Εφημερίδα Θεσσαλία 19/04/2010

Συνέντευξη στον Σωτήρη Λέτσιο

Την λήψη και άλλων πρόσθετων μέτρων μάλλον δεν θα αποφύγουμε ως χώρα, αφού μόνο έτσι η Ελλάδα θα μπορέσει να κάνει χρήση της οικονομικής βοήθειας ύψους 45 δις. ευρώ. Στην πράξη αυτό θεωρείτε ότι ισοδυναμεί με ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης;

Η λήψη μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης και αναπτυξιακής προσαρμογής, αφενός, και η ενεργοποίηση ή όχι του λεγόμενου «μηχανισμού στήριξης», αφετέρου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σε απόλυτη συνάρτηση. Για το πρώτο ζήτημα ο κύβος έχει ήδη ριφθεί, καθώς αποτελεί και αδήριτη ανάγκη για την οικονομία μας και προεκλογική και μετεκλογική δέσμευση της παρούσας κυβέρνησης και τμήμα του συμφωνημένου σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση «Προγράμματος Σταθερότητας». Η ενεργοποίηση του μηχανισμού βοήθειας, με συμμετοχή κατά τα 2/3 των χωρών της Ευρωζώνης και κατά το 1/3 του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, δεν έχει αποφασισθεί ακόμα, η δε ενδεχόμενη απόφαση απαιτεί ρητό αίτημα της Ελλάδας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Συνεπώς, τα δύο ανοιχτά ερωτήματα είναι, πρώτον, αν θα μπορέσουμε –και αν θα θελήσουμε- να αποφύγουμε το δάνειο, που παρέχει με ειδικό επιτόκιο και υπό τους γνωστούς ήδη όρους, ο μηχανισμός στήριξης και, δεύτερον, σε περίπτωση ενεργοποίησης, αν θα μας επιβληθούν και επιπλέον όροι, και ποιοι, από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο αυτή τη φορά.

Με την απόφαση στήριξης της Ελλάδας από πλευράς Ε.Ε επιβεβαιώνεται το πνεύμα της κοινοτικής αλληλεγγύης και ουσιαστικά παρακάμπτονται οι αντιρρήσεις της Γερμανίας ως προς την λειτουργία της Ευρωζώνης;

Με την έστω περίπλοκη συμφωνία στήριξης της Ελλάδας, η Ευρωπαϊκή Ένωση πιστεύω ότι εκπλήρωσε το μίνιμουμ του χρέους αλληλεγγύης της προς μια χώρα μέλος της Ευρωζώνης. Λέω το μίνιμουμ, γιατί όλοι είδαμε με τι δυσκολία και με πόσο λίγο ενθουσιασμό επιτεύχθηκε η συμφωνία και, κυρίως, γιατί το τίμημα της συμμετοχής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ενός μη κοινοτικού θεσμού, είναι, και για την Ευρωπαϊκή Ένωση και για την Ελλάδα, βαρύ. Αλλά δεν διστάζω επίσης να μιλώ για δείγμα αλληλεγγύης, θυμίζοντας ότι η τελική συμφωνία «εφερεύθηκε» χωρίς να προβλέπεται ρητά από το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης και επιτεύχθηκε παρά τις σθεναρές αντιρρήσεις που έφερε και συνεχίζει να φέρνει η μεγαλύτερη και ισχυρότερη χώρα της Ένωσης, η Γερμανία.

Αυτό δεν σημαίνει, πάντως, ότι κάμφθηκε η δυσπιστία της Γερμανίας απέναντι στη χώρα μας ή ότι συμφωνήθηκε οριστικά και για το μέλλον ο τρόπος λειτουργίας της Ευρωζώνης. Το βέβαιο είναι ότι η κρίση και η «ελληνική υπόθεση» απαιτούν άμεσες λύσεις σε μεγάλα πολιτικά ζητήματα που ως τώρα έμεναν σε θεωρητικό επίπεδο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά πόσο υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου, όπως και την εφαρμογή ενός σχεδίου οικονομικής διακυβέρνησης;

Το πρώτο είναι ένα θεσμικό εργαλείο, που αυτή τη στιγμή αρκετοί το συζητούν και σε αρκετούς φαίνεται χρήσιμο υπό το φως των γεγονότων, ιδίως γιατί θα ενίσχυε την αυτονομία της Ευρωζώνης και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση κρίσεων, που όλα δείχνουν ότι δεν θα περιοριστούν μόνο στην Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι ότι απαιτεί αναθεώρηση των Συνθηκών, που αυτή τη στιγμή, με τη Συνθήκη της Λισαβόνας να έχει μόλις τεθεί σε εφαρμογή, αλλά και με το γενικότερο κλίμα δυσπιστίας απέναντι σε κινήσεις «μεγάλης πολιτικής», είναι αδύνατο να συμβεί. Η «οικονομική διακυβέρνηση», από την άλλη, δηλαδή ο μεγαλύτερος και πιο «πολιτικός» συντονισμός για τη χάραξη και άσκηση της οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μπορούσε να αρχίσει να υλοποιείται μέσα από αποφάσεις που δεν απαιτούν θεσμικές αλλαγές. Αρκεί –αλλά φυσικά δεν είναι καθόλου λίγο- να ενεργοποιηθούν οι δυνατότητες σε επίπεδο Συμβουλίου –δηλαδή κυβερνήσεων- και Επιτροπής –δηλαδή κοινοτικής έκφρασης- και να αρχίσουν να λαμβάνονται κοινά μέτρα όχι μόνο για τη δημοσιονομική πειθαρχία, αλλά και για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης, την προστασία του ευρώ, τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μια ανάκαμψη με προοπτική. Πιστεύω ότι το πρώτο βήμα έγινε με τη θέση σε εφαρμογή του μηχανισμού βοήθειας προς την Ελλάδα, αλλά δεν είμαι πολύ αισιόδοξος για τη συνέχιση και την εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης, κυρίως λόγω έλλειψης ηγετικών προσωπικοτήτων στην Ευρώπη και ενίσχυσης των εθνικιστικών τάσεων. Δεν πρέπει να ξεχνούμε πάντως ότι η Ευρώπη προχωρά με μικρά βήματα και ότι το πρώτο είναι το πιο σημαντικό.

Το τίμημα της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη θα επωμισθούν κυρίως οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις ή όσες δυνάμεις εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες θέσεις;

Θα το επωμισθούν όλες οι κυβερνήσεις, αλλά κυρίως θα το επωμισθούν οι Ευρωπαίοι πολίτες. Η ιδιομορφία -και το χρέος- των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, όπως η δική μας, είναι ότι η παράδοσή τους και οι αξίες που υπηρετούν δεν τους επιτρέπουν να βγάλουν τον παράγοντα «άνθρωπο» και τον παράγοντα «κοινωνική συνοχή» από την εξίσωση. Για τους σοσιαλιστές, όπως συχνά λέει ο Έλληνας Πρωθυπουργός, η κρίση πρέπει να ειδωθεί και σαν ευκαιρία –αλλαγής θεσμών, νοοτροπίας, λειτουργίας του συστήματος. Αυτό καθιστά βέβαια το έργο των σοσιαλιστών πιο δύσκολο αλλά και τον αγώνα τους πολύ πιο ευγενή.

Έλαβε η ελληνική κυβέρνηση σκληρά και αντιλαϊκά μέτρα. Επικρίνεται όμως το ΠΑΣΟΚ ότι κατ΄αυτό τον τρόπο προδίδει τις αρχές του και την εμπιστοσύνη των πολιτών…

Πιστεύω κάτι που επιτάσσει και η κοινή λογική: ότι η πρώτη αρχή για κάθε κυβέρνηση και ο πρώτος κρίκος εμπιστοσύνης που τη δένει με την κοινωνία είναι η αποφυγή της οικονομικής χρεοκοπίας και της κοινωνικής αποσάθρωσης. Τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν απαραίτητα –αυτό κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί. Όπως κανείς μέσα στο ΠΑΣΟΚ δεν αμφιβάλλει ότι επιβάλλεται να συμπληρωθούν με μέτρα αναπτυξιακής πνοής, τόνωσης της παραγωγικής ικανότητας της χώρας και προετοιμασίας υγιέστερων δομών για το μέλλον. Η παρούσα κυβέρνηση σε αυτά τα πεδία θα κριθεί. Το γεγονός ότι οι πολίτες, παρά τα σκληρά μέτρα, όχι μόνο δεν έχουν αποσύρει την εμπιστοσύνη τους, αλλά την έχουν ενισχύσει, δείχνει και ωριμότητα και προσδοκία αλλά και πόσο ψηλά είναι ο πήχυς.

Τελικά μια από τις επιπτώσεις της ύφεσης μήπως θα είναι η δημιουργία ενός πιο συντηρητικού και ξενοφοβικού κλίματος στις ευρωπαϊκές κοινωνίες;

Ναι, αυτός είναι ένας υπαρκτός κίνδυνος –σε μεγάλο μάλιστα βαθμό αυτό το ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο έχει ήδη κάνει την εμφάνισή του στην Ευρώπη. Όπως υπαρκτός είναι και ο κίνδυνος εν γένει αύξησης και όξυνσης των κοινωνικών αναταραχών –η ένταση είναι ήδη αισθητή. Η απελπισία αναζητά αποδιοπομπαίους τράγους και γεννά τη βία. Χρέος της κυβέρνησης, που το γνωρίζει και δίνει μεγάλον αγώνα να το τιμήσει, είναι η αποτροπή της απελπισίας και η σταδιακή αναγέννηση μιας προοπτικής για τη χώρα. Το έργο είναι σισύφειο αλλά δεν νομίζω ότι θα υπάρξει άλλη ευκαιρία.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...