Γραπτός Τύπος και τρομοκρατία

04/11/04

 

Σκέψεις με βάση την ελληνική εμπειρία Η προσωπική μου συμμετοχή, ως σχολιαστή, σε όλη την περιπέτεια της σύλληψης και κυρίως της δίκης των κατηγορηθέντων ως μελών της οργάνωσης «17 Νοέμβρη» μπορεί να έγινε μέσω του Τύπου, δεν είχε όμως «δημοσιογραφικά», με τη στενή τουλάχιστον έννοια, κίνητρα. Το φαινόμενο «τρομοκρατία», ο τρόπος που εκδηλώθηκε και η ιδεολογική σκευή που χρησιμοποίησε στην Ελλάδα, η επιρροή του στη διαμόρφωση των ίδιων των όρων της μεταπολιτευτικής μας δημοκρατίας αποτελούσαν και συνεχίζουν να αποτελούν κρίσιμα κεφάλαια της εξωστρεφούς ενασχόλησής μου με τα «θεσμικά» της πολιτικής μας ζωής.

 





Aν κάνω αυτή την προσωπική αναφορά -που υπόσχομαι ότι θα είναι και η τελευταία- είναι γιατί η συγκεκριμένη εμπλοκή μου με «ανάγκασε» (όχι ότι δεν θα το έκανα έτσι κι αλλιώς) να συμπορευθώ με ακόμα συστηματικότερο τρόπο με μια ειδική στιγμή του ελληνικού Τύπου, χρησιμοποιώντας τον ως βασική ύλη του χρονικού μου[1]. Σε όλο το διάστημα της δίκης, δηλαδή για εννιά περίπου μήνες, διάβαζα τον ημερήσιο Τύπο (φυσικά όχι ολόκληρον) ως «μελετητής» που ζητά ενημέρωση και αιχμές προβληματισμού και μαζί ως «κριτής» όσων διαβάζει μέσα και πίσω από τις γραμμές. Γιατί είχα βεβαίως πλήρη συναίσθηση ότι, ιδίως για ένα τόσο φορτισμένο γεγονός, δεν υπάρχει ουδέτερη παρουσίαση ή καταγραφή κι ότι, ακόμα περισσότερο, τα ίδια τα «γεγονότα» αποκτούν πολλές φορές υπόσταση αναλόγως του πώς θα παρουσιασθούν και θα καταγραφούν προς χρήση όσων δεν έχουν τη δυνατότητα να μορφώσουν προσωπική γνώμη.

 





Έτσι, όταν μου ζητήθηκε, αρκετό καιρό μετά το χρονικό της Δίκης στον Τύπο, να επιχειρήσω ένα είδος αποτίμησης του Τύπου μέσα από τη Δίκη, έκρινα πως θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον μια εμπειρική-θεωρητική προσέγγιση (τι γράφηκε πράγματι και πώς αυτό φώτισε τα γεγονότα, τις συνέπειές τους και την κοινωνική αυτογνωσία) παρά μια καθαρά θεωρητική-επιστημονική (τι «θα έπρεπε» ή τι θα περίμενα να είχε γραφεί προκειμένου να φωτιστούν αυτά που κατά τη γνώμη μου, ή κατά τη γνώμη των «ειδικών», θα είχε αξία να φωτιστούν). Οι γραμμές που ακολουθούν δεν διεκδικούν, συνεπώς, δάφνες πραγματείας. Το δε μέτρο της όποιας αντικειμενικότητάς τους εξαντλείται στην κατά τεκμήριο αγωνία μου για την επιβίωση -και το βάρος- του δημοσίου λόγου και ειδικότερα για τη συμβολή του στην ανάδειξη ενός ζητήματος που, όπως και να το δει κανείς, αποτέλεσε δοκιμασία τόσο για τους θεσμούς όσο και για τους αναλυτές τους.



 

 

Πέρα από το ρεπορτάζ



Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, με καθαρά δημοσιογραφικά κριτήρια, η ιστορία της δράσης, της σύλληψης και της δίκης των μελών της 17Ν συνιστούσε ένα «ρεπορτάζ που τα έχει όλα». Με τα λόγια ενός επιφανούς ανθρώπου του ελληνικού γραπτού Τύπου, όλη αυτή η περιπέτεια παρουσίαζε για τους επαγγελματίες παρατηρητές της «τεράστιο πολιτικό ενδιαφέρον με σοβαρές κοινωνικές προεκτάσεις΄ ανθρώπινο δράμα΄ μυστήριο και πλοκή που ξεπερνούν τη φαντασία΄ χρονική διάρκεια σχεδόν τριών δεκαετιών»[2]. Αποτελούσε, με δυο λόγια, ένα ζουμερό θέμα και μαζί ένα συναρπαστικό θέαμα. Ακριβώς αυτή η εγγενής όσο και διαρκής ιδιορρυθμία της συγκεκριμένης υπόθεσης καθόριζε και το μέτρο της δημοσιογραφικής πρόκλησης ως προς την αντιμετώπισή της. Γιατί αν η «εξιστόρηση» της 17Ν έμενε απλό ρεπορτάζ, τότε θα ήταν κολοβή και ο Τύπος θα έχανε μια σπάνια ευκαιρία να αναδείξει, στην εποχή του τηλεοπτικού πολτού και της τηλεοπτικής «γραφής», τόσο τη διαφορά του όσο και τη δύναμή του.

 



Ο γραπτός Τύπος συνειδητοποίησε την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν και μπορεί να ειπωθεί ότι κατέβαλε διαρκή προσπάθεια για να την αξιοποιήσει. Με εναλλαγές ρυθμού, φυσικά, που οφείλονταν κυρίως στο τέμπο που επεβαλε η ίδια η οργάνωση με τις ενεργειές της, η υπόθεση 17Ν δεν έφυγε ποτέ από την επικαιρότητα. Την κατάπληξη του ξεκινήματος και τη σχετική αμφιθυμία έναντι των αρχικών ενεργειών της οργάνωσης (αμφιθυμία, εξάλλου, που μπορεί να θεωρηθεί ότι αντανακλούσε και την αρχική αντίδραση σημαντικής μερίδας της ελληνικής κοινωνίας) ακολούθησε η συνήθεια και, σχετικά γρήγορα, η αντιμετώπισή της περισσότερο με βάση τα εγκληματικά παρά τα «πολιτικά» χαρακτηριστικά της δράσης της.

 



Η κάλυψη γινόταν εν θερμώ, σε κάθε δημόσια «εμφάνιση» της οργάνωσης, αλλά, από ένα σημείο και μετά, και σε μόνιμη βάση: συγκεκριμένα πρόσωπα ή ομάδες ήταν επιφορτισμένα από πολλά μέσα ενημέρωσης με τη διαρκή παρακολούθηση των τεκταινομένων, την επαφή με τις αρχές ή τις όποιες άλλες πηγές και τη συγκέντρωση υλικού που θα επέτρεπε το φωτισμό του τι ήταν και τι ακριβώς επιζητούσε η 17Ν.Σύντομα αναφάνηκαν και τα βασικά προβλήματα ή διλήμματα, από άποψη δεοντολογική και, ακόμα ευρύτερα, υπό την οπτική του Τύπου ως λειτουργήματος. Το ζήτημα των «πηγών» πρώτα απ' όλα και της αναγκαίας αλλά τόσο δύσκολης στη συγκεκριμένη περίπτωση διασταύρωσής τους. Η συνύπαρξη ελάχιστων και αρκετά επεξεργασμένων «επίσημων» στοιχείων (προερχόμενων κυρίως από κύκλους προσκείμενους στην αστυνομία) και ενός ετερογενούς πλήθους ανεπίσημων και σπάνια αξιόπιστων πληροφοριών (ονοματολογία περί πιθανών μελών, λίστες διάφορων υπηρεσιών -όπως της αμερικανικής Πρεσβείας-, έρευνες ημιδημόσιες -όπως του δικαστικού Τσεβά- ή καθαρά ιδιωτικές -όπως αρκετών ανεξάρτητων δημοσιογράφων-, ιστορίες της «πιάτσας» κλπ) οδήγησε σταδιακά τα πιο σοβαρά από τα μέσα ενημέρωσης στην υιοθέτηση της «αρχής της επιλογής»: ο προσφορότερος τρόπος για να διατηρηθεί η δημοσιογραφική αξιοπιστία χωρίς να παραμερισθεί το διαρκές αναγνωστικό ενδιαφέρον κρίθηκε ότι ήταν το ξεχώρισμα της ήρας από το στάχυ, η δημοσιοποίηση των πιο φερέγγυων και όχι αναγκαστικά των πιο γαργαλιστικών πληροφοριών. Επιλογή που γινόταν συνήθως από ευρύτερες συντακτικές ομάδες και όχι από τους μόνους καθ' ύλην αρμόδιους συντάκτες. Δημιουργήθηκε έτσι σιγά-σιγά μια αρχή μεθόδου, που έμελλε να αποτελέσει μοντέλο και για τον δημοσιογραφικά πολύ πιο έντονο καιρό της σύλληψης και της δίκης.

 



Σύνθετο και με πολλές εκφάνσεις αποδείχθηκε επίσης το ζήτημα της επίδρασης των όποιων αποκαλύψεων του Τύπου στην πορεία εξιχνίασης των υποθέσεων από τις δημόσιες Αρχές. Ο κίνδυνος παραπληροφόρησης του κοινού θα μπορούσε, υπ' αυτή την οπτική, να θεωρηθεί ήσσονος σημασίας σε σχέση τόσο με την «ενημέρωση» των μελών της παράνομης οργάνωσης για την πορεία των ερευνών και τα στοιχεία που βρίσκονταν, ανά πάσα στιγμή, στη διάθεση των Αρχών, όσο και με την «καθοδήγηση» των ίδιων των Αρχών προς μη ηλεγμένες ή αμφίβολης αξιοπιστίας κατευθύνσεις. Έχοντας συνείδηση ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι (Αστυνομία και «ανεπίσημοι» πληροφοριοδότες) χρησιμοποιούσαν τον Τύπο όχι μόνο γιατί τον χρειάζονταν αλλά και για να επηρεάσουν δι' αυτού το κοινωνικό σώμα, τα μέσα ενημέρωσης είχαν να ισορροπήσουν πάνω σε τεντωμένο σχοινί: η δημοσίευση, για παράδειγμα, μιας απόρρητης έκθεσης της ΕΛ.ΑΣ για την τρομοκρατία (όσο κι αν η μόνη περιέλευσή της σε μερίδα του Τύπου την καθιστούσε αυτομάτως μη απόρρρητη) διέλυε άραγε περισσότερο στα μάτια της κοινής γνώμης τα φαντασιόπληκτα σενάρια που κυκλοφορούσαν ή μήπως αποκάλυπτε και στοιχεία που μπορεί να δυσχέραιναν τη σύλληψη των δραστών;

 

Ειδικότερο ζήτημα γεννούσε, σε όλη τη διάρκεια ζωής της οργάνωσης, ο τρόπος προβολής από τον Τύπο των προκηρύξεων που στέλνονταν σε επιλεγμένους εκπροσώπους του μετά από κάθε «χτύπημα». Με δεδομένο ότι χωρίς δημοσιότητα και χωρίς «ιδεολογία» κάθε τρομοκρατική δράση χάνει το νοήμά της[3] και ότι οι προκηρύξεις συνιστούσαν το πιο ευκρινές και αυθεντικό βήμα χειραγώγησης της δημοσιότητας μέσω της αυτο-τοποθέτησης, εύλογα τέθηκε το ερώτημα αν τα μέσα ενημέρωσης έπρεπε ή δικαιολογούνταν, στο βωμό του δημοσιογραφικού καθήκοντος, να αναπαράγουν (και σε τι έκταση; «ξερά» ή με σχολιασμό;) την «προπαγάνδιση» των αρχών και των κινήτρων μιας εκτός νόμου οργάνωσης. Το δίλημμα δεν λύθηκε απ' όλους με τον ίδιο τρόπο. Γι' αυτό, εφημερίδες που επέλεξαν την αποσπασματική δημοσίευση είδαν να τους αποσύρεται η «εύνοια» της 17Ν και οι προκηρύξεις στέλνονταν, από ένα σημείο και μετά, μόνο στα μέσα εκείνα που τις δημοσίευαν αυτούσιες. Πρόκειται για εύγλωττη και πολύ ενδιαφέρουσα απόδειξη της αλληλεπίδρασης «πηγών» και τρόπου κάλυψης και της συχνά συγκρουσιακής σχέσης του «δικαιώματος πλήρους ενημέρωσης» με την -έμμεση ασφαλώς- υπηρέτηση στόχων πολύ πέρα από την ενημέρωση. Το ζήτημα θα ξαναγεννιόταν κατά τη διάρκεια της σύλληψης και της δίκης με τις «αποκλειστικές» συνεντεύξεις ορισμένων από τους κατηγορουμένους[4].

 

Με καταλύτη την έκρηξη της βόμβας στα χέρια του Σάββα Ξηρού τον Ιούλιο του 2002, που σηματοδοτεί το πέρασμα από τις υποθέσεις στα ραγδαία γεγονότα, όλα τα παραπάνω εγγενή προβλήματα προσέλαβαν νέες και αγωνιώδεις διαστάσεις. Η ανάγκη διαφοροποίησης του γραπτού Τύπου απέναντι στη σχεδόν άμεση απώλεια μέτρου από τους περισσότερους τηλεοπτικούς σταθμούς (που μετατράπηκαν σε μέσα προβολής των πιο απίθανων προσώπων και σε διακινητές των πιο απίθανων σεναρίων), η, σχετική έστω, συνέπεια με την προ των συλλήψεων στάση που είχε τηρήσει το κάθε μέσο, η πρόκληση αλλά και οι παγίδες της πολύ γρήγορης απομυθοποίησης μιας οργάνωσης που για 30 σχεδόν χρόνια αποτελούσε φάντασμα για το κοινό, τις Αρχές και τους θεσμούς προστέθηκαν στον ορυμαγδό των ίδιων των γεγονότων. Ήταν ακριβώς η στιγμή προσδιορισμού μια γενικότερης στάσης -και ο γραπτός Τύπος, όχι πάντα τόσο συνειδητά, στην πλειοψηφία του δεν φυγομάχησε.

 

Αρχές εν μέσω θύελλας

Σπρωγμένος από τα γεγονότα -την ταχύτητα τους και τις ανάγκες κάλυψής τους-, χωρίς να χρειαστεί, ή να προλάβει, να θεωρητικοποιήσει τις επιλογές του, αλλά αναδεικνύοντάς τες ακριβώς μέσα από την προσπάθεια υπέρβασης του απλού ρεπορτάζ, ο γραπτός Τύπος οριοθέτησε σχετικά γρήγορα τις προτεραιότητές του και προσάρμοσε τα μέσα και τις μεθόδους του σε αυτές. Οι καταναγκασμοί αλλά και οι δυνατότητες του γραπτού λόγου, η υποχρεωτική διαφοροποίηση από την τηλεόραση, η πίεση από τον έμμεσο ανταγωνισμό του Διαδικτύου[5], αλλά και η ίδια η φύση των υπό περιγραφή γεγονότων -γεγονότων ποτέ μονοδιάστατων και δύσκολα αποφορτιζόμενων από τις θεσμικές, ιδεολογικές και βαθύτερα πολιτικές συμπαραδηλώσεις τους- έδειξαν το δρόμο για όσους ήθελαν να τον δουν.

 

Με την πολυτέλεια της αναδρομικής σοφίας μπορούμε να επιχειρήσουμε να ανασυστήσουμε τους βασικούς αρμούς της εμπειρικής διαμόρφωσης του «ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος» του γραπτού Τύπου σε σχέση με την εξαρθρωση της 17Ν. Από τη στιγμή των εκρήξεων στον Πειραιά και της σύλληψης του Σάββα Ξηρού, ο γραπτός Τύπος συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν δυνατόν να ανταγωνιστεί τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης ούτε σε αμεσότητα ούτε -αν υποτεθεί ότι θα ήθελε- σε εντυπωσιασμό. Το πρόσφορο πεδίο του βρισκόταν εξαρχής αλλού. Εκμεταλλευόμενος τη σχετική απόσταση από τα γεγονότα και την ύπαρξη χώρου για αναλυτικότερες προσεγγίσεις, μπορούσε να προσπαθήσει να δώσει στα γεγονότα τη συνοχή που έτεινε να τους αφαιρέσει ο κατακλυσμιαίος όσο και αποσπασματικός τους χαρακτήρας, καθώς και η ενστικτώδης τάση θέασής τους χωρίς φωτοσκιάσεις και αποχρώσεις.

 

Ρόλος των εφημερίδων φάνηκε λοιπόν ότι θα μπορούσε να είναι να δώσουν μια εικόνα πιο σφαιρική και, γι' αυτό, πιο πραγματική, να υπερβούν την καθαρά δημοσιογραφική διάσταση των εξελίξεων, να βγάλουν προς τα έξω τις υπαρκτές αντιφάσεις και τα ερωτηματικά και να δώσουν τροφή για την απαραίτητη στη συγκεκριμένη περίπτωση θεσμική συζήτηση. Χωρίς ρητά να το δηλώσουν, τα περισσότερα από τα γραπτά Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προσπάθησαν ή αναγκάστηκαν, το καθένα με τον τρόπο του και τις δυνάμεις του, να κινηθούν. Η εικονογράφηση που ακολουθεί έχει ως κύρια πραγματολογική βάση την περίοδο της δίκης της 17Ν, γιατί εκεί περισσότερο αναδείχτηκαν, κατά την άποψή μου, οι ιδιαιτερότητες της κάλυψης των γεγονότων από τον γραπτό Τύπο.

 

Ο Τσόμσκι έχει διατυπώσει την άποψη ότι οι δύο θεμελιώδεις «ηθικές αρχές» της επαγγελματικής δημοσιογραφίας σε παρόμοια ζητήματα είναι η διασαφήνιση των εννοιών (της «τρομοκρατίας» και ειδικότερα της εγχώριας εκδοχής της στη συγκεκριμένη περίπτωση) και η θέση του ερωτήματος «ποιός είναι ο σωστός τρόπος αντίδρασης στο φαινόμενο αυτό;»[6] (όχι, φαντάζομαι ότι υπονοείται, για να δώσει ο ίδιος ο Τύπος την απάντηση, αλλά για να επιτρέψει στον αναγνώστη να δώσει τη δική του εκκινώντας από έγκυρη και κυρίως δίκαια βάση). Ο ελληνικός γραπτός Τύπος δεν ανταποκρίθηκε ακριβώς σε αυτά τα κριτήρια αλλά έμμεσα υπηρέτησε αρκετές από τις απαιτήσεις τους. Δεν προσπάθησε να μας πει τι είναι «τρομοκρατία» και αν η 17Ν ήταν ή δεν ήταν «τρομοκρατική οργάνωση» (ίσως γιατί θεωρούσε την απάντηση αυτονόητη), ασχολήθηκε όμως αρκετά διεξοδικά με τις γενεσιουργούς αιτίες της οργάνωσης, καθώς και με τις συνέπειες της δράσης της στον πολιτειακό αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο βίο -δηλαδή όχι μόνο με το «τι» αλλά και με το «γιατί». Δεν έθεσε γενικές αρχές αποτίμησης των γεγονότων στη βάση της σταθερής εφαρμογής του κριτηρίου «αν κάτι είναι σωστό για μας, τότε είναι σωστό και για τους άλλους και αν είναι λάθος και για μας, τότε είναι και για τους άλλους», αλλά δεν παρέλειψε να εξετάσει τα γεγονότα και τα λεγόμενα των πρωταγωνιστών μέσα και από το πρίσμα της ουσιαστικής ισονομίας. Μπορεί να μην είπε τι είναι «δίκαια δίκη» και τι «δίκαιη κάλυψη», αλλά άφησε να διαφανεί καθαρά (αλλά ζήτημα αν το απέφυγε πάντα) τι δεν είναι: δεν είναι να «φτιάξει κλίμα», να βγάλει την απόφαση στη θέση των δικαστών και να δώσει «λύσεις» εκεί που δεν υπάρχουν ή που δε φάνηκαν.

 

Με πρακτικότερους όρους θα μπορούσε κανείς να ισχυρισθεί ότι στην καθημερινή του κάλυψη της δίκης της 17Ν ο γραπτός Τύπος προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στην περιγραφή και την ανάλυση (θεωρώντας, ορθά κατά τη γνώμη μου, ότι αν ο αναγνώστης δεν περάσει από την πρώτη δεν θα ενδιαφερθεί για τη δεύτερη)΄ ανάμεσα στη θεσμική (αποκλεισμός καμερών, κλωβός ασφαλείας, πολιτικός χαρακτήρας των εγκλημάτων, ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων), την ανθρώπινη (ιστορία, περίγυρος, σχέσεις, αντιδράσεις) και την κοινωνική διάσταση («δίκαια δίκη», αντιδράσεις κοινής γνώμης)΄ ανάμεσα στην στοιχειώδη αντικειμενικότητα απέναντι στα γεγονότα και την κρίση του τρόπου με τον οποίο προβάλλονταν (με χαρακτηριστικό εδώ παράδειγμα την ανάδειξη των αντιφάσεων των μαρτύρων[7], την αναζήτηση του βαθμού πειστικότητας των λεγόμενων «αντικειμενικών» στοιχείων όπως οι πραγματογνωμοσύνες[8], οι ομολογίες και οι ανακλήσεις τους[9], τα αποτυπώματα[10])΄ ανάμεσα στην αντιμετώπιση των κατηγορουμένων ως δυνάμει θυτών αποτρόπαιων πράξεων αλλά και ως ανθρώπων με κίνητρα, ευαισθησίες και δικαιώματα[11]΄ ανάμεσα στην αλληλεγγύη με τα θύματα και τους συγγενείς τους και τη διατήρηση νηφαλιότητας ως προς την αποδεικτική αξία των καταθέσεών τους[12]΄ ανάμεσα στο σεβασμό έναντι του δικαιοδοτικού έργου και την κριτική σε συγκεκριμένες επιλογές ή εκφράσεις των δικαστών[13]΄ ανάμεσα στην αποφυγή της ξηρότητας (το λογοπαίγνιο είναι αναπόφευκτο) αλλά και του παραμερισμού των γεγονότων και της λογικής από το συναίσθημα.

Η επιτυχία ή μη στον αγώνα αυτόν του Τύπου δεν είναι δυνατόν να αποτυπωθεί μονολεκτικά. Μεγαλύτερη σημασία έχει να αποδειχτεί ότι ήταν ένας αγώνας που δεν δόθηκε με όπλα δανεικά.

 



Οι σκοποί και τα Μέσα

Από τις εκρήξεις στον Πειραιά ως το τέλος της δίκης της 17Ν δεν πρέπει να πέρασε ημέρα χωρίς αναφορά, τις περισσότερες φορές μάλιστα αναλυτική, των σχετικών γεγονότων και των συνεπειών τους. Όσο κι αν, όπως είναι λογικό, το ενδιαφέρον του κοινού και άρα και η ανταπόκριση του γραπτού Τύπου δεν διατηρήθηκε στα ίδια επίπεδα για όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η διάρκεια και η σταθερότητα της κάλυψης προδίδουν κάτι σημαντικό: ότι ο Τύπος είχε εξαρχής επίγνωση του ρόλου του και βούληση να ξεπεράσει την απλή ενημέρωση. Τον πρώτο μήνα των συλλήψεων και το πρώτο δεκαήμερο της δίκης σχεδόν όλες οι εφημερίδες είχαν τα σχετικά γεγονότα όχι μόνο στα πρωτοσέλιδά τους αλλά και σε πολλές εσωτερικές σελίδες τους. Ο κίνδυνος της ρουτίνας, που εμφανίστηκε κυρίως στη διάρκεια της δίκης, επηρέασε τον όγκο της κάλυψης, δεν απείλησε όμως την ίδια την ύπαρξή της. Ενώ η τηλεόραση, από τη στιγμή ιδίως που δεν της επιτράπηκε η είσοδος στο δικαστήριο, «ξέχασε» το θέμα και πέρασε στο επόμενο, ο γραπτός Τύπος έμεινε συμβολικά και ουσιαστικά παρών: μέτοχος σε μια μεγάλη δημόσια στιγμή μέσα από την παιδαγωγία της εκλαϊκευσης και τη διάσωση της μνήμης.

 

Ακριβώς επειδή είχε συνείδηση της ιστορικότητας και επάρκεια χώρου, ο Τύπος προσανατολίστηκε άμεσα στην προσφορά του στοιχείου εκείνου που ούτως ή άλλως (θα μπορούσε πάντα να) κάνει τη διαφορά του: την πολυεστιακότητα. Έτσι, πέρα από την περιγραφή και την καταγραφή των γεγονότων και των αντιδράσεων, αφιερώθηκε καθημερινός σχεδόν χώρος στην έκφραση γνώμης, στη «γνωριμία» με τα πρόσωπα και στη «χρονογραφική», δηλαδή την κοινωνική, διάσταση των τεκταινομένων. Σχηματίστηκε έτσι ένα άνισο αλλά πλούσιο καλειδοσκόπιο, που σκοπό είχε να δώσει τη δυνατότητα στον όχι ιδιαίτερα βιαστικό αναγνώστη να ενημερωθεί αλλά και να σκεφθεί. Το ζητούμενο βέβαιο ήταν -και δεν θα διστάσω να πω και επ' αυτού τη γνώμη μου- η ποιότητα της ενημέρωσης και του προβληματισμού. Επιλογές, όμως, όπως η διαρκής και πολυεπίπεδη κάλυψη, στο μέτρο που τηρήθηκαν, αποτελούν, πιστεύω, από μόνες τους στοιχεία ποιοτικής προσφοράς και συγχρόνως ποιοτικής διαφοροποίησης του γραπτού Τύπου.

 

Το άνοιγμα των στηλών των περισσότερων εφημερίδων στη διατύπωση γνώμης υλοποιήθηκε, σε όλη τη διάρκεια της δίκης, με μεγάλη ποικιλομορφία. Ο πρώτος δημοσιογραφικός κανόνας σε τέτοιες περιπτώσεις -να ακουστούν και οι δύο πλευρές- τηρήθηκε, πιστεύω, σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό. Δίπλα στην άποψη της κατηγορούσας Πολιτείας και γενικότερα των υπερασπιστών της «αστικής δημοκρατίας» (κατά την έκφραση ορισμένων κατηγορουμένων), δόθηκε συστηματικά η δυνατότητα άρθρωσης θεσμικού, νομικού και πολιτικού αντιλόγου[14]. Υπέρ των κατηγορουμένων ή ορισμένων ιδεών ή αρχών της δράσης τους βρήκαν χώρο να εκφραστούν, μέσα από τη δημοσιογραφική έρευνα ή την πένα σχολιαστών, απόψεις για τον πολιτικό χαρακτήρα της δίκης και των δικαζόμενων πράξεων, για την αυθεντική επαναστατικότητα μιας οργάνωσης σαν τη 17Ν, για το εκδικητικό μένος ή την εκτέλεση διατεταγμένης αποστολής εκ μέρους της ελληνικής Πολιτείας, για την καταπάτηση δικονομικών και ουσιαστικών δικαιωμάτων κατά την κράτηση και τη δίκη. Μπορεί να μην δόθηκε η ίδια ακριβώς έκταση με των υπερασπιστών της «τυπικής νομιμότητας», σημασία έχει όμως ακούστηκε επαρκώς και η altera pars. Εξάλλου -κι εδώ μιλώ και υπό την προσωπική μου ιδιότητα- ο διαχωρισμός σε υπέρ ή κατά των κατηγορουμένων στρατόπεδα ήταν, στη συγκεκριμένη ιδίως υπόθεση, και τεχνητός και άδικος για τη φιλοσοφία υπηρέτησης της ιστορικότητας της δίκης που κινούσε πολλούς από τους αναλυτές.

 



Η φιλοξενία των απόψεων μεγάλου αριθμού ανεξάρτητων σχολιαστών, διαμορφωτών γνώμης και γενικά πνευματικών (με ή χωρίς εισαγωγικά) ανθρώπων αποτέλεσε πράγματι πάγιο χαρακτηριστικό της κάλυψης της δίκης από τον Τύπο και μαζί εχέγγυο μιας κάποιου είδους αντικειμενικότητας. Νομικοί και δικηγόροι, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, συγγραφείς, αλλά και «απλοί πολίτες», πήραν το λόγο, συχνά σε περισσότερα του ενός έντυπα ο καθένας[15], για να εξηγήσουν, να αναλύσουν, να κρίνουν μια μεγάλη γκάμα θεσμικών, διαδικαστικών ή γενικότερου κοινωνικού ενδιαφέροντος θεμάτων. Κι εδώ οι απόψεις που εκφράστηκαν δεν ήταν μονολιθικές και δεν μπορούν, από αρχής και για το σύνολό τους, να θεωρηθούν προκατειλημμένες ή υποκινούμενες.

 



Η εστίαση στα πρόσωπα και η χρήση τεχνικών ή τρόπων του χρονογραφήματος εξυπηρετούσαν άλλη, επίσης κρίσιμη, δημοσιογραφική και δημοκρατική ανάγκη. Πρόκειται για την ανάδειξη της λεγόμενης «ανθρώπινης διάστασης» κάθε σύνθετης υπόθεσης με δημόσιο χαρακτήρα, ακόμα και των πιο δραματικών, όπως η υπόθεση της 17Ν. Είναι πράξη δικαιοσύνης και πολιτισμού η στιγμιαία έστω αποφόρτιση, η υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε πράξη, ακόμα και από την πιο αδικαιολόγητη ή την πιο αποτρόπαια, υπάρχουν ανθρώπινα όντα με τις αδυναμίες και τις ιδιαιτερότητες τους, αλλά και ότι αυτοί που τους δικάζουν, όπως και εκείνοι που κρίνουν και τους μεν και τους δε, υπόκεινται επίσης στους νόμους της ανθρώπινης ατέλειας και στους κανόνες της λογικής. Στη δίκη της 17Ν οι προβολείς στράφηκαν και στους κατηγορούμενους και τις οικογένειες τους, και στους δικαστές -ιδίως στον Πρόεδρο- και στα θύματα και τα δικά τους πρόσωπα. Κατέγραψαν και σχολίασαν τις στιγμές τους, τις αντιφάσεις τους και τις αντιπαραθέσεις τους, τις περισσότερες φορές με αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια. Δεν έλειψαν βέβαια, ανάλογα με τη συνολική ποιότητα κάθε Μέσου, οι χαρακτηρισμοί και οι προσωπικές επιθέσεις -ιδίως κατά των πιο «προβεβλημένων» από τους κατηγορουμένους. Όμως δεν θεωρώ ότι έδωσαν τον τόνο.

 



Η ανθρώπινη διάσταση υπηρετήθηκε και υπό την παραδοσιακή μορφή «στιγμιοτύπων» από και γύρω από τη δίκη. Μόνιμες τέτοιες στήλες υπήρχαν σε όλες σχεδόν τις μεγάλες εφημερίδες[16]. Μετέφεραν αυτούσιους διαλόγους, έδιναν μια εικόνα για το κλίμα μέσα και έξω από την αίθουσα, κέντριζαν τη φαντασία αλλά και την περιέργεια των αναγνωστών. Η συμβολή τους έχει και κοινωνιολογικό χαρακτήρα: μια τέτοια δίκη είναι καθρέφτης ηθών όχι μόνο των άμεσα εμπλεκόμενων αλλά και μιας ολόκληρης κοινωνίας σε μια δεδομένη στιγμή.

 



Κρίσιμα για τη διαμόρφωση εικόνας ή γνώμης από τον αναγνώστη ήταν τα καθαρά δημοσιογραφικά μέσα στην υπηρεσία της κάλυψης. Πρώτο ανάμεσά τους, ιδίως από τη στιγμή που εγκαταλείφθηκε η δημοσίευση αυτούσιων των πρακτικών της δίκης[17], η επιλογή των τίτλων. Οι τίτλοι μιας εφημερίδας ποτέ δεν είναι ουδέτεροι. Σε μια υπόθεση όπως αυτή, αποτελούν το κύριο ίσως κλειδί για την «ανάμεσα στις γραμμές» κατανόηση της ενδιάθετης στάσης κάθε Μέσου, που, επίσης εξ ορισμού, δεν θέλει και δεν μπορεί να μένει ουδέτερο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ισορροπία βρισκόταν ανάμεσα σε τίτλους ευφάνταστους αλλά όχι παραπλανητικούς, που να αναδίνουν τάση προάσπισης της ισονομίας αλλά και της κοινωνικής ειρήνης, θέρμη αλλά και μετριοπάθεια. Προσωπικά θεωρώ ότι η ισορροπία αυτή υπηρετήθηκε καλύτερα όπου προτιμήθηκε η υπαινικτικότητα[18] και δεν εκφράστηκε κρίση στον ίδιο τον τίτλο[19]΄ όπου αναγγέλθηκε η ουσία[20] αλλά αποφεύχθηκαν οι χαρακτηρισμοί[21]. Η αντικειμενικότητα πάντως εδώ ήταν και παρέμεινε πιο δύσκολος στόχος.

 



Κρίσιμη επίσης, και ξανά διόλου «αθώα», ήταν η επιλογή των εντός εισαγωγικών δηλώσεων ή σχολίων παραγόντων της δίκης, που δημοσιεύονταν τις περισσότερες φορές σε τίτλους και μεσότιτλους. Ο γνωστός εγγενής κίνδυνος της παραπλανητικής εντύπωσης από διατυπώσεις «εκτός συμφραζομένων» συνδυαζόταν εδώ και με την εισαγωγή από την πίσω πόρτα του ανέξοδου εντυπωσιασμού. Η αυτοσυγκράτηση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ορισμένες φορές, μέσα από τρεις κουβέντες ενός παράγοντα της δίκης μπορεί να αποτυπωθεί όλη η ουσία μιας ημέρας ή και ολόκληρου κύκλου της διαδικασίας[22]. Πιο συχνά, όμως, σε έναν τίτλο προτιμάται αυτό που κάνει περισσότερη εντύπωση -και κάνει περισσότερη εντύπωση η δήλωση κάποιου ότι «ήθελαν να τον σκοτώσουν», έστω και αν αυτό μοιάζει αυνόητο εφόσον η μαρτυρία του αφορά την ανατίναξη του αυτοκινήτου του, παρά η αποκάλυψη ότι, μετά την απόπειρα, ο ίδιος «έψαξε να βρει (τους δράστες) αλλά δεν τους βρήκε»[23]. Οι ασυνείδητοι συνειρμοί που δημιουργούνται στον αναγνώστη είναι, αναλόγως του τίτλου, πολύ διαφορετικοί, ο δε ισχυρότερος δεν είναι αναγκαστικά και πλησιέστερος στην πραγματικότητα.

 



Όχι μόνο «διακοσμητική», τέλος, σημασία για την μεταδιδόμενη στον αναγνώστη εντύπωση έχουν οι φωτογραφίες ή τα σκίτσα που συνοδεύουν ένα αναλυτικό δικαστικό ρεπορτάζ. Στην περίπτωση της δίκης της 17Ν, άλλες εφημερίδες προτίμησαν την αναδημοσίευση φωτογραφιών, ενώ ορισμένες ζήτησαν από σκιτσογράφους τους να αποδώσουν με τον τρόπο τους πρόσωπα και σκηνές. Μέσα από το πλήθος των φωτογραφιών έχει σημασία ποιές επιλέγονται (η διάκριση ανάμεσα σε ατομικά και ομαδικά πορτρέτα είναι, από αυτή την άποψη, κρίσιμη, όπως και η συχνή χρήση φωτογραφιών που «κολακεύουν» ή αντίθετα «αδικούν» ορισμένα πρόσωπα), ενώ το χέρι του σκιτσογράφου «προδίδει» συχνά κάποιου είδους προσωπική στάση σε σχέση με το θέμα του[24]. Το ζητούμενο είναι πάντα το ίδιο: συμμετοχή αλλά όχι εμπάθεια εκ μέρους του Μέσου, ποικιλία στοιχείων αλλά όχι βομβαρδισμός της συνείδησης ως προσφορά στον αναγνώστη. Στην κατακλείδα αυτής της ανάλυσης, ήρθε η ώρα να ανεβούμε κι εμείς στη ζυγαριά.

 





Απολογισμός της διαφοράς



Με βάση όλα τα κριτήρια και τις εξειδικεύσεις που τέθηκαν παραπάνω, η προσωπική μου άποψη είναι ότι ο γραπτός Τύπος στάθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στο ύψος του όσον αφορά τη σύλληψη και, ιδίως, τη δίκη της 17Ν. Η πληρότητα της κάλυψης ήταν αντικειμενικά ικανοποιητική, τόσο με βάση την ποσότητα των παρεχόμενων στοιχείων και αναλύσεων όσο και χάρις στη διάρκειά και τη συνέχειά της, ακόμα και κατά τις περιόδους που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπήρχε κάμψη του αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Για παρουσίαση της μίας μόνο πλευράς ή αποκλειστικά της «κυρίαρχης λογικής» οι σοβαρές εφημερίδες δύσκολα μπορούν να κατηγορηθούν, αφού ζήτησαν ή φιλοξένησαν μεγάλη γκάμα απόψεων (το ότι η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των απόψεων ήταν καταδικαστική για τη δράση της 17Ν, όπως εξάλλου και για τις όποιες διαδικαστικές ή ουσιαστικές παρεκβάσεις διαπιστώθηκαν στη διάρκεια της δίκης, δεν σημαίνει ότι ήταν υποκινούμενες ή προκατειλημμένες). Ο ορατός τον πρώτο καιρό των συλλήψεων κίνδυνος της «ανθρωποφαγίας» σε βάρος των κατηγορουμένων νομίζω ότι αποφεύχθηκε. Ο γραπτός Τύπος σεβάστηκε στην πλειοψηφία του και τα δικαιώματα και την ανθρώπινη υπόσταση των κατηγορουμένων. Και πάλι, το ότι στάθηκε συχνά πολύ αυστηρός ως προς τις πράξεις και ορισμένους λόγους τους δείχνει περισσότερο αγωνία για τη δημόσια ζωή παρά προσωπική εμπάθεια[25]. Οι υπερβολές -στον τόνο ή στην απόδοση των γεγονότων- δεν έλειψαν, αλλά θεωρώ ότι δεν έδωσαν και το γενικό τόνο της κάλυψης. Ιδίως σε σχέση με τις φωνασκίες, την εντυπωσιοθηρία και το γρήγορο αποτράβηγμα της τηλεόρασης (το ραδιόφωνο δεν είχε ιδιαίτερο ρόλο να διαδραματίσει από τη στιγμή που απαγορεύτηκε η απευθείας μετάδοση της ακροαματικής διαδικασίας), ο γραπτός Τύπος κινήθηκε, εν τέλει, σε πολύ αξιοπρεπή επίπεδα.

 



Το αν αναβάθμισε τη συνολική αξιοπιστία του μέσα από τη δίκη της 17Ν μένει να φανεί. Τα στοιχεία δείχνουν αύξηση της κυκλοφορίας των πιο μεγάλων εφημερίδων σε στιγμές καμπής της υπόθεσης (πρώτες συλλήψεις και ανακάλυψη γιαφκών, έναρξη δίκης, διερεύνηση του φιάσκου της Λουίζης Ριανκούρ, απολογίες βασικών κατηγορουμένων, αναγγελία της απόφασης), όχι όμως διατήρηση της ώθησης στα άλλα διαστήματα και, ιδίως, μετά το πέρας της δίκης. Η κυριότερη προσφορά του γραπτού Τύπου, εκείνη που αφορά τον ιστορικό του μέλλοντος, δεν είναι εύκολα αποτιμητή -και πάντως δεν μπορεί να αναμένεται από όσους, άμεσα ή έμμεσα, συμμετείχαν στην κάλυψη. Το γεγονός είναι πάντως ότι ο Τύπος επένδυσε πολλά και πήρε αρκετά από ένα γεγονός-δοκιμαστήριο και για τις ίδιες του τις δυνάμεις. Μόνο που η «υπόθεση τρομοκρατία» φαίνεται να εξαντλήθηκε με τη 17Ν. Η δίκη του ΕΛΑ αντιμετωπίστηκε πολύ περισσότερο σαν «είδηση ρουτίνας». Είναι κρίμα, γιατί κι εδώ πολλά θα είχαμε να κερδίσουμε, ως αναγνώστες, ως μελετητές και ως πολίτες, από τον πολυεπίπεδο φωτισμό που μόνο ένας γραπτός Τύπος που σέβεται τον εαυτό του μπορεί να προσφέρει.











[1] «Η δίκη της μεγάλης Δίκης», εκδ. Νεφέλη, 2004.

[2] Παντελής Καψής, πρόλογος στο Η δίκη της μεγάλης Δίκης, ό. π., σελ. 9

[3] L. John Martin, "The Media's Role in International Terrorism"

[4] Βλ., ως κορυφαίο ίσως παράδειγμα, τη δημοσίευση από το Ποντίκι, μεσούσης της δίκης, «ανοικτής επιστολής του Σάββα Ξηρού» (24 Ιουλίου 2003).

[5] Μια εξωτερική σύγκριση τίτλων και περιεχομένου αρκεί για την κατανόηση της διαφοράς στη «λογική» και στον «τρόπο» κάλυψης των γεγονότων (της δίκης, στη συγκεκριμένη περίπτωση) μεταξύ γραπτού Τύπου και δικυακών τόπων. Ένα παράδειγμα, 26 Μαρτίου 2003. in.gr: «Η έκρηξη σε λεωφορείο των ΜΑΤ και η δολοφονία Αγγελόπουλου στη δίκη για τη 17Ν». Τα Νέα: «Δεν ξεχνώ το βλέμμα του». Ελευθεροτυπία: «Ένταση για τις όψιμες αναγνωρίσεις».

[6] Παρέμβαση σε τηλεδιάσκεψη με θέμα «τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» στο 4ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

[7] Βλ. στα Νέα, «Αναγνωρίσεις με ... ποσοστά», 3-4 Μαϊου 2003.

[8] Για το ζήτημα των ψυχοφαρμάκων που δίνονταν στον Σ. Ξηρό, βλ. στα Νέα, «Απέκλεισαν ύποπτα φάρμακα», 25 Ιουνίου, αλλά και, την ίδια μέρα, στην Ελευθεροτυπία, «Αναζητώντας γιατί και Διώτη».

[9] Βλ. στην Ελευθεροτυπία, «Τι είπε ο Σάββας στις απολογίες που αναίρεσε» και στα Νέα «Τι είχαν ομολογήσει προανακριτικά», 30 Ιουλίου 2003.

[10] Βλ. την έρευνα της Ελευθεροτυπίας, «Αποτυπώματα: πόσο ασφαλής είναι η ταυτοποίηση;», 23 Ιουνίου 2003.

[11] Χαρακτηριστικά εδώ στοιχεία η χρήση του μικρού ονόματος αρκετών κατηγορουμένων, ο φωτισμός οικογενειακών τους στιγμών, της σχέσης τους με τους συνηγόρους τους, της στάσης τους στο ακροατήριο.

[12] Για την αντιπαράθεση του Γ. Πέτσου και της οικογένειας Μπακογιάννη με τους κατηγορουμένους, βλ. τη νηφάλια περιγραφή στα Νέα, «Πρόσωπο με πρόσωπο», 31 Μαρτίου 2003.

[13] Για τη στάση του Εισαγγελέα, βλ. μεταξύ πολλών στην Ελευθεροτυπία, «Το εισαγγελείν φυγείν αδύνατον», 2 Μαϊου 2003.

[14] Βλ στα Νέα, την τακτική στήλη του Ν. Γιαννόπουλου με γενικό τίτλο «Αρθρώσεις και εξαρθρώσεις». Και πολλοί «θεσμικοί»

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...