Ο Αίσωπος στην κρίση

(δημοσιεύτηκε στον ετήσιο τόμο του περιοδικού "Επίλογος")

Μια φορά κι έναν καιρό έκανε διαρκώς καλό καιρό στο δάσος. Τα ζώα συνήθισαν γρήγορα σε αυτή την κατάσταση, που έφθασε να τους φαίνεται φυσιολογική. Έβρισκαν σχετικά εύκολα φαϊ  -χωρίς βέβαια αυτό να τους κάνει να πάψουν να σκοτώνονται μεταξύ τους-, χαίρονταν τη σχεδόν μόνιμη λιακάδα, έφτιαχναν τις φωλιές και τα σπίτια τους εκεί όπου ήθελαν (σε εποχές ανάπτυξης υποχωρεί η πολεοδομική επαγρύπνηση απανταχού της γης),  δανείζονταν με καλούς όρους και χωρίς ερωτήματα από τον θησαυροφύλακα κύριο Κούνελο (η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δεν ήταν πολύ ανεπτυγμένη στο δάσος και η ανάπτυξη την κατέστησε ακόμα πιο άχρηστη). Από την ικανοποίηση έτειναν να στέλνουν και να ξαναστέλνουν στην εξουσία, εναλλάξ και σε τακτά χρονικά διαστήματα, τους εκπροσώπους των δύο μεγάλων οικογενειών-κομμάτων, τους Χλωροφύλληδες (Πράσινους) και τους Υδάτινους (Γαλάζιους).

Οι δεύτεροι ήταν εκείνοι που κάποια στιγμή πρότειναν την κίνηση-ματ για να μπουν σε τροχιά μόνιμης ευημερίας, έστω και αν έλαχε σε κυβέρνηση των πρώτων να την υλοποιήσει: το δάσος προσχώρησε στη Συνομοσπονδία των ευρωπαϊκών δασών, με αποτέλεσμα να απεμπολήσει μεν ένα μέρος της κυριαρχίας του (δεν μπορούσε πια να κηρύξει πόλεμο στα άλλα δάση, ούτε να επιτρέψει στον κύριο Κούνελο να κάνει ό,τι ήθελε με τις κοινές οικονομίες), αλλά και να προστατεύεται πλέον εσαεί από εξωτερικές απειλές (βασικά των ανθρώπων), να επιτρέπεται στα ζώα του να αναζητούν την τύχη τους σε άλλα δάση χωρίς αυτό να θεωρείται προδοσία (ούτε καν μετανάστευση) και κυρίως να συμμετέχει στον πυρήνα των δασικών αποφάσεων (έστω κι αν πολλά ζώα δυσκολεύτηκαν και τότε και αργότερα να καταλάβουν τι σήμαινε αυτό).

 

Κάποια μέρα, στα καλά ακόμα χρόνια, στο δάσος έπεσαν μαζεμένοι τρεις κεραυνοί –είχε πολύ καιρό να γίνει αυτό. Η Κουκουβάγια, που παρέμενε, λόγω σοφίας και του καθαρά τιμητικού του αξιώματος, πρόεδρος της Συνέλευσης, αν και είχε από καιρό αποσυρθεί από την ενεργό πολιτική, ανησύχησε και συγκάλεσε το σώμα. Με σχετικά μικρή απαρτία –γιατί, σε εποχές ανάπτυξης, και η συμμετοχή σε διαδικασίες που δεν βγάζουν κυβέρνηση τείνει να είναι περιορισμένη- και παρά την αντίθετη εισήγηση της σοφής κουκουβάγιας (που επικαλέστηκε κυρίως την εμπειρία της και τους οιωνούς, κριτήρια που δεν έχουν μεγάλη πέραση σε εποχές ανάπτυξης), η Συνέλευση των ζώων αποφάσισε ότι (έχει σημασία να ανατρέξουμε στα Πρακτικά) «το φαινόμενο ήταν μεμονωμένο και αντιμετωπίσιμο», «το δάσος είναι θωρακισμένο απέναντι σε κάθε κίνδυνο, υπαρκτό ή νοητό» και «η κατακτημένη με τον αγώνα και το αίμα όλων των ζώων ευημερία έχει πολλά ακόμα χρόνια μπροστά της».  Εξουσιοδοτήθηκε η πρόεδρος να διαδώσει και να στηρίξει την απόφαση (έκανε αίσθηση κι ακόμα ανακαλείται στη μνήμη η συνέντευξη της Κουκουβάγιας στην «Ηχώ του δάσους» με τίτλο «Εγώ τους τα’ πα, αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει»), η δε κυβέρνηση (τότε ήταν πάλι από το κόμμα των Υδάτινων) επικοινώνησε με την ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία, επανεπιβεβαίωσε τη συμμετοχή και την πίστη της σ’ αυτή και κοινοποίησε αδιάσειστα στοιχεία για την προσωρινότητα και το μεμονωμένο των κεραυνών. Οι αρμόδιες αρχές και οι υπεύθυνοι ηγέτες της Συνομοσπονδίας πείστηκαν από τις εξηγήσεις χωρίς να ελέγξουν τα στοιχεία, αφού, όπως είπε ένας από αυτούς, «αν αρχίζαμε να ελέγχουμε δεν θα τελειώναμε ποτέ», ενώ, συμπλήρωσε κάποιος άλλος υψηλόβαθμος, «ως τώρα με τέτοια στοιχεία πορευόμασταν και μια χαρά τα πηγαίναμε». Κάποιος από το κόμμα των Χλωρόφυλλλων πήγε τότε να ψελλίσει ότι ίσως η έλλειψη ελέγχου να είχε κάποια σχέση με το γεγονός ότι, εκείνη την εποχή, στα περισσότερα δάση της Συνομοσπονδίας κυβερνούσαν κόμματα συγγενή με των δικών τους Υδάτινων, όμως, μέσα από το ίδιο του το κόμμα-οικογένεια, του διαμηνύθηκε διακριτικά να μην πολύ-επιμείνει, μιας και η ένταξη στη Συνομοσπονδία είχε γίνει την εποχή που κυριαρχούσαν οι ομοϊδεάτες των Χλωρόφυλλων. Κι έτσι ξαναγύρισαν όλα τα ζώα στη δουλειά, τη ξάπλα και το φαϊ (με διαφορετικές εντός κάθε κατηγορίας αναλογίες), ξεχάστηκαν τα περί κινδύνου (για «καμπανάκι» είχε κάνει λόγο η στριφνή Κουκουβάγια), διοργάνωσε μάλιστα εκείνη την εποχή το δάσος παγκόσμιους δασικούς αγώνες με τη συμμετοχή ζώων όχι μόνο από την Συνομοσπονδία αλλά και από όλα τα δάση του κόσμου (ο Κούνελος στέναξε λίγο, αλλά και αυτός είχε πειστεί ότι συνέβαλε στην μακροπρόθεσμη ανάπτυξη).

Λίγο καιρό μετά, κι ενώ οι αγώνες είχαν ομόθυμα χαρακτηριστεί «οι καλύτεροι όλων των εποχών» κι είχαν αφήσει πίσω τους, πέρα από την αναπόφευκτη τρύπα στο ταμείο του κυρίου Κούνελου, πολλά καινούργια μονοπάτια μέσα στο δάσος, καθώς και διάφορα μέρη για να αθλούνται τα ζώα σε αθλήματα που ούτε τα γνώριζαν ούτε τους ενδιέφεραν, το φαινόμενο των αστραπών επαναλήφθηκε, πιο έντονο και λιγότερο μεμονωμένο. Την πρώτη φορά που τους ξανάκουσαν, κάποια ζώα προσέτρεξαν τρομαγμένα στην Κουκουβάγια, τη δεύτερη την παρακάλεσαν να τους πει τι να κάνουν, την τρίτη της ζήτησαν να απευθυνθεί στον Λέοντα αρχηγό της φυλής των Υδάτινων και όλου του δάσους (οι φυλές άλλαζαν αλλά όχι η ανάθεση της αρχηγίας σε κάποιον λέοντα), την τέταρτη δε φορά, που συνοδεύτηκε και από αρκετές και αρκετά χοντρές στάλες βροχής, ζήτησαν να σταλεί πομπή στο αρχηγείο της ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας (το γεγονός ότι στον τόπο του αρχηγείου βρόνταγε και έβρεχε διαρκώς ούτε παραξένεψε ούτε πτόησε κανέναν). Της αντιπροσωπείας ηγήθηκε, φυσικά, ο Υδάτινος Λέων-Πρόεδρος, ο οποίος, αφού είχε φροντίσει να αποκλείσει με νομικά και άλλα επιχειρήματα (μερικά από τα οποία σχετίζονταν με τη χρήση των δοντιών του) τη συμμετοχή του αρχηγού ή έστω εκπροσώπου των Χλωρόφυλλων, επέστρεψε σχετικά σύντομα στο δάσος αναγγέλλοντας τα καλά νέα: η Συνομοσπονδία τους είχε διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και ότι η ζωή μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν, με λίγο μεγαλύτερη, ίσως, προσοχή στη διαχείριση του κυρίου Κούνελου.

Το κόμμα-οικογένεια που βρισκόταν στην εξουσία δεν θορυβήθηκε ιδιαίτερα, αποφάσισε όμως, καλού κακού, να αντικαταστήσει τον κύριο Κούνελο με κάποιον πιο ξεκούραστο στη διαχείριση του δασικού ταμείου. Επειδή δεν προσήλθαν πολλοί εθελοντές –οι καιροί άρχιζαν πια, έστω ανεπαισθήτως, να γίνονται πονηροί- εκλήθη και ανέλαβε η κυρία Αλεπού, πρώτο μέτρο της οποίας ήταν να πάρει αποστάσεις από την «εποχή Κούνελου» (παρότι κάποιος παρατήρησε ότι, τις καλές μέρες, η κυρία Αλεπού είχε επανειλημμένα επαινέσει τις γνώσεις και τις ικανότητες του κυρίου Κούνελου, τον είχε μάλιστα αποκαλέσει «δάσκαλο όλων μας»). Σημασία έχει ότι η αλλαγή συνοδεύτηκε από επιδείνωση των καιρικών φαινομένων και απειλών. Οι λιακάδες σχεδόν εξαφανίστηκαν, οι αστραπές και οι βροντές απέκτησαν μονιμότητα, οι βροχές έγιναν όλο και πιο συχνές και πιο ορμητικές και το κρύο δριμύ ακόμα και για τα πιο σκληραγωγημένα ζώα, σε εκείνη δε την περίοδο άρχισε να καταγράφεται το πρώτο κύμα φυγής μικρών ζώων σε πιο εύκρατα δάση και απόσυρσης καταθέσεων των μεγάλων ζώων από το ταμείο της κυρίας Αλεπούς προς ιδρύματα μακρινότερων και σκοτεινότερων δασών. Ο Υδάτινος Λέων-Πρόεδρος, πάντως, συνέχισε να θεωρείται ο καταλληλότερος για την αντιμετώπιση της κατάστασης, ιδίως λόγω επανειλημμένων καθησυχαστικών διαβεβαιώσεων προς τα ζώα του δάσους με τη χρήση σχημάτων λόγου δανεισμένων από το ανθρώπινο βασίλειο («όπου υπάρχει βούληση υπάρχει λύση»,  «ο θωρακισμένος δεν φοβάται τα τανκς», «κανείς δεν αφήνει μόνο του αυτόν που έδωσε τα φώτα στην ανθρωπότητα»). Τα ζώα του δάσους, από την πλευρά τους, κάτι άρχισαν να νιώθουν στον αέρα (ευτυχώς δεν είχαν καταφέρει να τους εξανθρωπίσουν τελείως τα χρόνια της ευημερίας), η διαρκής υγρασία, το σκοτάδι και η αναταραχή άρχισαν να επηρεάζουν την ψυχολογία τους, με δυο λόγια οι καιροί άλλαζαν, έστω και αν δεν το παραδέχονταν οι ηγεσίες.

Αυτή η μεταστροφή συνοδεύτηκε από δύο ειδών αντιδράσεις, που πέρασαν τότε μάλλον απαρατήρητες, και πάντως ασχολίαστες (ο Τύπος του δάσους ασχολιόταν σχεδόν αποκλειστικά με τις συνωμοσίες που είχαν αρχίσει να εξυφαίνονται στο εσωτερικό των δύο κομμάτων-οικογενειών), αργότερα όμως οι ιστορικοί του δάσους τις κατέταξαν στις «αποκαλυπτικές των νέων διακυβευμάτων» (το τέλος της ευημερίας συνέπεσε, κι εδώ, με αύξηση του βερμπαλισμού). Πρόκειται αφενός για την αύξηση των επιθέσεων των μεγάλων ζώων στα μικρά (για «ρήξη του κοινωνικού ιστού» έκαναν λόγο οι δημοσιολόγοι του δάσους) και αφετέρου για την  εμφάνιση του λεγόμενου κινήματος «πνευματικής αντίστασης», πρώτα από τα πουλιά και, στη συνέχεια, κι από άλλα είδη και ράτσες ζώων. Τα δυο φαινόμενα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αντιφατικά, ήταν όμως στην πραγματικότητα συμπληρωματικά. Μια κατηγορία ζώων, η μεγαλύτερη και ισχυρότερη, μπροστά στη γενική επιδείνωση της κατάστασης, άφηνε ανεξέλεγκτο το ένστικτο της επιβίωσης, δηλαδή της επίθεσης στους πιο αδύναμους (αυτά τα ζώα, χωρίς να το ξέρουν, έδειχναν το δρόμο αλλά και μιμούνταν τους μεγάλους τους εχθρούς, τους ανθρώπους), ενώ μια άλλη κατηγορία, που θα μπορούσαμε να την πούμε «φωτισμένων», αν η λέξη δεν είχε αποκτήσει τέτοια αρνητική φόρτιση από τις αστραπές που πλέον αποτελούσαν μόνιμο ντεκόρ για τις μέρες και τις νύχτες του δάσους, επέλεξε την «φυγή προς τα εμπρός» (άλλη έκφραση του συρμού στον Τύπο και στην ασθενική δασική διανόηση). Την ιδέα του κινήματος είχε η Κουκουβάγια, που γρήγορα παραχώρησε τη θέση της στην πιο κοτσονάτη και λαϊκή Πέρδικα, που με τη σειρά της σκέφτηκε και οργάνωσε ανοιχτές εκδηλώσεις – συζητήσεις ζώων, συνήθως αλλά όχι μόνον περίεργων, άστεγων, καταφρονεμένων. Η θεματολογία περιστρεφόταν γύρω από την «κρίση» (όπως τότε πρωτοάρχισε να λέγεται) αλλά και γύρω από την «υπέρβασή» της (άλλη λέξη που χρησιμοποιήθηκε ως την απόλυτη φθορά, ώσπου έφτασε να απαγορευτεί από τους σωτήρες του δάσους).

Χωρίς να αποκτήσουν ποτέ οργανωμένα χαρακτηριστικά, τόσο η διαπάλη μεταξύ των δύο τάσεων, όσο και η εξάπλωση της «πνευματικής αντίστασης», διαμόρφωσαν για ένα μικρό διάστημα τη ζωή και τις συνήθειες του δάσους. Η εποχή αυτή συνέπεσε με το φυσικό φαινόμενο της «κατακλυσμιαίας ξηρασίας» (ατέλειωτες βροχές που τις διαδέχονταν μέρες καυτού ήλιου), έτσι ώστε σταμάτησε σιγά- σιγά κάθε παραγωγική δραστηριότητα στο δάσος. Εκείνο τον καιρό «η ψυχολογία ήταν το παν», όπως είπε κάποιος χρονικογράφος (και δεν εννοούσε μόνο την οικονομία του δάσους), «τρώγαμε τις σάρκες μας», όπως τόλμησε, στα όρια του καλού γούστου, κάποιος άλλος (προφανώς υποστηρικτής της τάξης των ισχυρών ζώων), «πιστεύαμε ακόμα στις δυνάμεις μας», όπως ονόμασε, αργότερα, το χρονικό κείνων των ημερών η Πέρδικα. Σημασία έχει ότι τα ζώα είχαν όλα εμπεδώσει την αλλαγή και το βάθος της, δεν στρέφονταν, όμως, πια στην εξουσία (ο Υδάτινος Λέων-Πρόεδρος είχε πάψει να εμφανίζεται, ο Χλωρόφυλλος Λέων -πρόεδρος εν αναμονή εμφανιζόταν αλλά δεν πολυακουγόταν), αλλά, αταβιστικά, στους εαυτούς τους ή στις άτυπες ομάδες των «ισχυρών» και των «πνευματικών».

Τότε, μαζί με την αναγγελία της κυρίας Αλεπούς ότι «ο λογαριασμός του δάσους δεν βγαίνει», λήφθηκε η απόφαση που έμελλε να αλλάξει τα πάντα. Ο Υδάτινος Λέων Πρόεδρος παρέδωσε την εξουσία στον Χλωρόφυλλο Λέοντα-Πρόεδρο κι εκείνος, μπροστά στο μέγεθος των προβλημάτων, ζήτησε (όχι αμέσως, αλλά αυτό ακόμα συζητείται στο δάσος αν ήταν καλό) βοήθεια από τη Συνομοσπονδία. Είναι μάλλον τυχαίο, αλλά στην πρώτη επίσκεψη αντιπροσωπείας της Συνομοσπονδίας στο δάσος (επειδή την αποτελούσαν ένα τρ-υγόνι, ένας ι-πποπόταμος και μία κα-μηλοπάρδαλη, ο Τύπος του δάσους την ονόμασε όπως ξέρουμε ότι την ονόμασε) ξέσπασε μεγάλη φωτιά, που κάποιοι θεώρησαν οιωνό. Η αντιπροσωπεία επισκέφτηκε πρώτα την κυρία Νυφίτσα, που είχε αντικαταστήσει την κυρία Αλεπού στην ηλεκτρική καρέκλα του δασικού ταμία, μετά τους άλλους νέους αξιωματούχους, στο τέλος παλιά και νέα μονοπάτια και κατοικίες του δάσους (αρκετές καμένες από την πρόσφατη φωτιά και ακόμα περισσότερες χωρίς άδεια) και διαμόρφωσε την ετυμηγορία της: θα βοηθούσαν στη σωτηρία του δάσους με τον όρο τη σωτηρία να την επιβάλλουν εκείνοι. Ο νέος Λέων-Πρόεδρος συγκατάνευσε, παρακάλεσε μάλιστα έναν ιστορικό υποστηρικτή του, με ιδιαίτερο κύρος στα χαμηλότερα λαϊκά στρώματα, να βγει στα μέσα ενημέρωσης και να δηλώσει από προσωπική εμπειρία «ότι όταν σου χαρίζουνε ένα γάιδαρο, δεν τον κοιτάς στα δόντια». Τρομαγμένα από τα φυσικά φαινόμενα, τους οιωνούς και τις βεβαιότητες της ηγεσίας τους, τα ζώα δέχτηκαν τη νέα κατάσταση, σαν ένα άλλο φυσικό φαινόμενο.

Η νέα κατάσταση δεν άλλαξε τόσο το δάσος, όσο τη ζωή στο δάσος. Η Συνομοσπονδία διαμόρφωσε και επέβαλε μια σειρά μέτρων, που, επειδή κανείς δεν μπορούσε να θυμάται, τους έδωσαν ένα όνομα που είχε σχέση με τη μνήμη.  Ένα από τα πρώτα μέτρα εντός του «πακέτου» (λέξη-απομεινάρι ευτυχέστερων καιρών) ήταν η απαγόρευση εκδηλώσεων του τύπου της «πνευματικής αντίστασης», με την αιτιολογία ότι «αποπροσανατολίζει από τον εθνικό σκοπό της ανόρθωσης». Κάποια ζώα αντέδρασαν, διαμαρτυρήθηκαν μάλιστα (η λέξη «αγανάκτηση» έκανε για λίγο την εμφάνιση της στα πρωτοσέλιδα του δασικού Τύπου), σύντομα όμως όλοι κουράστηκαν, οι μεν ήταν αδύναμοι (έπεα πτερόεντα, κατά κυριολεξία), οι δε είχαν πολλά να χάσουν αλλά και να κερδίσουν (και στους καιρούς της κρίσης υπάρχουν κερδισμένοι, μόνο που είναι λιγότεροι και πιο γνωστοί), όλοι ήταν φοβισμένοι, η σωτηρία είναι πάντα γλυκιά λέξη, ιδίως όταν την ευθύνη της έχει κάποιος άλλος. Η κατάσταση έγινε όπως την ξέρουμε σήμερα: η Συνομοσπονδία σώζει, το δάσος είναι όλο και λιγότερο πράσινο, όλο και πιο σιωπηλό.

Το έτος 2035, που όλοι λένε ότι όλα θα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο, δεν είναι πολύ μακριά –και πάντως ως τότε η Κουκουβάγια θα έχει σίγουρα φύγει για τον ουρανό των ανέστιων πουλιών.


Για την αντιγραφή

Κώστας Μποτόπουλος
 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...