Θα μπορούσαμε, θα ρωτήσει ο καλόπιστος αναγνώστης, να είχαμε ξεφύγει από το φαύλο κύκλο της συμπλήρωσης ενός φόβου για το παρόν και το μέλλον με μια αηδία για το παρελθόν; Από τη στιγμή που, δυστυχώς αλλά διόλου πρωτοτύπως, τα λογής οικονομικά και ηθικά σκάνδαλα αποτελούν το κάδρο της πολιτικής ζωής μας και νέα επεισόδια σε παλιά σίριαλ έρχονται διαρκώς στην επιφάνεια, θα ήταν άραγε εφικτό, αλλά και δημοκρατικό, να κάνουμε σα να μην υπήρχαν και σα να μην τα βλέπαμε; Ασφαλώς όχι. Αν κάτι είναι στραβό, είναι ο τρόπος διερεύνησης και η επιρροή στη δημόσια συζήτηση και όχι η εξέταση καθεαυτή. Ο τρόπος διερεύνησης: θεσμικά μεν από κοινοβουλευτικές επιτροπές με ειδικές (παρακωλυτικές) διαδικασίες και κύριο μέλημα τον εντυπωσιασμό, εξωθεσμικά δε από παντοειδή τηλε-δικαστήρια και μια φρενιασμένη, ανεξέλεγκτη και ανώνυμη μπλογκόσφαιρα. Όλα αυτά στρέφουν τη δημόσια συζήτηση στο κουτσομπολιό, τις άχρηστες λεπτομέρειες, τη σεναριολογία και τη γενίκευση, συσκοτίζοντας αφενός τα πραγματικά γεγονότα και την απόδοση των ευθυνών και βαραίνοντας αφετέρου το ήδη ζοφερό κλίμα της δημόσιας ζωής.
Ο Τύπος έχει ασφαλώς μερίδιο ευθύνης. Οι πολίτες που δεν αντιστέκονται, επίσης. Οι πολιτικοί, που σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτούν τον Τύπο και αποκοιμίζουν τους πολίτες, ακόμα μεγαλύτερο. Όμως και η κυβέρνηση βάζει, έμμεσα, το λιθαράκι της. Καθυστερώντας διαρκώς την εκπόνηση ενός δημιουργικού σχεδίου, μη απορροφώντας αποτελεσματικά τη συμβολή των υγιών κοινωνικών δυνάμεων, προτιμώντας συχνά την ξύλινη γλώσσα της πολιτικής από την αυθεντική κραυγή της εθνικής ανάγκης, προσφέροντας περισσότερα από όσα σηκώνει η στιγμή παραδείγματα αμηχανίας και διγλωσσίας, κάθε άλλο παρά αποτρέπει τη μετατροπή της σπερμολογίας και της σκανδαλολογίας σε πανικό και απελπισία. Και αυτό είναι το τελευταίο που χρειάζεται, ή που μπορεί να αντέξει, η χώρα.

Social Media