Tροποποίηση του άρθρου 121

ΕΚΘΕΣΗ

24.7.2008



<Titre>σχετικά με την τροποποίηση του άρθρου 121 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

 

</Titre>

<Commission>{AFCO}Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων</Commission>

Εισηγητής: Κώστας Μποτόπουλος

 



ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με την τροποποίηση του άρθρου 121 του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

 

 

(2007/2266(REG))

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

–      έχοντας υπόψη την επιστολή του Προέδρου της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων με ημερομηνία 26 Σεπτεμβρίου 2007,

–      έχοντας υπόψη τα άρθρα 201 και 202 του Κανονισμού του,

–      έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων (A6‑0324/2008),

1.     αποφασίζει να επιφέρει την ακόλουθη τροποποίηση στον Κανονισμό του·

2.     υπενθυμίζει ότι η εν λόγω τροποποίηση τίθεται σε ισχύ την πρώτη ημέρα της προσεχούς περιόδου συνόδου·

3.     αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση, προς ενημέρωση, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.

<RepeatBlock-Amend><Amend>Τροπολογία  <NumAm>1</NumAm>

<DocAmend>Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου</DocAmend>

<Article>Άρθρο 121 – παράγραφος 3α (νέα)</Article>

 

Ισχύον κείμενο

Τροπολογία

 

3α. Ο Πρόεδρος υποβάλλει  παρατηρήσεις ή παρεμβαίνει εξ ονόματος του Κοινοβουλίου στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια επιτροπή.

 

Εάν ο Πρόεδρος προτίθεται να απομακρυνθεί από τη σύσταση της αρμόδιας επιτροπής, ενημερώνει σχετικά την επιτροπή και παραπέμπει το θέμα στη Διάσκεψη των Προέδρων, εκθέτοντας τους λόγους του.

 

Εάν η Διάσκεψη των Προέδρων εκτιμά ότι, κατ' εξαίρεση, το Κοινοβούλιο δεν πρέπει να υποβάλει παρατηρήσεις, ή να παρέμβει ενώπιον του Δικαστηρίου όταν αμφισβητείται η ισχύς μιας πράξης του Κοινοβουλίου, το θέμα παραπέμπεται αμελλητί στην ολομέλεια.

 

Σε επείγουσες περιπτώσεις, ο Πρόεδρος μπορεί να ενεργήσει προληπτικά προκειμένου να συμμορφωθεί με τις προθεσμίες που έχει ορίσει το Δικαστήριο. Στις περιπτώσεις αυτές, η διαδικασία που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται όσο το δυνατόν ενωρίτερα.

 

Ερμηνεία:

Τίποτε στον Κανονισμό δεν εμποδίζει την αρμόδια επιτροπή να λάβει τα κατάλληλα διαδικαστικά μέτρα για την έγκαιρη διαβίβαση της σύστασής της σε επείγουσες περιπτώσεις.

 

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

1.             Με επιστολή της 26ης Σεπτεμβρίου 2007, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων υπέβαλε πρόταση προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής Συνταγματικών Υποθέσεων σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 121 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου. Στην επιστολή του, ο κ. Gargani κάλεσε την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων να διευκρινίσει κατά πόσο το άρθρο αυτό, και ειδικότερα η παράγραφος 3, αφορά μόνο προσφυγές που ασκεί το Κοινοβούλιο ενώπιον του Δικαστηρίου ή εάν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να καλύπτει περιπτώσεις στις οποίες το Κοινοβούλιο υποβάλλει παρατηρήσεις στο Δικαστήριο ή παρεμβαίνει σε μια διαδικασία.

 

2.             Το άρθρο 121 ("Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων") ορίζει τα εξής:

 

                1. Το Κοινοβούλιο εξετάζει την κοινοτική νομοθεσία και τα εκτελεστικά μέτρα εντός των προθεσμιών που τάσσουν οι Συνθήκες και ο Οργανισμός του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για άσκηση προσφυγής των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και φυσικών ή νομικών προσώπων, με σκοπό τη διασφάλιση της πλήρους τηρήσεως των συνθηκών, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα του Κοινοβουλίου.

 

                2. Η αρμόδια επιτροπή υποβάλλει, εν ανάγκη προφορικώς, έκθεση στο Κοινοβούλιο όταν έχει υπόνοιες ότι παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο.

 

                3. Ο Πρόεδρος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξ ονόματος του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με σύσταση της αρμόδιας επιτροπής.

 

                Μπορεί να υποβάλει στην κρίση της Ολομέλειας, στην αρχή της επόμενης περιόδου συνόδου, την απόφαση σχετικά με την επικύρωση της προσφυγής. Εάν η Ολομέλεια απορρίψει στην πλειοψηφία της την προσφυγή, ο Πρόεδρος την αποσύρει.

               

                Εάν ο Πρόεδρος ασκήσει προσφυγή παρά την αντίθετη σύσταση της αρμόδιας επιτροπής, υποβάλλει στην κρίση της Ολομέλειας, στην αρχή της επόμενης περιόδου συνόδου, την απόφαση σχετικά με την επικύρωση της προσφυγής.

 

                ΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ

 

3.             Το άρθρο 121 φέρει τον τίτλο "Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων", ενώ η παράγραφος 3 αναφέρεται ρητά σε "προσφυγή", την οποία ασκεί το Πρόεδρος εξ ονόματος του Κοινοβουλίου. Το άρθρο 121 παράγραφος 3 εφαρμόζεται συνεπώς, όταν το Κοινοβούλιο κινεί μια διαδικασία. Στην περίπτωση αυτή, ο Πρόεδρος ενεργεί βάσει σύστασης της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων. Εάν ο Πρόεδρος αποφασίσει να μην ακολουθήσει την εν λόγω σύσταση, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στην ολομέλεια για τη λήψη οριστικής απόφασης, μολονότι αυτός έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει προληπτικά.

 

4.             Εάν το Κοινοβούλιο είναι καθού η προσφυγή σε μια διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι ο Πρόεδρος οφείλει να υπερασπίσει τη θέση του Κοινοβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 4 του Κανονισμού, το οποίο του παραχωρεί ρητώς την εξουσία να εκπροσωπεί το Κοινοβούλιο σε δικαστικές υποθέσεις.

 

5.             Υπάρχουν επίσης και άλλα είδη διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο των οποίων το Κοινοβούλιο μπορεί να έχει συμφέρον να παρέμβει ή να υποβάλλει παρατηρήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου.  Αυτό ισχύει στην περίπτωση των προδικαστικών αποφάσεων όπου αμφισβητείται η ισχύς μιας νομοθετικής πράξης, ιδίως όταν η πράξη αυτή έχει εγκριθεί από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική, στις περιπτώσεις αυτές πραγματοποιείται διαβούλευση με την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων όσον αφορά τη σκοπιμότητα της υποβολής παρατηρήσεων στο Δικαστήριο, ο δε Πρόεδρος του Κοινοβουλίου λαμβάνει την οριστική απόφαση σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που του έχουν εκχωρηθεί δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 4.

 

6.             Στην προμνημονευθείσα επιστολή, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων προτείνει να ερμηνευθεί το άρθρο 121 παράγραφος 3 κατά τέτοιο τρόπο που να καλύπτει όχι μόνο τις προσφυγές που ασκεί το Κοινοβούλιο αλλά και την υποβολή παρατηρήσεων και την άσκηση παρέμβασης σε μια διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.  Στην πράξη αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα, σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ του Προέδρου και της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, ο Πρόεδρος να πρέπει να παραπέμψει στην ολομέλεια όχι μόνο την απόφαση για τη διατήρηση της προσφυγής αλλά και την απόφαση για την τυχόν υποβολή παρατηρήσεων ή την παρέμβαση στη διαδικασία.  Κατά την άποψη της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων, μια τέτοια ερμηνεία θα εδικαιολογείτο από το γεγονός ότι στην αγγλική και γερμανική εκδοχή του άρθρου 121 ο γενικός όρος "διαδικασία" χρησιμοποιείται στον τίτλο (σε αντίθεση με το γαλλικό κείμενο και άλλες γλωσσικές εκδοχές που κάνουν λόγο για "προσφυγή").

 

                ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΣΗΓΗΤΗ

 

7.             Ο εισηγητής πιστεύει ότι η σύγχυση που προκαλείται από τις διάφορες γλωσσικές εκδοχές του τίτλου του άρθρου 121 ("proceedings", " Verfahren", "recours", "ricorsi" κ.λπ.) δεν αφορά την παράγραφο 3, στην οποία ο αγγλικός όρος "action"  μεταφράζεται σε όλες τις γλώσσες κατά ενιαίο τρόπο ("Klage", "recours", "ricorso", κ.λπ.). Επιπλέον πρέπει να τονισθεί ότι το άρθρο 121 ορίζοντας στις δύο πρώτες παραγράφους του ότι "Το Κοινοβούλιο εξετάζει την κοινοτική νομοθεσία και τα εκτελεστικά μέτρα .....με σκοπό τη διασφάλιση της πλήρους τηρήσεως των συνθηκών, ιδίως όσον αφορά τα δικαιώματα του Κοινοβουλίου" και ότι "Η αρμόδια επιτροπή υποβάλλει, εν ανάγκη προφορικώς, έκθεση στο Κοινοβούλιο όταν έχει υπόνοιες ότι παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο", αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες το Κοινοβούλιο αποφασίζει να κινήσει μια διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως μια προσφυγή επί ακυρώσει, προκειμένου να υπερασπίσει τις προνομίες του ή να διασφαλίσει τη συμβατότητα της κοινοτικής νομοθεσίας με τις συνθήκες.

 

8.             Για τους λόγους αυτούς, ο εισηγητής φρονεί ότι δεν δικαιολογείται η διεύρυνση της σημασίας του τεχνικού όρου "προσφυγή" ("recours", " Klage", "ricorso", κ.λπ.), που χρησιμοποιείται στο άρθρο 121 παράγραφος 3, εξ αιτίας και μόνο του γεγονότος ότι σε ορισμένες γλωσσικές εκδοχές του τίτλου του άρθρου 121 ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με μια ευρύτερη σημασία. Καθώς είναι σαφές ότι το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 3 περιορίζεται σε "προσφυγές" που ασκεί το Κοινοβούλιο, δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί διασταλτικά προκειμένου να συμπεριλάβει υποβολή παρατηρήσεων και παρεμβάσεις, δεδομένου ότι πρόκειται για περιπτώσεις διαφορετικής φύσεως.

 

9.             Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένας νόμιμος λόγος για τη θέσπιση μιας ειδικής διαδικασίας, με βάση την οποία μπορεί να αποφασισθεί εάν το Κοινοβούλιο σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ του Προέδρου και της αρμόδιας επιτροπής θα πρέπει να υποβάλλει στο Δικαστήριο παρατηρήσεις ή να παρέμβει στη διαδικασία.  Αναγνωρίζεται γενικώς ότι το Κοινοβούλιο, αφ' ής στιγμής έχει εγκρίνει μια νομοθετική πράξη, έχει την υποχρέωση να υπερασπισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το κύρος της νομοθετικής αυτής πράξης.  Η αρχή αυτή κατοχυρώνεται σε μια επιστολή του Προέδρου της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων και Δικαιωμάτων των Πολιτών, κ. Willy de Clercq, με ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1997 προς τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κ. José Maria Gil-Robles.  Στην επιστολή αυτή καθορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να τηρεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όταν αποφασίζει εάν θα υποβάλει παρατηρήσεις στο πλαίσιο μιας προδικαστικής παραπομπής. Σύμφωνα με την αρχή αυτή το Κοινοβούλιο πρέπει να υποβάλλει παρατηρήσεις όταν στο πλαίσιο μιας προδικαστικής παραπομπής αμφισβητείται το νομικό κύρος μιας νομοθετικής πράξης που έχει εγκριθεί με συναπόφαση και όχι όταν η διαδικασία αφορά την ερμηνεία μιας νομοθετικής πράξης.

 

10.           Ο εισηγητής γνωρίζει ωστόσο δύο υποθέσεις στις οποίες η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων συνέστησε στον Πρόεδρο να μην υπερασπίσει ενώπιον του Δικαστηρίου την ισχύ μιας πράξης που εκδόθηκε με συναπόφαση.  Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, ο Πρόεδρος αποφάσισε να ενεργήσει κατά τρόπο που ήταν αντίθετος με τη σύσταση της αρμόδιας επιτροπής:

 

                - Το 1999, ο Πρόεδρος José Maria Gil-Robles αποφάσισε να υποβάλει παρατηρήσεις στο Δικαστήριο προκειμένου να υπερασπισθεί τη νομιμότητα της οδηγίας 98/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Ιουλίου 1998 σχετικά με την προσέγγιση  των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με τη διαφήμιση και την προώθηση των προϊόντων καπνού.

 

                - Το 2005, ο Πρόεδρος Josep Borrell-Fontelles αποφάσισε να υπερασπίσει ενώπιον του Δικαστηρίου την ισχύ της οδηγίας 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Δεκεμβρίου 2001 για την τροποποίηση της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με την αποτροπή της χρήσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος με στόχο τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

 

11.           Και στις δύο περιπτώσεις, η απόφαση του Προέδρου ήταν αποτέλεσμα της πάγιας τακτικής που συνίστατο στην υπεράσπιση του κύρους μιας νομοθετικής πράξης που έχει εκδοθεί με συναπόφαση σύμφωνα με τα κριτήρια που έχει θεσπίσει η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων. Πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι η παράγραφος 3 του άρθρου 121 είχε ήδη τεθεί σε ισχύ στη δεύτερη υπόθεση, ο Πρόεδρος δεν ζήτησε από την ολομέλεια να επικυρώσει την απόφασή του· η παράγραφος αυτή ερμηνεύθηκε ορθώς δεδομένου ότι αναφερόταν μόνο σε "προσφυγές" που άσκησε ο Πρόεδρος εξ ονόματος του Κοινοβουλίου.

 

12.           Ο εισηγητής δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει το νομικό συλλογισμό βάσει του οποίου η αρμόδια επιτροπή αποφάσισε να συστήσει στον Πρόεδρο να μην υποβάλει παρατηρήσεις στις ανωτέρω υποθέσεις. Πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο οφείλει, για λόγους αρχής, να υπερασπίζει το κύρος των πράξεών του σε υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το τεκμήριο της νομιμότητας και την αρχή της πιστής συνεργασίας με τον έτερο συννομοθέτη (δηλαδή το Συμβούλιο).

 

13.           Ο εισηγητής θεωρεί ωστόσο ότι ενδέχεται να υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να υποστηρίξει μια θέση διαφορετική από εκείνη που υποστήριξε στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης, υπό την προϋπόθεση ότι έχει λάβει χώρα μια σημαντική μεταβολή των νομικών περιστάσεων (π.χ. αναθεώρηση της Συνθήκης, έναρξη ισχύος του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, νομολογία), η οποία ενδέχεται να καθιστά μια πράξη ασυμβίβαστη με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης.  Μια τέτοια πράξη θα παρέμενε σε ισχύ όπως εγκρίθηκε με βάση το προηγούμενο νομικό πλαίσιο, το Κοινοβούλιο ωστόσο, μη διαθέτοντας δικαίωμα πρωτοβουλίας, δεν θα ήταν σε θέση να την τροποποιήσει προκειμένου να την καταστήσει συμβατή με τις νέες νομικές συνθήκες.  Μπορεί να υποστηριχθεί ότι στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, το Κοινοβούλιο νομιμοποιείται να αποφασίσει να μην υποβάλλει παρατηρήσεις στο Δικαστήριο ή να μην παρέμβει στη διαδικασία. [1]

 

14.           Λαμβανομένου υπόψη ότι ο Κανονισμός δεν ρυθμίζει σήμερα το ζήτημα της εσωτερικής διαδικασίας που πρέπει να ακολουθεί το Κοινοβούλιο όταν αποφασίζει εάν είναι σκόπιμο να ενεργήσει υποβάλλοντας παρατηρήσεις στο Δικαστήριο ή παρεμβαίνοντας στη διαδικασία, ο εισηγητής φρονεί ότι υπάρχουν δύο ζητήματα επί των οποίων πρέπει να τοποθετηθεί η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων. Πρώτον: είναι άραγε προτιμότερο να επιλυθεί το πρόβλημα μέσω ερμηνείας επιβεβαιώνοντας συνεπώς απλώς ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δικαιούται, σύμφωνα με την υφιστάμενη πρακτική, να αποφασίσει αντίθετα προς τη σύσταση της αρμόδιας επιτροπής; Και δεύτερον: εάν εθεωρείτο προτιμότερο να ρυθμιστεί το ζήτημα μέσω της συμπλήρωσης του άρθρου 121, σε ποιό όργανο και βάσει ποίας διαδικασίας θα έπρεπε να χορηγηθεί το δικαίωμα απόφασης;

 

                ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

15.           Ο εισηγητής επιθυμεί να επαναλάβει ότι το Κοινοβούλιο προκειμένου να τηρήσει την αρχή της νομιμότητας - και να διασφαλίσει την αξιοπιστία του ως συννομοθέτης - πρέπει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και μόνο βάσει καταλλήλων νομικών κριτηρίων, να μπορεί να αποφασίσει, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής, να λάβει θέση διαφορετική από εκείνη που υποστήριξε στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης.

 

16.           Είναι προφανές ότι το άρθρο 121 παράγραφος 3, όπως ισχύει σήμερα, εφαρμόζεται μόνο σε "προσφυγές" που έχει ασκήσει το Κοινοβούλιο και δεν καλύπτει "παρατηρήσεις" ή "παρεμβάσεις" σε δικαστικές διαδικασίες.  Εάν το άρθρο αυτό παραμείνει ως έχει, ο εισηγητής θα πρέπει να προτείνει στην επιτροπή να ερμηνεύσει ρητώς ότι, για την υποβολή παρατηρήσεων στο Δικαστήριο ή για τις παρεμβάσεις στη διαδικασία, αρμόδιος να αποφασίζει θα είναι πάντοτε ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου.

 

17.           Για λόγους πληρότητας και ασφάλειας δικαίου, ο εισηγητής θεωρεί ότι πρέπει να προστεθεί μια νέα παράγραφος στο άρθρο 121 προκειμένου να ενσωματωθεί στον Κανονισμό η πάγια πρακτική σύμφωνα με την οποία ο Πρόεδρος υποβάλλει παρατηρήσεις στο Δικαστήριο ή παρεμβαίνει στη διαδικασία εξ ονόματος του Κοινοβουλίου κατόπιν συστάσεως της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων.  Η νέα παράγραφος θα θεσπίζει επίσης τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται όταν προκύπτει διαφορά απόψεων μεταξύ του Προέδρου και της αρμόδιας επιτροπής.

 

18.           Ο εισηγητής φρονεί ότι σε περίπτωση διαφωνίας η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται βάσει μιας διαδικασίας που διασφαλίζει τη δημοκρατική νομιμότητα.  Λόγω της φύσης του ζητήματος, εισηγείται την άποψη ότι η απόφαση πρέπει κατ' αρχάς να παραπέμπεται στη Διάσκεψη των Προέδρων, η οποία αποτελεί ένα όργανο που αντανακλά το συσχετισμό δυνάμεων σε ολόκληρο το Κοινοβούλιο, συγχρόνως δε είναι σε θέση να εξετάσει το ζήτημα επί της ουσίας έχοντας προηγουμένως ακούσει τις διάφορες απόψεις και έχοντας λάβει υπόψη τη γνώμη της νομικής υπηρεσίας του Κοινοβουλίου.  Εάν η Διάσκεψη των Προέδρων καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο δεν πρέπει να υποβάλει παρατηρήσεις ή να παρέμβει στη διαδικασία προκειμένου να υπερασπίσει την ισχύ μιας νομοθετικής πράξης που έχει εγκριθεί με συναπόφαση, το ζήτημα θα πρέπει να παραπέμπεται στην ολομέλεια.  Οι Βουλευτές του Κοινοβουλίου πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους όλα τα σχετικά έγγραφα ή τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να μπορούν να εξετάσουν ουσιαστικά το ζήτημα και να λάβουν μια απόφαση. [2]

19.           Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων αδυνατεί να εκδώσει τη σύστασή της εγκαίρως, ο εισηγητής προτείνει ότι ο Πρόεδρος πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί προληπτικά προκειμένου να συμμορφωθεί με τις προθεσμίες που έχει ορίσει το Δικαστήριο. Αυτό θα μπορούσε ειδικότερα να ισχύει στην περίπτωση της προσφάτως θεσπισθείσας επείγουσας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης - που εφαρμόζεται από 1ης Μαρτίου 2008 - , η οποία προβλέπει μια βραχύτερη προθεσμία για την υποβολή εγγράφων παρατηρήσεων. Ο στόχος του τελευταίου εδαφίου του νέου άρθρου 121(4) είναι, επομένως, να θεσπίσει διαδικασία για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες χρειάζεται να ληφθεί επείγουσα απόφαση, όχι μόνον όταν το Δικαστήριο εφαρμόζει τη διαδικασία κατεπείγοντος, αλλά και όταν η διαδικασία που θεσπίζεται με το νέο άρθρο 121 (4) δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για λόγους που συνδέονται με το χρονοδιάγραμμα του Κοινοβουλίου. Στις περιπτώσεις αυτές, ο Πρόεδρος πρέπει να μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με την αρμόδια επιτροπή. Παρ' όλα αυτά, η αρμόδια επιτροπή μπορεί να λάβει τα κατάλληλα διαδικαστικά μέτρα ώστε να διαβιβάσει τη σύστασή της εγκαίρως. Η δυνατότητα αυτή διασαφηνίζεται με την ερμηνεία που περιλαμβάνεται στην εγκριθείσα από την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων τροπολογία.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΤΕΛΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Ημερομηνία έγκρισης

16.7.2008

 

 

 

Αποτέλεσμα της τελικής ψηφοφορίας

+:

–:

0:

17

3

0

Βουλευτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Enrique Barón Crespo, Richard Corbett, Hanne Dahl, Jean-Luc Dehaene, Andrew Duff, Maria da Assunção Esteves, Ingo Friedrich, Genowefa Grabowska, Sylvia-Yvonne Kaufmann, Jo Leinen, Íñigo Méndez de Vigo, Rihards Pīks

Αναπληρωτές παρόντες κατά την τελική ψηφοφορία

Graham Booth, Klaus Hänsch, Roger Helmer, Gérard Onesta, Reinhard Rack, Παναγιώτης Δημητρίου, Κώστας Μποτόπουλος, Γεώργιος Παπαστάμκος

           

 

 



[1] Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 34 του Κανονισμού του Κοινοβουλίου ορίζει ότι "κατά την εξέταση νομοθετικής πρότασης, το Κοινοβούλιο δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, και ιδιαίτερα στη συμμόρφωση της νομοθετικής πράξης με το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στην τήρηση των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας και του κράτους δικαίου".

[2] Ο εισηγητής πιστεύει ότι στις διαδικασίες στις οποίες το Κοινοβούλιο αποφασίζει κατ' εξαίρεση να μην υπερασπίσει την ισχύ μιας νομοθετικής πράξης που έχει εγκριθεί από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η απόφαση πρέπει να λαμβάνεται εφόσον συγκεντρώνει τις ψήφους της πλειοψηφίας των Βουλευτών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο.  Αυτό θα ήταν σύμφωνο με τις απαιτήσεις ψηφοφορίας που ισχύουν όταν το Κοινοβούλιο απορρίπτει ή τροποποιεί την κοινή θέση του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 251 της Συνθήκης ΕΚ.  Ωστόσο, δεδομένου ότι η εφαρμογή του κανόνα της απόλυτης πλειοψηφίας δεν θα ήταν δυνατή σύμφωνα με το άρθρο 198 της Συνθήκης ΕΚ, ο εισηγητής προτείνει μια εξαιρετική διαδικασία σύμφωνα με την οποία το ζήτημα παραπέμπεται κατ' αρχάς στη Διάσκεψη των Προέδρων, η οποία αποτελεί ένα όργανο που αντανακλά τη γνώμη της πλειοψηφίας των Βουλευτών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο, ενώ η ολομέλεια, ως το ανώτατο όργανο του Κοινοβουλίου, πρέπει να λαμβάνει την τελική απόφαση. Πρέπει να τονισθεί ότι, όταν η Διάσκεψη των Προέδρων αποφασίζει να υποβάλει παρατηρήσεις για να υπερασπίσει την ισχύ μιας πράξης, ενεργεί βάσει προηγούμενης απόφασης της ολομέλειας που έχει ληφθεί κατά τη διαδικασία συναπόφασης. Άρα, δεν χρειάζεται να παραπεμφθεί εκ νέου το θέμα στην ολομέλεια. Αλλά, όταν η Διάσκεψη των Προέδρων εκτιμά ότι, κατ' εξαίρεση, το Κοινοβούλιο δεν πρέπει να υπερασπίσει την νομική ισχύ μιας πράξης, το θέμα θα πρέπει να παραπεμφθεί στην ολομέλεια, διότι μόνον αυτή μπορεί να ανατρέψει την προηγούμενη απόφασή της.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...