Ειδικά για την έκδοση και πώληση εξάμηνων έντοκων γραμματίων του ελληνικού Δημοσίου, είχα υποστηρίξει ότι εμπεριείχε ένα ρίσκο και ότι έπρεπε να κριθεί όχι με βάση την βέβαια υπερκάλυψη αλλά με βάση το επιτόκιο και τον εν γένει ψυχολογικό αντίκτυπο. Το επιτόκιο 4,65%, που τελικά διαμορφώθηκε, είναι μία ακριβώς μονάδα υψηλότερο από αντίστοιχη πώληση ισπανικών ομολόγων της 1ης Ιουλίου και οριακά κατώτερο (εδώ κυρίως μετριέται η εμπιστοσύνη) από το 5% με το οποίο δανειζόμαστε από το «ευρωπαϊκό σκέλος» του μηχανισμού βοήθειας. Αν προσθέσουμε τη μικρή χρονική διάρκεια και τη βεβαιότητα της κάλυψης από τον μηχανισμό βοήθειας, το αποτέλεσμα δεν είναι καταπληκτικό. Σε επίπεδο εντυπώσεων, πάντως, ο στόχος επιτεύχθηκε: η δημοπρασία έγινε δεκτή από τις αγορές και μεταδόθηκε από τις ηγεσίες ως ευκαιρία επιβράβευσης μιας σημαντικής προσπάθειας –και αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια καλύτερη δυναμική για τα καθοριστικά οικονομικά και πολιτικά μέτωπα.
Γιατί το κρίσιμο, σε αυτή τη φάση αλλά και μακροπρόθεσμα, δεν είναι τα συμβολικά νεύματα αγορών και αξιωματούχων (που, το ξαναλέω, έχουν και αυτά τη σημασία τους), αλλά η αρχή βελτίωσης και της πραγματικής οικονομίας. Αυτή θα προσδιορίσει το αν και πώς (ας απαλλαγούμε προσωρινά από το άγχος του πότε) θα σταθούμε στα πόδια μας. Από αυτή την άποψη δεν πρέπει να ξεχνάμε ή να υποτιμάμε ούτε ότι το ελληνικό Δημόσιο συνεχίζει να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς τους πιστωτές του (με αποκορύφωμα την παρατεταμένη μη επιστροφή του ΦΠΑ), ούτε το αμείωτης έντασης κλείσιμο μαγαζιών και επιχειρήσεων, ούτε την απόλυτα ενδεικτική συρρίκνωσης αύξηση της ανεργίας, ούτε τη χαμηλή απορροφητικότητα κοινοτικών πόρων, ούτε τις δυσκολίες αντιμετώπισης της πραγματικής φοροδιαφυγής. Για όλα αυτά, καθώς και για τη στοχευμένη μόχλευση της ανάπτυξης, απαιτείται πολιτικό σχέδιο, πέραν του Μνημονίου. Αλλιώς οι σταγόνες που αρχίσαμε να μαζεύουμε στο ποτήρι θα μείνουν σταγόνες στο πέλαγος της ύφεσης.

Social Media