ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ» 23/03/2008
Τι μπορεί να περιμένει το ΠΑΣΟΚ από το επερχόμενο Συνέδριό του; Τίποτα. Και τα πάντα.
Τίποτα, αν αυτοξεγελαστούμε ότι είναι ένα Συνέδριο σαν όλα τα άλλα, ένα κομματικό «μπίζνες ας γιούζαλ». Το ίδιο κι αν κάποιοι προσπαθήσουν να μας πείσουν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν «καλύτερο για το κόμμα». Τίποτα, φυσικά -και χειρότερο τίποτα- αν πάμε για ένα τελευταίο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, για τη χαριστική βολή, ή τη ρεβάνς σε ένα αιματηρό παιχνίδι που μόνο αποτέλεσμα έχει την απώλεια της πολιτικής αξιοπιστίας και της κοινωνικής απήχησης του κόμματός μας.
Τίποτα δεν θα κερδίσουμε κι αν φοβηθούμε ή δεν τολμήσουμε να μιλήσουμε με το μόνο τρόπο που αξίζει να μιλήσουμε σ’ αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη, αλλά και δυνητικά ζωογόνο φάση: ανοιχτά, χωρίς παρωπίδες, με αυτοκριτική διάθεση, χωρίς αλαζονεία (η δε άρνηση της πραγματικότητας είναι η πιο βαριά μορφή πολιτικής αλαζονείας) και για τα πραγματικά προβλήματα και διλήμματα με τα οποία είμαστε αντιμέτωποι. Ακόμα χειρότερο από το να μη βρούμε τα λόγια, θα είναι βέβαια να δώσουμε με τη στάση μας -και σε ένα Συνέδριο το μόνο που μετράει είναι η συλλογική στάση- την εντύπωση πως δεν είμαστε έτοιμοι ή διαθέσιμοι για την επιχείρηση ψυχικής συγκόλλησης, χωρίς την οποία κανένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα φτάσει στο στόχο του. Τίποτα, τέλος, δεν θα κερδίσουμε αν αναλωθούμε σε οργανωτικές ασκήσεις επί χάρτου (ξεχνώντας ότι στην πολιτική, την καλή ή την κακή οργάνωση την καθορίζουν τα πρόσωπα που καλούνται να την υπηρετήσουν και όχι αυτά που την εμπνεύστηκαν), ή στις γνωστές κομματικές κορώνες, χωρίς τις οποίες, είναι αλήθεια, κανένα Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν είναι Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, αλλά εξαιτίας των οποίων κινδυνεύουμε σήμερα να χαρακτηριστούμε -από το μόνο θεατή που μετράει, την εκτός κομματικών μηχανισμών κοινωνία- από ξεπερασμένοι έως αυτιστικοί. Γιατί κανείς και τίποτα δεν θα πρέπει να μας κάνει ούτε δευτερόλεπτο να ξεχάσουμε ότι αυτό το Συνέδριο, θα διεξαχθεί υπό καθεστώς πρωτοφανούς και γενικευμένης κρίσης -θεσμικής, πολιτικής, πολιτιστικής.
Κι έχουμε, από την άλλη, να κερδίσουμε τα πάντα αν πάρουμε το δύσκολο αντίστροφο δρόμο. Αν προσέλθουμε ανοιχτοί και προετοιμασμένοι. Αν τείνουμε χέρι συμφιλίωσης στους συντρόφους μας εκείνους με τους οποίους διαφωνήσαμε, ακόμα και συγκρουστήκαμε, χτες, αλλά χωρίς τους οποίους ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να πορευτούμε αύριο. Αν ασκήσουμε το καθήκον της κριτικής με το αίσθημα ευθύνης που του αρμόζει: με αυστηρότητα αλλά χωρίς εμπάθειες, με πολιτικές και όχι προσωπικές κρίσεις. Αν μιλήσουμε για τις αρχές μας, τις αρχές του δημοκρατικού σοσιαλισμού, που υποχωρούν και κινδυνεύουν -κι όχι μόνο στην Ελλάδα. Αν αναδείξουμε τις πολιτικές μας μπροστά στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής - τη φτώχεια, τις κλιματικές αλλαγές, την ενεργειακή κρίση, την ασφαλιστική μεταρρύθμιση που ολοένα αναβάλλεται, το Κράτος δερβέναγα, την υποχώρηση της πολιτικής και τον καλπασμό της ευτέλειας.
Μπορούμε να επιλέξουμε μια τέτοια στάση, έτσι ώστε, μάλιστα, να διαχυθεί και στην κοινωνία η αίσθηση ενός κόμματος που επιτέλους κατάλαβε; Εδώ η ευθύνη -και η πρόκληση- είναι πρώτα απ’ όλα ατομική. Μπορώ λοιπόν να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου. Όμως, ξέρω αρκετούς, και αρκετούς μέσα σε αυτό το περιοδικό, που νιώθουν το ίδιο και περιμένουν με το ίδιο μίγμα αγωνίας και πείσματος την κρίσιμη συνάντηση του Μαρτίου.
Social Media