Συνθήκη επιβίωσης για την Ευρώπη

«ΗΜΕΡΗΣΙΑ» 20/10/07

 

Η Σύνοδος Κορυφής της 18ης και 19ης Οκτωβρίου στη Λισαβόνα σφραγίζει την αρχή και το τέλος της περιπέτειας που θα μπορούσε να λέγεται «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα», αλλά, όπως όλοι γνωρίζουμε, δε λέγεται πια έτσι. Την αρχή γιατί μόνο επ αυτής επήλθε συμφωνία και τώρα έχουμε μπροστά μας τη δύσκολη, αβέβαιη και χρονοβόρο φάση της επικύρωσης. Και το τέλος γιατί μαζί με τη λέξη «Σύνταγμα», ή όποιο παράγωγό του, ενταφιάστηκε και η δυνατότητα για ένα μεγάλο άλμα προς το μέλλον.



 

Είχε ειπωθεί και με την ευκαιρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 21ης και 22ας Ιουνίου, που αποφάσισε την έναρξη και τα όρια της τρέχουσας Διακυβερνητικής Διαπραγμάτευσης: Το νέο πλαίσιο πολύ απέχει όχι μόνο από ένα επιτυχές σχήμα θεσμικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης των «27», αλλά και από τη θεσμική και κανονιστική ποιότητα της αποθανούσας, μετά τα δημοψηφίσματα σε Γαλλία και Ολλανδία, «Συνταγματικής Συνθήκης». Η νέα Συνθήκη, με το βαρύ αλλά όχι απολύτως δικαιολογημένο όνομα «Μεταρρυθμιστική», εγκαινιάζει ένα σύστημα «μπαμπουσκών», των ρωσικών (και ξύλινων) εκείνων κούκλων που καθεμία κρύβει στο εσωτερικό της μια άλλη. «Μεταρρυθμίζει», αλλά και διατηρεί σε ισχύ, τις προηγούμενες Συνθήκες (την ιδρυτική της Ρώμης του 1957 και την τελευταία αναθεώρηση της Νίκαιας το 2001), τις οποίες τροποποιεί, συμπληρώνει και συγχέει.

Tο νέο -ας το ονομάσουμε «ημίδιπλο»- πλαίσιο (δύο παλιά κείμενα που αλλάζουν κι ένα που τα αλλάζει) συνδυάζει τα τεχνικά μειονεκτήματα της πολυπλοκότητας, της αυτο-αναφορικότητας, της επαναληπτικότητας με τα πολιτικά ελλείμματα της χαμηλότερης συμβολικής και προωθητικής δύναμης. Το κείμενο που συμφωνήθηκε στη Λισαβόνα είναι, με δυο λόγια, κατώτερο των περιστάσεων, κατώτερο της «Συνταγματικής Συνθήκης», κατώτερο ακόμα (κατά τι) κι από το κείμενο που κληρονόμησε η Διακυβερνητική. Κατά την επεξεργασία αυτού του τελευταίου μεσολάβησαν δύο μείζονες πολιτικές εξελίξεις, η αλλαγή πρωθυπουργού στη Βρετανία (αλλαγή με θετικό γενικά πρόσημο, αλλά και σαφή ευρωσκεπτικιστική κατεύθυνση) και η διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού στην Πολωνία (με τους τρομερούς δίδυμους να κινδυνεύουν να χάσουν, αλλά και να σκληραίνουν, γι αυτόν ακριβώς το λόγο, τη στάση τους), εξελίξεις που δυσκόλεψαν κι άλλο τις διαπραγματεύσεις με τις δύο κατεξοχήν καχύποπτες αυτές χώρες. Στο νέο «πακέτο» διευρύνθηκε η αποστασιοποίηση Βρετανίας και Πολωνίας από κοινές πολιτικές, περιορίστηκαν οι εξωτερικές πρωτοβουλίες της Ένωσης και μπήκαν, από την πίσω πόρτα, νέα εμπόδια και καθυστερήσεις (όπως ο περίφημος όσο και αδιαφανής «συμβιβασμός των Ιωαννίνων», ένα σύστημα «μειοψηφικού ημι-βέτο»).

Με δεδομένη την έλλειψη ενθουσιασμού που προκαλεί η «Μεταρρυθμιστική Συνθήκη», πρέπει άραγε να μειώσουμε τη σημασία της συμφωνίας της Λισαβόνας ή να αδιαφορήσουμε για την τελική της επικύρωση; Η απάντησή μου, αλλά και της μεγάλης, πιστεύω, πλειοψηφίας των Ευρωπαίων σοσιαλιστών, είναι αρνητική. Όπως είχε ήδη πει ο Δημήτρης Τσάτσος, ως εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για την -πολύ χειρότερη- Συνθήκη της Νίκαιας, η κριτική επί ενός μείζονος θεσμικού κειμένου δεν πρέπει να ταυτίζεται με την αξιολόγηση των πολιτικών του επιπτώσεων. Στην περίπτωσή μας τα πράγματα είναι απλά: Αν δεν τεθεί σε εφαρμογή η «Συνθήκη της Λισαβόνας» θα γυρίσουμε πίσω στη Συνθήκη της Νίκαιας, δηλαδή σε ένα σύστημα εγγενώς μεταβατικό, αταίριαστο με μια Ευρώπη 27 χωρών και χωρίς κανένα από τα σημαντικά βήματα προς τα εμπρός που γίνονται, έστω και λίγο κουτσουρεμένα, με το νέο πλαίσιο.

Οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές, με επίγνωση της ευθύνης τους στην απώλεια του Συντάγματος οφείλουν τώρα να ρεφάρουν, πείθοντας τους λαούς ότι, αν χαθεί κι η ευκαιρία της Λισαβόνας, η «πολιτική Ευρώπη» θα υποχωρήσει ίσως οριστικά. Δύσκολο στοίχημα -κι όχι μόνο γιατί χρειάζονται 27 εθνικές επικυρώσεις και κάποια δημοψηφίσματα. Αλλά γιατί όπου δεν υπάρχει ενθουσιασμός από τους ταγούς, οι ήδη δύσπιστοι λαοί κλείνονται κι άλλο στον εαυτό τους.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...