ήδη γίνει.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...