Kαταπολέμηση της Διαφθοράς

14 Ιουλίου 2008


ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ

Σύμφωνα με τα πορίσματα δικαστικών ερευνών που διεξάγονται σε διάφορες χώρες εντός και εκτός ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, αποκαλύπτεται ότι η εταιρεία SIEMENS εμπλέκεται σε σειρά σκανδάλων δωροδοκίας πολιτικών προσώπων και στελεχών οργανισμών με στόχο την ανάληψη δημοσίων έργων και προμηθειών.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει αναλάβει σημαντικές δράσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς μέσω της υιοθέτησης δεσμευτικών κειμένων όπως η Σύμβαση για θέματα αστικού δικαίου περί διαφθοράς (4.XΙ.1999) καθώς και η Σύμβαση για θέματα ποινικού δικαίου περί διαφθοράς (27.Ι.1999), οι οποίες έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

H Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης υιοθέτησε επίσης, στις 3 Απρίλιου 2003, Σύσταση προς τα κράτη μέλη για τη θέσπιση κοινών κανόνων κατά της διαφθοράς όσον αφορά συγκεκριμένα τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και των προεκλογικών τους εκστρατειών. Bασικός στόχος της εν λόγω Σύστασης είναι η διασφάλιση της διαφάνειας στη χρηματοδότηση των κομμάτων και η υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε χρηματοδότηση δεν θα υπονομεύει την ανεξαρτησία που οφείλουν να έχουν τα πολιτικά κόμματα. Προβλέπεται ειδικότερα η λήψη μέτρων εκ μέρους των κρατών μελών για την αποφυγή της μυστικής χρηματοδότησης και η υποχρέωση λογιστικής καταγραφής όλων των συνεισφορών που λαμβάνουν τα κόμματα από νομικά πρόσωπα ή εταιρείες.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφθορά σχετίζεται συχνά με την ανάληψη δημοσιών έργων ή προμηθειών που χρηματοδοτούνται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ερωτάται η Επιτροπή:

- Θεωρεί ότι το υπάρχον κοινοτικό νομικό πλαίσιο επαρκεί για την καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων;

- Σκοπεύει να αναλάβει νομοθετική ή άλλη πρωτοβουλία, αντίστοιχη με εκείνη του Συμβουλίου της Ευρώπης, προκειμένου να υπάρξει ουσιαστική και αποτελεσματική αντιμετώπιση σε επίπεδο ΕΕ της διαφθοράς σε σχέση με τη χρηματοδότηση των κομμάτων;

 

Απάντηση της κας Wallström εξ ονόματος της Επιτροπής

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα πολιτικά κόμματα αποτελούν σημαντικά μέσα μιας εύρυθμης δημοκρατίας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο συντελούν στη δημιουργία ευρωπαϊκής συνείδησης και στην έκφραση της πολιτικής βούλησης των πολιτών της Ένωσης. Εντούτοις, το άρθρο 191 της συνθήκης ΕΚ απονέμει αρμοδιότητα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μόνον όσον αφορά «το καθεστώς των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να προτείνει νομοθεσία ή άλλα μέτρα σχετικά με τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων σε εθνικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2004 / 2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το καθεστώς και τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο(1) καθορίζει κανόνες σχετικά με τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το άρθρο 6 του συγκεκριμένου κανονισμού προβλέπει κανόνες που αφορούν τη διαφάνεια των πόρων που λαμβάνονται από τα συγκεκριμένα κόμματα και, ειδικότερα, την υποχρέωση να «δηλώνουν τις πηγές της χρηματοδότησής τους καταρτίζοντας κατάλογο των δωρητών και των δωρεών εκάστου, εξαιρέσει των δωρεών που δεν υπερβαίνουν τα 500 ευρώ».

Επιπλέον, το ίδιο άρθρο ορίζει ότι τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν πρέπει να δέχονται ανώνυμες δωρεές ή δωρεές προερχόμενες από οιαδήποτε επιχείρηση στην οποία οι δημόσιες αρχές μπορούν να ασκήσουν, άμεσα ή έμμεσα, δεσπόζουσα επιρροή λόγω κυριότητας, οικονομικής συμμετοχής η των κανόνων που τη διέπουν, συμπεριλαμβανομένων επιχειρήσεων αυτού του είδους προερχόμενων από τρίτες χώρες.

Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει εξίσου να σημειωθεί ότι η οδηγία 2005/60/ΕΚ(2) σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας με σκοπό τη συμβολή στην καταπολέμηση της διαφθοράς, αξιώνει από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιδεικνύουν ιδιαίτερη επιμέλεια όσον αφορά τα «πολιτικά εκτεθειμένα πρόσωπα». Σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πρέπει κυρίως να λαμβάνουν μέτρα για να εξακριβώνεται η πηγή του πλούτου και η προέλευση των κεφαλαίων των συγκεκριμένων πελατών.

Πέραν αυτού, πρέπει να προστεθεί ότι το κοινοτικό δίκαιο για τις δημόσιες συμβάσεις προβλέπει εξίσου διατάξεις σχετικά με τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται το Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου. Ειδικότερα, οι κοινοτικές οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις (Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών(3) και Οδηγία 2004/17/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών (4)) προβλέπουν την υποχρέωση των συμβαλλομένων αρχών να αποκλείουν από τη συμμετοχή σε δημόσια σύμβαση τους υποψηφίους ή προσφέροντες εις βάρος των οποίων υπάρχει οριστική καταδικαστική απόφαση, γνωστή στην αναθέτουσα αρχή, για έναν ή περισσότερους από τους λόγους που απαριθμούνται κατωτέρω. Οι αναφερόμενοι λόγοι είναι: α) συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 της κοινής δράσης της 98/773/ΔΕΥ του Συμβουλίου(5)∙ β) δωροδοκία, όπως αυτή ορίζεται αντίστοιχα στο άρθρο 3 της πράξης του Συμβουλίου της 26ης Μαΐου 1997(6) και στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της κοινής δράσης 98/742/ΔΕΥ του Συμβουλίου(7)∙ γ) απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 1 της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων∙ δ) νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 91/308/EOK του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1991, για την πρόληψη χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες(8).

Τέλος, όσον αφορά την καταπολέμηση της δωροδοκίας, η ευρωπαϊκή πολιτική στο συγκεκριμένο τομέα στηρίζεται σε διάφορα μέσα. Όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, υπάρχει η απόφαση-πλαίσιο αριθ. 2003/568/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα(9). Όσον αφορά τη δωροδοκία στο δημόσιο τομέα, το νομοθετικό μέσο που διαθέτει η ΕΕ είναι η σύμβαση του 1997 Σύμβαση περί της καταπολέμησης της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (10). Το νομοθετικό μέσο στοχεύει στην ποινικοποίηση κάθε πράξης δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά το γεγονός ότι η έννοια του εθνικού υπαλλήλου δε συμπεριλαμβάνει αυτόματα τα μέλη του Κοινοβουλίου, τους υπουργούς ή τα μέλη των ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων, η συγκεκριμένη διάταξη δεν αποκλείει ότι οποιοδήποτε κράτος μέλος μπορεί να επεκτείνει τον ορισμό του εθνικού υπαλλήλου σε μια ή περισσότερες κατηγορίες αυτών των προσώπων.

Τα μέσα υπάρχουν κατά συνέπεια αλλά η πραγματική εφαρμογή τους παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάληψη νέων νομοθετικών πρωτοβουλιών δεν είναι προς το παρόν ούτε ενδεδειγμένη ούτε αναγκαία.

(1) ΕΕ L 297 της 15.11.2003, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1524/2007 (ΕΕ L 343 της 27.12. 2007). (2) Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005 , σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας , ΕΕ L 309 της 25.11.2005. (3) ΕΕ L 134 της 30.4.2004. (4) ΕΕ L 134 της 30.4.2004. (5) 98/733/ΔΕΥ: Κοινή δράση της 21ης Δεκεμβρίου 1998 που θεσπίστηκε από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με το αξιόποινο της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕ L 351 της 29.12.1998. (6) Πράξη του Συμβουλίου της 26ης Ιουλίου 1995 για την κατάρτιση της σύμβασης σχετικά με τη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΕΕ C 316 της 27.11.1995. (7) 98/742/ΔΕΥ: Κοινή δράση της 22ας Δεκεμβρίου 1998 που θεσπίζεται από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου Κ.3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, ΕΕ L 358 της 31.12.1998. (8) ΕΕ L 166 της 28.6.1991. (9) ΕΕ L 192 της 31.7.2003. (10) ΕΕ C 195 της 25.6.1997.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...