Το να πας στο δικαστήριο σήμερα, περισσότερο από ό,τι χτες, θα πει να δεις την υπόθεσή σου να αναβάλλεται. Θα πει να περιμένεις κατά μέσο όρο ενάμισυ έτος μέχρι να πάρεις μια πρώτη επίσημη ένδειξη για το πώς αντιμετωπίζει η Πολιτεία το αίτημα ή την άμυνά σου. Θα πει να λάβεις, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, μια απόφαση που δεν διακρίνεται ούτε για το λόγο της ούτε για το συλλογισμό της. Ο πολίτης ακούει και βλέπει (κι έχει σημασία αυτό για τη νομιμοποίηση της δικαστικής κρίσης) υποθέσεις και αποφάσεις δύο ταχυτήτων, πατρίκιους και πληβείους λειτουργούς και από τις δύο πλευρές της ζυγαριάς της Θέμιδας. Μια δικαιοσύνη που πολύ πιο συχνά από όσο είναι ανεκτό αναιρεί το ίδιο όνομά της, αφού οδηγεί είτε σε αρνησιδικία είτε σε αναντιστοιχία με τον κοινωνικό της ρόλο, να τι εισπράττει, όχι χωρίς να κλονίζεται, ο μέσος πολίτης.
Αυτό που ίσως δεν εισπράττει, αλλά που θεωρώ χρέος όσων ασχολούμαστε θεσμικά με τη δικαιοσύνη να επισημάνουμε, είναι το πόσο συγχρόνως μειώνεται η αίσθηση μέτρου και ο απαραίτητος δικαστικός αυτοπεριορισμός. Δυο γνωστά πρόσφατα παραδείγματα, προερχόμενα μάλιστα από ανώτατα δικαστήρια, είναι πολύ χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια συγκρότησης μιας προστατευτικής του περιβάλλοντος νομολογίας εκ μέρους του Συμβουλίου της Επικρατείας συγκρούεται όλο και περισσότερο με το κοινό αίσθημα και τη λογική των θεσμών, όταν θέτει, χωρίς ειδική εξέταση, το δημόσιο συμφέρον σε ίση μοίρα με τη διαδικαστική νομιμότητα ενός διαγωνισμού (και όταν «ξεχνά» ότι συνυπολογισμός του δημοσίου συμφέροντος γεννάται εξ ορισμού υπο καθστώς υπόνοιας παρανομίας -αλλιώς δεν θα υπήρχε λόγος για στάθμιση). Πώς μπορεί άραγε η αποφυγή τόσων θανάτων στο πέταλο του Μαλλιακού να ισοσταθμίζεται με την πιθανότητα να έχει αδικηθεί ένας υποψήφιος ανάδοχος; Και είναι δημοκρατικά ανεκτό, στην περίπτωση της περίφημης «λευκής ψήφου της Πέλλας», να υποκαθιστά το δικαστήριο το νομοθέτη στην επιλογή του εκλογικού συστήματος, να μη λαμβάνει υπόψη του τη θεσμική ιδιαιτερότητα της λευκής ψήφου (συμμετοχή δια της αποδοκιμασίας) και να οδηγεί σε βουλευτές, Περιφέρειες και λαϊκή εντολή δύο ταχυτήτων; Η επιχειρηματολογία που στηρίζει τη δικαστική κρίση σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι, για ειδικούς και μη, ελάχιστα πειστική. Και αντιστρόφως ανάλογη με την επιβαρυντική επίπτωση στην πραγματική λειτουργία του πολιτεύματος.

Social Media