Το βάρος της ηγεσίας

«ΔΙΚΑΙΟΡΑΜΑ» Ιούλιος 2007

Οι επικεφαλής της Δικαιοσύνης δεν είναι σαν τους ταγούς της πολιτικής. Οι δεύτεροι εκπροσωπούν τη λαϊκή βούληση, συνδέονται -περισσότερο ή λιγότερο άμεσα- με τη λαϊκή ψήφο και τους δένει με το κοινωνικό σώμα ένα είδος δημοκρατικού συμβολαίου, η τήρηση του οποίου θεωρητικά θα επηρεάσει ξανά τη λαϊκή ετυμηγορία. Όσοι βρίσκονται στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, αντίθετα, δεν διαθέτουν την παραμικρή δημοκρατική νομιμοποίηση, έχουν επιλεγεί από πολιτικά όργανα για να εκπροσωπήσουν, έναντι της κοινωνίας, την εικόνα αλλά και την πράξη του δικαστικού σώματος. Ενώ οι πολιτικοί κρίνονται με κύρωση -την μη επανεκλογή-, οι επικεφαλής της Δικαιοσύνης λογοδοτούν μόνο έναντι της κριτικής.

Γι' αυτό, το μόνο όπλο τους είναι το κύρος τους, θεσμικό -επίκτητο- αλλά κυρίως προσωπικό -κατακτημένο. Το κοινωνικό λειτούργημα του δικαστή αντανακλάται στις αποφάσεις του, του δικαστικού ηγέτη στα χαρίσματα, ή στα ελλείμματα, της προσωπικότητας του. Το ξέρω, γιατί είμαι γιος δικαστή: η καχυποψία είναι μεγαλύτερη, το «βάρος της απόδειξης» άνισα μοιρασμένο, η σχέση λόγου και πράξης, επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής, ακόμη πιο στενή και κρίσιμη, η ανάγκη παιδαγωγίας πολλαπλάσια. Σε ένα σύστημα Δικαιοσύνης με τόσα προβλήματα όσα το ελληνικό, η ηγεσία της έχει ανηφορικό δρόμο μέχρι να επιβάλλει το κύρος της, αλλά, αν το επιβάλλει, η συμβολή της στη Δημοκρατία και το πολίτευμα είναι ανεκτίμητη. Για τους θεσμούς λοιπόν -και όχι για τα ίδια τα πρόσωπα- είναι τόσο θλιβερό που η σημερινή ηγεσία της Δικαιοσύνης αποδείχτηκε τόσο ανάξια των αναγκών και των περιστάσεων.

 



Για τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, κυρίως, που επέλεξε η παρούσα κυβέρνηση -και λιγότερο, αλλά όχι καθόλου, για τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας- βαριά ήταν από την πρώτη στιγμή η σκιά της κομματικής εύνοιας. Φαινόμενο ασυνήθιστο, τόσο ως θεσμική χειρονομία όσο και για τον πλούτο του υλικού που τη στήριζε, η ανακοίνωση της επιλογής του συγκεκριμένου προσώπου συνοδεύτηκε από κατάθεση στον Υπουργό Δικαιοσύνης εκ μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης ογκώδους φακέλου με στοιχεία προβληματισμού από τη μέχρι τώρα πορεία του. Ο Υπουργός - μόνο τυπικά το Υπουργικό Συμβούλιο- αγνόησε αυτά τα στοιχεία και προχώρησε, όπως είχε κάθε δικαίωμα, στην επιλογή που θεωρούσε σκοπιμότερη. Το πρόβλημα δεν είναι εκεί -για σχεδόν όλους όσοι επιλέγονται στη ηγεσία της Δικαιοσύνης εκφράζονται κάποια στιγμή αιτιάσεις. Το πρόβλημα είναι ότι ο συγκεκριμένος ανώτατος δικαστής, του οποίου οι στενές σχέσεις με ηγετικά στελέχη του κυβερνώντος κόμματος δεν υπήρξαν ποτέ μυστικές και κατά του οποίου, κυρίως, είχε με τον πιο επίσημο και εμπεριστατωμένο τρόπο εκφρασθεί τόση ανησυχία, επέλεξε, κατά την άσκηση πλέον των καθηκόντων του, την οδό της κομματικής νομιμοφροσύνης. Ο αποχωρών Πρόεδρος του Αρείου Πάγου θα περάσει, δυστυχώς, στην άγνωστη για τους πολλούς αλλά κρίσιμη για τους θεσμούς δικαστική ιστορία της χώρας μας ως ο Πρόεδρος της μη κάθαρσης, των απευθείας συνεννοήσεων με τον Υπουργό Δικαιοσύνης, των διώξεων συναδέλφων του με βάση τα φρονήματα και όχι τις επιδόσεις τους, των Εγκυκλίων που καλούσαν τους δικαστές να κρίνουν με δύο μέτρα και δυο σταθμά, ως ο επικεφαλής ενός Αρείου Πάγου που, για πρώτη φορά στα χρονικά, δίκασε δύο φορές την ίδια υπόθεση (των συμβασιούχων), γιατί η απόφανση της πρώτης δίκης σε κάποιους δεν άρεσε. Σε αυτή τη δίκη διέπραξε μάλιστα το πιο μικρό, σε σχέση με τα προηγούμενα, αλλά ίσως και το πιο καταστρεπτικό για την εικόνα της Δικαιοσύνης ατόπήμα του: τη συνομιλία, σε κοινή θέα, στο κινητό του, την ώρα που μια ολόκληρη κοινωνική ομάδα έψαχνε, και δεν μπορούσε, να βρει το δίκιο της.



Ενόψει όλων αυτών, κάποιοι θα μιλούσαν για θεία δίκη που η πτώση του τελικά προκλήθηκε από τη συμπεριφορά συγγενικού του προσώπου. Δε συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Η αποχώρηση μέσα σε πλήρη αναξιοπιστία ενός ηγέτη της Δικαιοσύνης δεν αποτελεί νίκη για κανέναν και πάντως είναι κόλαφος για τους θεσμούς

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...