Οργάνωση και χάος

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ» 12/10/07

Από τις πολλές και συχνά οδυνηρές εξηγήσεις που δόθηκαν για την πρόσφατη εκλογική ήττα του ΠΑΣΟΚ οι περισσότερες ήταν αμιγώς «πολιτικού» χαρακτήρα: σφάλματα τακτικής, επιλογών, ιδεολογίας και προγράμματος, τρόπου απεύθυνσης στο κοινωνικό σώμα. Η επιρροή του εγχειρήματος της εσωτερικής αναδιοργάνωσης του Κινήματος απουσιάζει από σχεδόν όλες τις αναλύσεις.

Η επιρροή του εγχειρήματος της εσωτερικής αναδιοργάνωσης του Κινήματος απουσιάζει από σχεδόν όλες τις αναλύσεις. Με το παρόν κείμενο θα ήθελα να διαφωνήσω με αυτή την απουσία, να τονίσω τη στενή σχέση ανάμεσα στον τρόπο που οργανώνεται και λειτουργεί εσωτερικά ένα κόμμα και το εκλογικό αποτέλεσμα που τελικά φέρνει και να διερευνήσω κάπως πιο εμπεριστατωμένα μια άλλη, λιγότερο γνωστή, κομματική πορεία. Με πλήρη επίγνωση του ποσοστού αυτοκριτικής που εμπεριέχει αυτή η διερεύνηση, καθώς ήμουν από αυτούς που συμμετείχαν ενεργά στην εκπόνηση του νέου Καταστατικού ΠΑΣΟΚ, στο οποίο αποκρυσταλλώθηκαν και οι οργανωτικές διευθετήσεις.





Από τα 4 στοιχήματα που αναλήφθηκαν από τη νέα ηγεσία του ΠΑΣΟΚ την επαύριο της απώλειας της εξουσίας, το οργανωτικό ήταν σίγουρα το κρισιμότερο, όχι όμως αναγκαστικά το δυσκολότερο. Τα άλλα τρία -το στοίχημα της ψυχικής επανασυγκόλλησης, του ιδεολογικού επαναπροσανατολισμού και της ανανέωσης σε πρόσωπα- ήταν πιο επείγοντα και πιο οραστά στα μάτια του κοινωνικού σώματος. Κι όμως. Και στα τρία αυτά μέτωπα η συλλογική δουλειά υπό την καθοδήγηση της νέας ηγεσίας έχει να παρουσιάσει διόλου αμελητέες επιτυχίες: σύντροφοι (εντός ή εκτός εισαγωγικών), που είχαν πάψει να μιλούν μετά το ψυχικό ρήγμα του 1996, ξανακάθησαν στο ίδιο τραπέζι (συχνά ακριβώς επειδή είχαν το θάρρος να συζητήσουν σε ανοιχτές διαδικασίες για τα αίτια της ήττας του 2004, αντίθετα από ό,τι θέλει ένας αρκετά διαδεδομένος σήμερα μύθος). Αρκετοί νέοι σε ηλικία και ιδέες άνθρωποι ήρθαν -όχι πάντα μόνοι τους- να αρδεύσουν κυρίως το Εθνικό Συμβούλιο αλλά και τους διάφορους τομείς και τις επιτροπές του ΠΑΣΟΚ (ενώ δεν ήταν, συγκριτικά ιδίως με το παρελθόν, λίγοι και αυτοί στους οποίους ανατέθηκαν πόστα πρώτης γραμμής). Τέλος, η αναζήτηση του «ποιοί είμαστε, τι αλλάζουμε και πού πάμε» ξεκίνησε νωρίς, ήταν διαρκώς παρούσα στις εσωτερικές διεργασίες και κατέληξε σε ένα Πρόγραμμα που σε γενικές γραμμές, και για τα δεδομένα του συγκεκριμένου κόμματος, αποτέλεσε -συνεχίζω να το λέω και σήμερα, μετά την εκλογική ήττα- την πιο συγκροτημένη και κοντινή στα σύγχρονα σοσιαλδημοκρατικά ρεύματα απάντηση στις προκλήσεις της εποχής.





Η οργανωτική ανασυγκρότηση ακολούθησε αντίθετη πορεία: την αρχική συναίνεση επικάλυψε μια ιδιαίτερα προβληματική υλοποίηση. Σημείο εκκίνησης υπήρξε η συνομολογούμενη από όλους διαπίστωση ότι στα χρόνια της διακυβέρνησης Σημίτη «το κόμμα είχε αφεθεί στη μοίρα του». Οι τοπικές οργανώσεις απλώς διεκπεραίωναν ένα μίνιμουμ (εκλογικό κυρίως) έργο, η πολιτική συζήτηση και συμμετοχή είχε ατονήσει, σε υπερβολικά πολλές περιπτώσεις οι χειρισμοί που προηγήθηκαν και ακολούθησαν τις αναμετρήσεις στις δημοτικές εκλογές είχαν δημιουργήσει αξεπέραστα τείχη, οι χώροι των συγκεντρώσεων ήταν συχνά από κακοί έως άθλιοι, η προσπάθεια αξιοποίησης των εσωτερικών πυρήνων από βουλευτές και πολιτευτές για χρήση προσωπική -και όχι πάντα σύμφωνη με το συλλογικό συμφέρον- έδινε κι έπαιρνε. Με δυο λόγια: οργανώσεις παρατημένες, κουρασμένες, αφυδατωμένες κι αυτοεπαναλαμβανόμενες. Κι απέναντι, ένα «κεντρικό κόμμα» που είχε για καιρό ταυτίσει την εξουσία του με την εξουσία, που λειτουργούσε ως αδιαφανής -και γι' αυτό ακόμα λιγότερο δημοκρατική- πυραμίδα, που «καθοδηγούσε» χωρίς να χαράσσει πολιτική και συμβόλιζε, στα μάτια της κοινωνίας, περισσότερο ένα κόμμα - καθεστώς παρά ένα κίνημα - δύναμη αλλαγής. Ο τίτλος τιμής της νέας από το 2004 ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ ήταν ότι διέγνωσε, δεν έκρυψε κι επιχείρησε με αναμφισβήτητη καλή πρόθεση ν' αλλάξει αυτή την κατάσταση. Στο παθητικό της -στο παθητικό μας- δεν μπορεί παρά να εγγραφεί ότι δεν τα κατάφερε σχεδόν καθόλου.





Οι οργανωτικές επιλογές του νέου Καταστατικού στηρίζονταν σε μια πολιτική βάση που γρήγορα αποδείχτηκε έωλη. Η νέα ηγεσία χάραξε κάποιες πολύ γενικές κατευθύνσεις (ανανέωση των μελών και των επικεφαλής των οργανώσεων, συμμετοχική δημοκρατία), ανέθεσε σε κάποια έμπειρα ή λιγότερο έμπειρα στελέχη τη διεκπεραίωσή τους κι αποσύρθηκε από το παιχνίδι χωρίς να εξασφαλίσει στην πράξη, δηλαδή με βάση την πραγματικότητα και τους συσχετισμούς προσώπων και τάσεων της κάθε τοπικής κοινωνίας, τα ελάχιστα εχέγγυα επιτυχίας. Το τίμημα πληρώθηκε με τον πιο καταλυτικό τρόπο στο επίπεδο αλλαγής των κρίσιμων «μεσαίων» στελεχών: χωρίς επιλογές που θα στηρίζονταν από την κοινωνία αλλά που θα είχαν (με την πολιτική και όχι προσωπική έννοια) τη «σφραγίδα» της ηγεσίας, χωρίς ειδική στρατηγική -και αντίστοιχο λόγο- για την προσέλκυση μιας νεολαίας που είχε γυρίσει από χρόνια την πλάτη στο ΠΑΣΟΚ, μοιραίο και επόμενο ήταν να επανεκλεγούν ή επανανομιμοποιηθούν τα ίδια πρόσωπα που είχαν οδηγήσει ή ταυτιστεί με το τέλμα, στη βάση των ίδιων ή παρόμοιας λογικής μηχανισμών. Αναδιοργάνωση -και μάλιστα ιδεολογικά φορτισμένη: ποιός ξεχνάει ότι το «αλλαξέ το όλα» ξεκινούσε από το κόμμα- χωρίς συγκροτημένο σχέδιο δε γίνεται και, αν γίνει έτσι, η απόσταση ανάμεσα στις ρυθμίσεις και την πραγματική ζωή δύσκολα γεφυρώνεται. Αντίθετα, εντείνονται τα προβλήματα εκεί που οι ρυθμίσεις ήταν εξαρχής προβληματικές, όπως για παράδειγμα στην πληθωρικότητα και την αλληλοκάλυψη των νέων οργάνων.





Έτσι, η οργανωτική εικόνα που γρήγορα παρουσίασε και που πάντως σήμερα, δυόμιση χρόνια μετά την αναδιοργάνωση, χαρακτηρίζει το «νέο» ΠΑΣΟΚ, μπορεί σε αδρές και όσο γίνεται πιο αντικειμενικές γραμμές να περιγραφεί ως εξής: οργανώσεις με μεγάλο μέσο όρο ηλικίας και επαφιόμενες στον πατριωτισμό μετρημένων στα χέρια μελών΄ ένα Εθνικό Συμβούλιο κογκλάβιο χειροκροτητών χωρίς συζήτηση΄ ένα Πολιτικό Συμβούλιο κλάμπ συζήτησης χωρίς χειροκρότημα αλλά και χωρίς ουσιαστική ενότητα΄ πολυάριθμοι τομείς, επιτροπές, όργανα και υπεύθυνοι που σπάνια γνωρίζουν οι μεν τι κάνουν οι δε (κι ακόμα πιο σπάνια επικοινωνούν με την κοινοβουλευτική ομάδα)΄ μια διαδικασία διαμόρφωσης των τελικών επιλογών αδιαφανής, με εμπλοκή πολλών επάλληλων, κατά περίπτωση, αλληλοσυμπληρούμενων αλλά και αλληλοαναιρούμενων, ομάδων. Λάθος αποδείχτηκε ο τρόπος ορισμού και λειτουργίας των νομαρχιακών οργανώσεων, η διάλυση των οργανώσεων χώρων δουλειάς, η διάλυση (χωρίς ανασυγκρότηση) της Νεολαίας, η μη πρόβλεψη κλειστού «εκλογικού καταλόγου» για τις «μεγάλες» ψηφοφορίες (εκλογή Προέδρου, εσωτερικά δημοψηφίσματα). Ποσοστώσεις, θητείες, ασυμβίβαστα και διάκριση μεταξύ μελών και φίλων του ΠΑΣΟΚ δεν έδωσαν ουσιαστική ώθηση συμμετοχής. Βασικό, ίσως το μόνο, βήμα προόδου η σχεδόν άμεση απόκτηση αξιοπιστίας από τρία νέα «γενικών καθηκόντων» όργανα, την Επιτροπή Πιστοποίησης, το Συνήγορο του μέλους και κυρίως το Ινστιτούτο Επιμόρφωσης.



Τη φιλοδοξία της ανασυγκρότησης διαδέχτηκε λοιπόν η πραγματικότητα της οργανωτικής ανδίπλωσης. Γι' αυτό οι εκλογές βρήκαν το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο να κυνηγάει μια κακή κυβέρνηση αλλά και να ψάχνει τη ραχοκοκαλιά του.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...