3 + 1 βάσεις συζήτησης για το νέο εκλογικό σύστημα

«ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ», Μάρτιος 2010

www.metarithmisi.gr

Ανήκω σε εκείνους που χαιρετίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη το άνοιγμα της συζήτησης –και την παρουσίαση των πρώτων επίσημων κατευθύνσεων- για την αλλαγή σε βάθος του εκλογικού συστήματος. Όχι μόνο γιατί αποτελούσε από τις κεντρικές προεκλογικές δεσμεύσεις του ΠΑΣΟΚ. Ούτε μόνο γιατί είναι μια αλλαγή που αν δεν πραγματοποιηθεί στην αρχή μιας κυβερνητικής θητείας, όσο δύσκολη και φορτωμένη με άλλα θέματα και να είναι αυτή, έχει ελάχιστες πιθανότητες να ευοδωθεί –η πάροδος του χρόνου και φθείρει και φέρνει πιο κοντά στις επόμενες εκλογές. Αλλά κυρίως για λόγους αρχής: η σημασία του (κάθε) εκλογικού συστήματος για την ποιότητα του (κάθε) κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, η πέραν πάσης αμφιβολίας εξάντληση των ορίων του εκλογικού συστήματος που σχεδόν αδιάλειπτα χρησιμοποιείται στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση και η συνεχής υποβάθμιση του επιπέδου των βουλευτών δημιουργούν έναν εκρηκτικής ευγλωττίας συνδυασμό υπέρ της μεταρρύθμισης. Αρκεί, βέβαια, η σχετική συζήτηση και οι σχετικές αποφάσεις να ληφθούν σε ορθές βάσεις. Τα δεδομένα δημιουργούν υποχρεώσεις. Αν θέσουμε σωστά τα πρώτα, μπορεί να μας οδηγήσουν, ακόμα και στην Ελλάδα, σε λογική εξαγωγή συμπερασμάτων για το τι πρέπει να κάνουμε.

Το σημερινό καθεστώς έχει σοβαρότατα προβλήματα. Οι δύο μεγάλες ελληνικές ιδιοτυπίες, δηλαδή ο σταυρός προτίμησης και οι εντελώς άνισες εκλογικές περιφέρειες, έχουν άμεση επιρροή σε σημαντικές δημοκρατικές δυσλειτουργίες: την ιδιαίτερη πελατειακή χροιά της εκλογικής διαπάλης, την προσωποποίηση του εκλογικού αγώνα σε βάρος της ουσιαστικής πολιτικότητάς του, τη μεταφορά της «μάχης» στο εσωτερικό του ψηφοδελτίου, δηλαδή κατά του «συντρόφου» συνυποψηφίου και όχι των υποψηφίων του αντιπάλου κόμματος, την ανισότητα όπλων μεταξύ των υποψηφίων, την υπερβολική σημασία που αποκτά το χρήμα και η επικοινωνιακή προβολή, ιδίως στην τηλεόραση, τη στρεβλή αντιπροσωπευτικότητα και θέση των εκλεγομένων ανάλογα με τις περιφέρειες από τις οποίες εξελέγησαν. Και όλα αυτά, θα πρόσθετα, χωρίς να μειώνεται αποφασιστικά το «βάρος υποδείξεως» εκ μέρους των κομματικών μηχανισμών, αφού ούτως ή άλλως αυτοί αποφασίζουν ποιοι θα είναι οι υποψήφιοι και ποιοι είναι περισσότερο ή λιγότερο αρεστοί στην κομματική ηγεσία. Γνωστά και εμπεδωμένα στην πλειοψηφία τους πράγματα. Έναντι των οποίων τα επιχειρήματα περί δύναμης της ελληνικής συνήθειας, περί αμεσότητας στην έκφραση της λαϊκής εντολής (που θα ίσχυε αν ακριβώς δεν την αλλοίωναν καθοριστικά όλα τα παραπάνω προβλήματα) και περί μειωμένου ενδιαφέροντος τόσο των υποψηφίων όσο και του εκλογικού σώματος σε περίπτωση αλλαγής συστήματος (εκεί κυρίως αποδίδεται η τόσο γρήγορη παλιννόστηση του σταυρού προτίμησης μετά την απόπειρα του 1985 από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου) μοιάζουν μάλλον ισχνά.

Προσοχή στις δύο ταχύτητες.  Η μέχρι στιγμής δημοσιοποιημένη πρόταση της κυβέρνησης επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα παραπάνω προβλήματα μέσα από τις ακόλουθες βασικές ρυθμίσεις: συνύπαρξη μονοεδρικών περιφερειών (180) και ευρειών περιφερειών (εκλέγουν 120 βουλευτές) με δυνατότητα κάποιο πρόσωπο να είναι υποψήφιο και στις δύο – κατάργηση του σταυρού προτίμησης – ισχυρή αναλογικότητα (σε ποσοστό 87%) – κατώφλι αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα στο 40% και κατώφλι εισόδου στη Βουλή για όλα τα κόμματα το 3%. Με πρώτη ματιά, τα ζητήματα που σχετίζονται με το είδος της εκλογικής αντιπαράθεσης (πολιτικότητα, αγώνας μεταξύ των υποψηφίων, ρόλος χρήματος και Τύπου) φαίνονται να χτυπιούνται στη ρίζα τους. Αντίθετα, οι ανισότητες μεταξύ υποψηφίων και περιφερειών μεγαλώνουν. Θα υπάρχουν εκείνοι που θα παλεύουν για την εκλογή, για τον εαυτό τους και το κόμμα τους (οι υποψήφιοι στις μονοεδρικές), και εκείνοι που θα απολαμβάνουν την πολυτέλεια της λίστας (στις περιφέρειες). Αλλά και εντός της κατηγορίας των μονοεδρικών, η διαφοροποίηση θα είναι σημαντική ανάλογα με το πόσο «σίγουρη» είναι για κάθε κόμμα η συγκεκριμένη έδρα, αλλά και ανάλογα με το αν κάποιος υποψήφιος μονοεδρικής περιλαμβάνεται ή όχι –και σε ποια θέση- στη λίστα της περιφέρειας. Η δεύτερη, εξάλλου, θα έχει, στα μάτια του εκλογικού σώματος, μικρότερη νομιμοποιητική αξία, αφού και προσωπική προτίμηση δεν θα εκφράζεται και ο τοπικός δεσμός σε κάποιο βαθμό θα διασπάται.

Το αγκάθι της εσωκομματικής δημοκρατίας. Ας μην κρυβόμαστε: όλη η επιτυχία ή αποτυχία του νέου συστήματος εξαρτάται από τον τρόπο εσωτερικής, δηλαδή από τα κόμματα, επιλογής των υποψηφίων. Ο σταυρός, με όλα του τα προβλήματα, καλύπτει τις επιταγές της αμεσότητας και της δημοκρατικότητας της ψήφου. Εάν η επιλογή των υποψηφίων συνεχίσει να γίνεται με τις σημερινές διαδικασίες, η κάμψη αυτών των αρχών θα είναι τόσο σημαντική, που θα κινείται, κατά τη γνώμη μου, στα όρια της συνταγματικότητας. Συνεπώς οι εξαγγελίες και οι προθέσεις περί βελτίωσης του τρόπου επιλογής δεν αρκούν. Μία είναι η λύση: η ταυτόχρονη με την ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου θέση σε εφαρμογή ειδικού νομοθετικού πλαισίου που θα προβλέπει με λεπτομέρειες ένα τρόπο επιλογής υποψηφίων βουλευτών από ευρέα και αντιπροσωπευτικά «εκλεκτορικά σώματα», με άμεση ψηφοφορία και χωρίς καθοριστική ανάμιξη της ηγεσίας, Μιας που εμπνεόμαστε από το γερμανικό σύστημα, ας θυμίσουμε ότι ο ισχύων γερμανικός νόμος τυποποιεί αυστηρά και χωρίς δυνατότητες εξαιρέσεων τις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις τήρησης της εσωκομματικής δημοκρατίας κατά την επιλογή των υποψηφίων: μυστικές εκλογές, ενώπιον της Συνέλευσης της κάθε περιφέρειας, με υποχρεωτική παρουσίαση των θέσεων των υποψηφίων, για τους υποψήφιους των μονοεδρικών – μυστική ψηφοφορία στο Συνέδριο κατόπιν πρότασης της ηγεσίας που περιέχει διπλάσια ονόματα από τις θέσεις της λίστας, για τους υποψηφίους στις πολυεδρικές περιφέρειες (βλ. αναλυτικά, Λίνας Παπαδοπούλου, «Το γερμανικό εκλογικό σύστημα και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του», εκδ. Παπαζήση, 2007). Χωρίς τέτοιο νόμο (αλλά και χωρίς συνταγματική αλλαγή, σε πρώτη ευκαιρία, που θα τον καθιστά υποχρεωτικό), η συζήτηση περί εσωκομματικής δημοκρατίας και, άρα, και περί του νέου συστήματος δεν έχει νόημα.

Γερμανικός μονόδρομος; Δικαιούται να αναρωτηθεί κάθε ανοιχτόμυαλος πολίτης: μα μόνο κάποια παραλλαγή του λεγόμενου «γερμανικού συστήματος» αρμόζει στην ελληνική περίπτωση; Θυμίζω ότι η Γερμανία είναι ομοσπονδιακή χώρα, κάτι που νομιμοποιεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο τη συνύπαρξη τοπικών και περιφερειακών εδρών, το ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατικής τίθεται, όπως προειπώθηκε, σε εντελώς διαφορετικές –νομικές και εκ παραδόσεως- βάσεις, ενώ το εκλογικό σύστημά της συμπληρώνεται με την πρόβλεψη κάθε ψηφοφόρος να ψηφίζει χωριστά σε δύο κάλπες –όλα στοιχεία που δεν ταιριάζουν στην ελληνική μεταφορά. Για τα καθ’ ημάς, θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να σκεφτούμε, τη διαίρεση της χώρας σε περίπου ισότιμες –ανάλογα με τον πληθυσμό- περιφέρειες, με σχετικά περιορισμένο αριθμό εδρών (μέχρι πενταεδρικές), εκλογή βουλευτών από «διαφοροποιούμενη λίστα» (ο πολίτης μπορεί να εκφράσει προτίμηση, αν δεν εκφράσει ισχύει η σειρά της λίστας) και παράλληλη πρόβλεψη νομοθετικής αναμόρφωσης του τρόπου επιλογής των υποψηφίων κατά τα γερμανικά πρότυπα. Έτσι και οι περιφέρειες μικραίνουν και εξισώνονται και ο εκλογικός αγώνας αλλάζει χαρακτηριστικά και η εσωκομματική δημοκρατία τονώνεται και οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα έκφρασης σε πολλά επίπεδα (εντός των κομμάτων, αν αποτελούν μέλη τους, σε επίπεδο εκλογικής περιφέρειας για κόμμα και πρόσωπα). Τοι βέβαιο είναι ότι έχει έρθει η ώρα για ένα νέο εκλογικό σύστημα. Μόνο που αυτό θα είχε νόημα αν αντιμετώπιζε αποτελεσματικά όχι τόσο τη φθορά του σημερινού συστήματος όσο τις κρίσιμες δυσλειτουργίες του, αν πρόσφερε δηλαδή καλύτερες για τη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού λύσεις. Αλλαγή όχι για την αλλαγή αλλά για προφανή και συνολική εξυγίανση των ελληνικών και όχι των θεωρητικών προβλημάτων.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...