Τα ποιοτικά στοιχεία στον προϋπολογισμό

«ΗΜΕΡΗΣΙΑ» 2/02/08

 

Το τελευταίο 6μηνο του 2007 σφραγίστηκε στην Ε.Ε. από την ψήφιση της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης. Πέρα από την προφανή πολιτική σημασία του εγχειρήματος, υπάρχουν και κρίσιμες κατ ιδίαν αλλαγές ή νεωτερισμοί. Ένας από αυτούς, αν και όχι τόσο γνωστός στο ευρύ κοινό, είναι η διαφοροποίηση στην εκπόνηση και ψήφιση του κοινοτικού προϋπολογισμού, με ισότιμη πλέον συμμετοχή Συμβουλίου και Κοινοβουλίου και η πιο απλοποιημένη διαδικασία διαπραγμάτευσης και συμφωνίας. Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, ήρθε ίσως ξανά η στιγμή να επανεξετάσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά του ελληνικού προϋπολογισμού, τόσο από πλευράς μεθοδολογίας, όσο και της γενικότερης φιλοσοφίας που τον διέπει. Σε σχέση με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και τις πάγιες ανάγκες εκσυγχρονισμού του, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Προϋπολογισμός του 2008, που ψηφίστηκε πρόσφατα από την ελληνική Βουλή, κάνει ένα ευοίωνο αλλά μετέωρο βήμα, ενώ παράλληλα διαιωνίζει τέσσερις βαριές αμαρτίες.

Η ευπρόσδεκτη αναμόρφωση της αρχιτεκτονικής του προϋπολογισμού εστιάζεται στην υιοθέτηση μιας μορφής «διυπουργικής προσέγγισης» -έστω και υπό μορφή παραρτήματος και για έναν μόνο τομέα πολιτικής (που κατά διαβολική για τις ημέρες σύμπτωση, τυχαίνει να είναι ο τομέας του Πολιτισμού). Η Ελλάδα, ακολουθώντας τις διεθνείς τάσεις, εισέρχεται σταδιακά από την απεικόνιση των δαπανών με βάση κωδικούς σε μία νέα μορφή απεικόνισης με βάση το τρίπτυχο: Λειτουργίες - Προγράμματα -Δράσεις. Περνά έτσι από μια λογική μέσων σε μία λογική αποτελεσμάτων, αξιολογούμενων μέσω μετρήσιμων στόχων. Παραμένουν πάντως τρία μεγάλα ερωτήματα σε σχέση με την ολοκλήρωση αυτής της αναγκαίας εξέλιξης: πρώτον, δεν έχει αποσαφηνιστεί ποια θα είναι η ακολουθητέα λογιστική πολιτική, έτσι ώστε η μεταρρύθμιση της αρχιτεκτονικής του προϋπολογισμού να συνοδεύεται από ανάλογες προσαρμογές στο επίπεδο της καθημερινής παρακολούθησης των μεγεθών και δεδομένων.

Δεύτερον, δεν υφίσταται καμία ένδειξη για συνειδητοποίηση της ανάγκης μετάβασης από το σημερινό και μάλλον ξεπερασμένο καθεστώς ελέγχων νομιμότητας στην εφαρμογή ενός συστήματος ελέγχων αποδοτικότητας. Τρίτον, παρατηρείται μια ιδιότυπη (αλλά τόσο ελληνική) «εμμονή» σε ποσοτικοποιημένους και μόνο δείκτες παρακολούθησης και αξιολόγησης των προγραμμάτων, χωρίς μέτρηση και αποτύπωση των ποιοτικών τους χαρακτηριστικών (ένα παράδειγμα: η μέτρηση των επιπλέον τετραγωνικών των διαθέσιμων στο κοινό μουσείων αρκεί για να χαρακτηρίσει άραγε τη σημασία -και την επιτυχία- της σχετικής πολιτικής;)

Παραμένουν και εντείνονται, από την άλλη, τέσσερις πάγιες δομικές αδυναμίες του ελληνικού προϋπολογισμού. Πρόκειται καταρχήν, στο κυρίως θεσμικό πεδίο, για τη διατήρηση ενός εντελώς επιφανειακού τρόπου συζήτησης και ψήφισης του προϋπολογισμού, που εξαντλείται σε γενικολογίες και δεν μπαίνει στην ουσία των επιλογών και των μεγεθών (η μεταρρύθμιση εδώ δεν απαιτεί, όπως λέγεται από ορισμένους, αναγκαστικά συνταγματική αλλαγή, αλλά θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσω του Κανονισμού της Βουλής). Σε τεχνικότερο επίπεδο, διαρκής είναι η επιδείνωση της σχέσης έμμεσων προς άμεσους φόρους, η οποία λειτουργεί σε βάρος των ασθενέστερων εισοδηματικά στρωμάτων και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εισπρακτική αδυναμία αλλά και σε πολιτική επιλογή της παρούσας κυβέρνησης να ευνοήσει το λεγόμενο «σύνδρομο του λαθρεπιβάτη» (η φορολογική ασυνέπεια ορισμένων πέφτει στις πλάτες όσων δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κρυφτούν). Διαρκής είναι επίσης η επιμήκυνση του μέσου χρόνου δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα τη μετάθεση του «λογαριασμού» στο μέλλον, αλλά και τη γεωμετρική αύξηση του κόστους δανεισμού, ιδίως δε των τόκων. Παραμένουν, τέλος, πολλοί θύλακες «δημιουργικής λογιστικής», που μπορεί να δίνουν μια εντύπωση διευθέτησης άμεσων προβλημάτων, στην πραγματικότητα όμως οδηγούν νομοτελειακά σε επιβάρυνση του τεράστιου δημόσιου χρέους της χώρας και υπονομεύουν τη δημοσιονομική της σταθερότητα (χαρακτηριστικό παράδειγμα η εξαγγελθείσα πρακτική για τη χρηματοδότηση των χρεών παρελθόντων ετών των νοσοκομείων μέσω της έκδοσης ομολόγων).

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...