Ανθρώπινα δικαιώματα: οικουμενισμός ή σχετικότητα;

«ΚΡΑΜΑ» Ιούλιος 2007

 

Ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων ενέχει τον κίνδυνο να παραδοθεί στην κοινοτυπία ή να διολισθήσει στην ανεδαφικότητα. Πολύτιμοι για την ιστορική αυτοσυνειδησία του Δυτικού ανθρώπου, αλλά πάντως κοινοί τόποι, είναι οι σε κάθε ευκαιρία επαναλαμβανόμενοι ισχυρισμοί ότι χωρίς την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική δημοκρατία και ότι η αέναη διεκδίκηση του υψηλότερου δυνατού βαθμού προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί το βασικό κριτήριο για την ποιότητα όχι μόνο μιας συγκεκριμένης κρατικής οντότητας αλλά και του εν γένει πολιτισμού της. Οι «αλήθειες» αυτές είναι πια εγγεγραμμένες στο γονιδίωμα του πολίτη της Δύσης, ο οποίος όμως, εξ αυτού ακριβώς του λόγου, σπανιότατα κάνει τον κόπο να ελέγξει, όχι αν ισχύουν, αλλά πώς εφαρμόζονται στην πράξη. Από αυτή την αταβιστική στάση πηγάζει ο κίνδυνος της ανεδαφικότητας: γιατί πιστεύω πως δεν υπηρετούμε ούτε την αλήθεια ούτε τις αρχές υπέρ των οποίων θεωρητικά όλοι μαχόμαστε, αν δεν παραδεχτούμε ότι τα ευγενή λόγια και οι συχνά εξίσου ευγενείς προθέσεις στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε άλλοθι για την παραίτηση από την υποχρέωση διαρκούς εγρήγορσης και διαρκούς αμφισβήτησης.

Η σχετικότητα ως προς την τήρηση και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι απόρροια του ίδιου του τρόπου σύλληψής τους. Καθίσταται ωστόσο ολοένα και πιο εμφανής καθώς προχωράμε στον αιώνα αυτόν της διάχυσης και μαζί της «κανονικοποίησης» της βίας -ιδιωτικής και κρατικής. Ως κατάκτηση της γαλλικής και της αμερικανικής Επανάστασης προέκυψε και επικράτησε η «καταλογική» σύλληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η αντίληψη ότι η προστασία τους περνά κατά κύριο λόγο μέσα από τη θεσμοποίησή τους, δηλαδή την οριοθέτηση και περιγραφή τους σε δεσμευτικά νομικά κείμενα και ιδίως στα εθνικά Συντάγματα. Μετά την εγκαθίδρυση και εγγύηση των διαφόρων εκφάνσεων της πολιτικής συμμετοχής και της προφύλαξης του ατόμου από την περιοριστική δράση του Κράτους και των συμπολιτών του, η θεσμοθέτηση των λεγόμενων κοινωνικών δικαιωμάτων (απαιτήσεων για θετική δράση εκ μέρους της δημοκρατικής Πολιτείας με στόχο τη βελτίωση του επιπέδου ζωής κάθε μέλους της) έκλεισε, μέχρι στιγμής, έναν ευρύ προστατευτικό κύκλο. Τα έτσι προβλεπόμενα δικαιώματα γίνεται κάθε προσπάθεια να μη μείνουν «στα χαρτιά». Γεννούν δικαιώματα δράσης και άμυνας, κατευθύνουν τα δικαστήρια ως προς τον τρόπο επίλυσης των σχετικών διαφορών, επηρεάζουν τις πρωτοβουλίες της νομοθετικής εξουσίας και τα μέτρα της εκτελεστικής. Η επιβολή, όμως, των αναφερόμενων στα δικαιώματα κανόνων είναι διπλά έμμεση: απαιτεί να προϋπάρξει παραβίαση (η οποία είναι δυνατόν να μη μπορεί να εξουδετερωθεί ή να «ισοφαριστεί» από οποιοδήποτε εκ των υστέρων μέτρο) και προϋποθέτει επίσης ερμηνεία, κρίση δηλαδή με νομικούς όρους πραγματικών περιστατικών, που δεν είναι πάντα προφανές πού υπάγονται ή με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό προστατεύονται. Με δυο λόγια: η θεσμοποίηση των δικαιωμάτων μπορεί να φαίνεται από πρώτη όψη (και σε μεγάλο βαθμό αποτελεί πράγματι) δημοκρατική κατάκτηση, που δημιουργεί αίσθηση και ασφάλεια δικαίου, εμπεριέχει όμως ως θρυαλλίδα την πιθανότητα ατελούς πραγμάτωσής τους.

Η πιθανότητα αυτή καθίσταται σχεδόν βεβαιότητα σε εποχές που και το ίδιο το αυτο-αποκαλούμενο δημοκρατικό Κράτος προτάσσει στην ιεραρχία των δράσεων του την «αποτελεσματικότητα» σε σχέση με την ούτως ή άλλως εγγενώς δευτερογενή, όπως είδαμε, προστασία των δικαιωμάτων. Το δόγμα αυτό της «αποτελεσματικότητας», που αποκτά εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από περίπτωση σε περίπτωση, διέπει κατά την παρούσα χρονική στιγμή τη δράση τριών τουλάχιστον από τα μεγαλύτερα κράτη-έθνη -και γι' αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο που εξαπλώνεται και σε πολλά πολύ μικρότερα. Τα παραδείγματα των Ηνωμένων Πολιτειών, της Κίνας και της Ρωσίας είναι εύγλωττα και ιδιαιτέρως διαφωτιστικά. Η συστηματική κάμψη πληθώρας ατομικών ελευθεριών στα πλαίσια του «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» από την πρώτη (φαινόμενο του οποίου οι φρικαλεότητες στο Γκουαντάναμο και στις ιρακινές φυλακές του Αμπού Γκράϊμπ αποτελούν απλώς την ορατή όψη), η ενσυνείδητη διατήρηση ενός μεσαιωνικού-παλαιοκομμουνιστικού καθεστώτος δικαιωμάτων στο όνομα της οικονομικής γιγάντωσης εκ μέρους της δεύτερης και η επιστροφή της τρίτης σε προ-γκλάσνοστ εποχές όσον αφορά κυρίως τις ελευθερίες γνώμης και Τύπου, θα καθιστούσαν επιστημονικά απολύτως βάσιμο τον ισχυρισμό ότι σε αυτές τις χώρες-φάρους η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση και συνεπώς το επίπεδο δημοκρατικότητάς τους είναι χαμηλό. Το ότι κανείς (ή σχεδόν κανείς, για να μην αδικήσουμε τον Τσόμσκι) δεν τολμά να το πει δημοσίως αποτελεί, πιστεύω, την καλύτερη εικονογράφηση του αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις μέρες μας.

Για την έξοδο, ή τουλάχιστον τη συνειδητοποίηση, του αδιεξόδου αυτού τρία είναι κατά τη γνώμη μου τα κεντρικά ζητήματα με τα οποία οφείλει να αναμετρηθεί η παγκόσμια κοινότητα. Και τα τρία απορρέουν από πολύ πρόσφατες εξελίξεις, αποκαλύπτοντας έτσι, έστω και εξ αντιδιαστολής, την επικαιρότητα και τη διαρκή ρευστότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα ζητήματα αυτά αφορούν τη σχέση ασφάλειας και προστασίας των δικαιωμάτων, τα όρια και τις ρεαλιστικές δυνατότητες προφύλαξης της σύγχρονης ιδιωτικότητας και την τύχη της προσπάθειας ευρύτερης διεθνοποίησης του τρόπου προστασίας των δικαιωμάτων.

Η εξέλιξη της τεχνολογίας και η απο-κρατικοποίηση της ασκούμενης στο όνομα λαών και ιδανικών μαζικής βίας ενσαρκώθηκαν με εμβληματικό τρόπο στις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ημερομηνία από την οποία δικαιούμαστε να μιλάμε για ένα νέο εντελώς τοπίο ως προς την αντίληψη και την προστασία των δικαιωμάτων στον κόσμο. Η «ασφάλεια» έγινε σε μια νύχτα από κρατικό καθήκον, κοινωνικό αγαθό και από απλός τομέας πολιτικής, το κέντρο και το σημείο σύγκλισης όλων των κρατικών δράσεων και των υπερκρατικών συνεργασιών. Στο όνομά της χτίζονται νέα τείχη, εκπονούνται νέες γεω-στρατηγικές συμμαχίες και αναπροσαρμόζονται οι επίσημες ερμηνείες για το προστατευτικό εύρος μιας σειράς δικαιωμάτων. Ιδίως στον τομέα των όρων κράτησης των «υπόπτων», του τεκμηρίου αθωότητας κάθε κατηγορουμένου και των μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την καταρχήν αναγκαία καταστολή της τρομοκρατικής δράσης, η πρόκληση της παραβίασης των κατακτήσεων του Κράτους Δικαίου απειλεί να καταστεί εγγενές στοιχείο των ίδιων των προβλεπόμενων δικαιωμάτων. Απέναντι σε μια μαζική βία που δεν έχει πρόσωπο, δεν γνωρίζει όρια και αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή μέσα από το αλαζονικό πρίσμα της «ασυμμετρίας» της σε σχέση με την υποτιθέμενη ιερότητα των δικών της σκοπών, το μεγαλύτερο λάθος των δημοκρατικών κρατών θα ήταν να θεσμοποιήσουν μια ανάλογη αντίληψη των ανθρώπινων δικαιωμάτων ως «παράπλευρων απωλειών» στο δικό τους ιερό πολέμο για την επιβίωση της υπόστασης και των βασικών αξιών τους. Το πρώτο δε σκαλοπάτι για την υπόρρητη αυτή θεσμοποίηση θα ήταν (είναι ήδη) η ιδιωτικοποίηση της κρατικής καταστολής και της κρατικής προστασίας.

Στον αγώνα για περισσότερη ασφάλεια σε ένα κόσμο που είναι πλέον εξ ορισμού ανασφαλής, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα είναι το πρώτο που πλήττεται και μετασχηματίζεται. Η ιδιωτικότητα με την έννοια της εγγύησης ότι ολόκληρη η προσωπική ζωή των ατόμων θα τελεί υπό απαραβίαστη μυστικότητα, κατέστη ανέφικτη ήδη με την παγκόσμια επικράτηση της τεχνολογικής επανάστασης, πολύ πριν πάρει τις σημερινές της διαστάσεις η τρομοκρατική απειλή. Το κομμάτι της ιδιωτικότητας που μένει και πρέπει να μείνει ζωντανό είναι αυτό που αφορά την απαγόρευση χρήσης των όποιων συλλεγέντων δεδομένων, από κρατικές ή ιδιωτικές αρχές, για σκοπούς που δεν έχουν σχέση με την ασφάλεια και ιδίως για την κατάταξη και την «αξιοποίηση» των πολιτών βάσει των πεποιθήσεων και των προτιμήσεών τους. Οι πολίτες πρέπει να αποδεχτούμε ότι πολλές εκδηλώσεις μας γίνονται, σε κάποιο αόρατο μάτι, γνωστές, αλλά θα πρέπει να εξασφαλίσουμε, από το κράτος και τα δικαστήρια, ότι το μάτι αυτό δεν θα εξατομικεύεται και δεν θα εξατομικεύει τη δράση του.

Η προσπάθεια εξάπλωσης της προστασίας των δικαιωμάτων από διεθνή, δηλαδή υπερεθνικά, δικαστήρια, συνδέεται επίσης με την εκ των πραγμάτων διεθνοποίηση του εύρους αλλά και της απειλής κατά των δικαιωμάτων. Εδώ όμως πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους: όσο η αρμοδιότητα των δικαστηρίων αυτών είναι δύο ταχυτήτων, όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής δίνουν το παράδειγμα εξαιρώντας τους υπηκόους τους από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και πιέζοντας και τους «συμμάχους» τους να πράξουν το ίδιο, το όποιο όραμα μιας διεθνούς δικαιοσύνης θα μένει ανεφάρμοστο. Η πραγματική διεθνοποίηση της διακιοσύνης προϋποθέτει μικρότερες διαφορές ισχύος ανάμεσα στα κράτη -κι αυτό είναι κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την τάση της εποχής. Γι' αυτό και το πιο ενδιαφέρον ίσως στοίχημα σχετικά διεθνοποιημένης προστασίας εκπορεύεται από μια ένωση κρατών και λαών, που θεωρητικά έχουν τη βούληση να έρθουν όλο και πιο κοντά. Πρόκειται φυσικά για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για το προωθημένο προστατευτικό πλαίσιο δικαιωμάτων που θα δημιουργηθεί με τη νέα Συνταγματική Συνθήκη, αν αυτή βεβαίως ψηφιστεί και επικυρωθεί. Τα ερωτηματικά κι εδώ είναι αρκετά, αλλά τουλάχιστον η ελπίδα επιτρέπεται.

Σχετικότητα, λοιπόν, ως εγγενές στοιχείο στον τρόπο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως απόρροια των διεθνών εξελίξεων. Ο οικουμενισμός ανήκει κι αυτός στην ουσία τους, αλλά δεν φαίνεται πιθανό, στον αιώνα των Δίδυμων Πύργων, να επηρεάσει αποφασιστικά την πάλη ανάμεσα στην «αποτελεσματικότητα» και την άρνηση υποχώρησης του Κράτους Δικαίου. Οι πολίτες, αλλά ιδίως οι ηγέτες τους, θα κρίνουν αυτή την καταρχήν άνιση πάλη.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...