Κεντρική Προεκλογική Ομιλία

Την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο Imperial η κεντρική προεκλογική μου ομιλία ενόψει των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου.

Ακολουθεί το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της ομιλίας.

Ευχαριστώ από καρδιάς για την παρουσία σας. Έχω ένα δύσκολο έργο, πρώτον να μην αφήσω τη συγκίνηση να με παρασύρει, σας διαβεβαιώνω ότι υπάρχει συγκίνηση, υπάρχει και ευγνωμοσύνη. Όπως λέω πάντα, αυτός είναι ένας αγώνας που διεξάγεται από μένα με τους φίλους μου, είναι ένας αγώνας φίλων. Για εμένα η αίσθηση ότι οι φίλοι είναι δίπλα μου είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Το δεύτερο δύσκολο είναι ότι τα είδατε όλα και τα ακούσατε όλα, ήδη. Αυτό το μικρό φιλμάκι που και εγώ ανακάλυψα μαζί σας και για το οποίο θα ήθελα να ευχαριστήσω τους τρεις ανθρώπους που δούλεψαν γι’ αυτό: τον Αντώνη, τη Μάνια και τον Διονύση που χωρίς σχεδόν να  ζητήσουν τη γνώμη μου το έφτιαξαν έτσι, για να μας θυμίσει λίγο και να μας βάλει μέσα στο πλαίσιο μιας προσπάθειας και όχι τόσο ενός ανθρώπου.

Και αυτή είναι και η βασική ιδέα αυτό που θέλω να σας πω σήμερα. Λέμε συχνά ότι τα τελευταία χρόνια στην πολιτική της Ελλάδας λείπει αυτό που ονομάζουμε «η αφήγηση», δεν υπάρχει η σύνδεση ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό – αυτό που κάνει την πολιτική να αποκτά νόημα και να έχει ενδιαφέρον. Λείπει επίσης η σύνδεση ανάμεσα στα πρόσωπα στην πολιτική και στον κόσμο, αυτό που ονομάζουμε λαό, και που είναι ότι πιο πολύτιμο έχει αυτή η χώρα. Αυτός ο δημοκρατικός κόσμος που μέσα από διάφορες περιπέτειες, αλλά πάντα με την πίστη που τον διακατέχει, έρχεται κοντά μας και τον νιώθουμε.

Αυτήν την αφήγηση θα ήθελα να σας την κάνω εγώ σήμερα με τα δικά μου λόγια, ξέροντας ότι δεν μπορεί να είναι η αφήγηση της μεταπολίτευσης όπως ήταν το ’74, ούτε η αφήγηση της αλλαγής του ’81 και δεν είναι καν η αφήγηση της νέας αλλαγής που θα σας πω πως νομίζω ότι είναι η σημερινή συγκυρία. Δεν είναι καν η αφήγηση ενός κόμματος που ψάχνει τον εαυτό του, γιατί πιστεύω πως το ΠΑΣΟΚ βρήκε πια τον εαυτό του και το αποτέλεσμα, στα πρόσωπα των ανθρώπων που το ακολουθούν, είναι ορατό. Θα σας πω με λίγα λόγια πως δένει έτσι η επιθυμία ενός ανθρώπου που δεν προέρχεται από το χώρο της πολιτικής, που δεν είναι επαγγελματίας πολιτικός και που με τους φίλους του έχει βάλει ένα στοίχημα – που πιθανότατα θα χάσει – ότι θα παραμείνει μη επαγγελματίας πολιτικός για όλη του τη ζωή και μέσα από τη πολιτική.

Είδατε λίγο τη διαδρομή – δεν θα σταθώ στους σταθμούς – θέλω να σας δώσω λίγο την εικόνα, είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που συχνά του λένε «που πας με τα θηρία της Α’ Αθήνας» και απαντώ ότι στη ζούγκλα όλα τα ζώα είναι ίσα μέχρι να αρχίσει να τρώει το ένα το άλλο. Στην πολιτική ζούγκλα εγώ κατέρχομαι με κάποια όπλα, όπλα που αρκετοί από εσάς ξέρετε και θέλω να δώσω τον αγώνα με αυτά τα όπλα που είναι κυρίως , αυτό που ο πατέρας μου – αυτό το φως που φωτίζει ακόμα και τώρα τη ζωή μου που μου λείπει τόσο πολύ – μου έμαθε μία πολύ ωραία έκφραση «η διαδρομή του κύρους». Ξέρετε είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνεις τη διαδρομή του κύρους γιατί το κάθε βήμα που προσπαθείς να χτίσεις δεν έχει άμεσα αποτελέσματα. Τα βήματα είναι μικρά, τα αποτελέσματα δεν είναι ορατά, αλλά νομίζω ότι μόνο έτσι, μόνο μέσα από μία συλλογική «διαδρομή κύρους» μπορούμε να ξαναδώσουμε ή μπορούμε να προσπαθήσουμε να ξαναδώσουμε - γιατί θα πρέπει να είμαστε πραγματικά σεμνοί σε αυτή τη πολιτική συγκυρία –  αυτή τη χαμένη λέξη από το ελληνικό πολιτικό σκηνικό που είναι η απλή και τόσο όμορφη λέξη «αξιοπρέπεια».

Ένας άνθρωπος που δεν είναι επαγγελματίας της πολιτικής, που μπήκε στην πολιτική γράφοντας ένα βιβλίο στα τέλη της δεκαετίας του 80, που λεγόταν «Οι Σοσιαλιστές στη δοκιμασία της εξουσίας». Εκεί προσπάθησα να αναλύσω και να συγκρίνω τα αποτελέσματα που έφεραν στην διακυβέρνηση τα τρία σοσιαλιστικά κόμματα που ήρθαν στην εξουσία στις αρχές της δεκαετίας του 80 : το γαλλικό με τον Φρανσουά Μιτεράν, ο Αντρέας στην Ελλάδα και ακολούθησαν και οι Ισπανοί με τον Φιλίππε Γκονζάλες για να δούμε αυτό το αόρατο νήμα που δένει όχι μόνο τα τρία κόμματα μεταξύ τους αλλά που δένει και την ιστορία των σοσιαλιστών στη διακυβέρνηση, στην ιστορία και τη ζωή των ανθρώπων. Και που είναι αυτό το νήμα της προσπάθειας – ξανά η λέξη – να δοθεί αξιοπρέπεια, να δοθούν δικαιώματα. Της προσπάθειας να μπει στο πολιτικό παιχνίδι και ένα μεγάλο κομμάτι, του λαού, των λαών που ως τότε ήταν έξω από αυτό αλλά και τις αναπόφευκτες απογοητεύσεις, τις αναπόφευκτες αποτυχίες. Δεν μπορείς να κυβερνήσεις χωρίς να απογοητεύσεις, αυτή η προαιώνια αρχή της πολιτικής που είναι τόσο παρούσα σε κάθε φάση, ιδίως της ελληνικής ζωής.

Το 1981 υπήρχε ένας άνθρωπος, εγώ τον θυμάμαι. Διαβάζοντας το βιογραφικό μου θα καταλάβετε πόσων χρόνων ήμουν τότε, πάντως θυμάμαι πολύ έντονα αυτές τις στιγμές. Ήταν μία στιγμή ανάτασης, ήταν μία στιγμή που πιστεύαμε όλοι, που το ΠΑΣΟΚ δεν είχε κάνει τα πρώτα βήματά του στην εξουσία, που η αριστερά, η δημοκρατική αριστερά – θα μου επιτρέψετε αγαπητοί φίλοι – να συνεχίζω να θεωρώ τον σοσιαλισμό αριστερά, το δημοκρατικό σοσιαλισμό, αριστερά με την πιο ουσιαστική μάλιστα έννοια του όρου. Η αριστερά λοιπόν δεν είχε έρθει στην εξουσία, δεν είχε δοκιμαστεί, ούτε είχε δώσει τα αποτελέσματά της και στον ελληνικό λαό γεννήθηκε, το θυμόμαστε όλοι, το θυμόμαστε και τώρα, ένα – δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς – ένα ποτάμι πίστης που οδήγησε το ΠΑΣΟΚ όχι μόνο στο 48% αλλά του έδωσε και τη δύναμη να κάνει μία σειρά από σημαντικά πράγματα. Εγώ λέω πάντα, γιατί εδώ έχουμε τη τιμή να έχουμε ανθρώπους που συμμετείχαν στις πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, για το ιστορικό ίχνος των πρώτων κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου. Όσο και αν χωρίζοντας σε κομμάτια τις κυβερνητικές θητείες και βλέποντας και τις αναπόφευκτες υποχωρήσεις ακόμα και αποτυχίες, και στο βιβλίο μου εκείνο το νεανικό λέω πολλά τέτοια, κάνω όχι κριτική αλλά ανάλυση με το μάτι ενός ανθρώπου που πονάει το Σοσιαλισμό, και έτσι νομίζω πρέπει να κάνουμε. Πάντως το ιστορικό ίχνος ήταν ακριβώς αυτό κατά τη γνώμη μου και έδωσε περηφάνια, έδωσε αξιοπρέπεια, ξανά πάλι, στο πολιτικό παιχνίδι. Ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού ως τότε – οι παλαιότεροι τα θυμόσαστε – όχι μόνο δεν είχε λόγο αλλά καλά καλά δεν είχε ούτε ουσιαστική εκπροσώπηση και ουσιαστική πολιτική υπόσταση.

Οι καιροί πέρασαν, εγώ κάπως μεγάλωσα, το ΠΑΣΟΚ μεγάλωσε και αυτό, γρηγορότερα από εμένα φαντάζομαι, γιατί η εξουσία φθείρει περισσότερο από τη ηλικία. Μαζί με την επαφή με την εξουσία, το ΠΑΣΟΚ άρχισε να αναδεικνύει και άλλα χαρακτηριστικά του. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του είναι αυτή η προσπάθεια να μείνει πάντα αυτό που λέγαμε «κίνημα», γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν γεννήθηκε ως κόμμα, γεννήθηκε ως «κίνημα» που σημαίνει μία προσπάθεια να συναντήσει τον κόσμο. Πέτυχε σε αυτό; Ασφαλώς και όχι απολύτως. Έμεινε κίνημα; Εγώ πιστεύω πως ναι. Γιατί ξαναβλέπω αυτή την εποχή και ξαναβλέπω στα πρόσωπα των ανθρώπων που συναντούν νέους στην πολιτική - γιατί στην ηλικία μόνο στην Ελλάδα ο 45άρης συνεχίζει να θεωρείται νέος - αλλά σε κάθε περίπτωση ο νέος στην πολιτική ελπίζω να είναι με νέες ιδέες.

Βλέπω λοιπόν στα πρόσωπα αυτών που μας συναντούν, σχεδόν την ίδια αγωνία, σχεδόν την ίδια επιθυμία να πιαστούν από μία ελπίδα. Με μία διαφορά μεγάλη: ότι δεν υπάρχει γιατί δεν μπορεί να υπάρξει, ο ίδιος ενθουσιασμός. Δεν υπάρχει γιατί δεν μπορεί να υπάρχει η ίδια πίστη σε μία αλλαγή που πράγματι θα είναι αλλαγή των πάντων, που πράγματι όπως λέγαμε τότε, από τον Οκτώβρη θα αλλάξει η Ελλάδα τελείως. Και τώρα πιστεύουμε και θέλουμε να αλλάξει τελείως αλλά ξέρουμε ότι θα αλλάξει με διαφορετικό τρόπο από αυτό που πιστεύαμε τότε. Άρα η αφήγηση είναι η συνάντηση ενός τέτοιου ανθρώπου που έγραψε ένα βιβλίο για το Σοσιαλισμό και έτσι ανακάλυψε την απόσταση αλλά και την ανάγκη να γεφυρωθεί αυτή η απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη και που θήτευσε κοντά σε έναν από τους ανθρώπους που πραγματικά – και δεν το λέω επειδή είναι εδώ σήμερα – τίμησαν την ελληνική πολιτική. Τον Αναστάσιο Πεπονή. Μάλιστα συνέδεσε το όνομά του και με το δικό μου όνομα. Το όνομα του Υπουργού μας είναι πάντα δεμένο με τον Νόμο του. Συνέδεσα όμως και εγώ, το δικό μου όνομα σε κάποιο μικρό βέβαια βαθμό, με μία από τις μεγαλύτερες και πραγματικές –σε αντίθεση με τις κίβδηλες σημερινές- μεταρρυθμίσεις που έχει γνωρίσει ο τόπος μας και που είναι όπως ξέρετε το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο μέσω του ΑΣΕΠ.

Αυτή είναι μία πραγματική μεταρρύθμιση, μία πραγματική τομή που δείχνει ανάμεσα στα άλλα ότι το ΠΑΣΟΚ έχει τη δυνατότητα και τη γνώση να επιφέρει ρήξεις και τομές πραγματικές, χωρίς πολλά λόγια. Θυμάμαι και το ξέρετε ίσως ότι στον Αναστάση Πεπονή εκείνη την εποχή είχε προταθεί ένας πολύ τιμητικότερος ίσως και πολύ ευκολότερος ρόλος, αυτός του Προέδρου της Βουλής. Αλλά είχε πει «εγώ θέλω να κάνω το ένα πράγμα για το οποίο έχει δεσμευτεί η Κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, να βάλω μία τάξη στο θέμα των προσλήψεων».

Πιστεύω λοιπόν, και η αναλογία σταματάει εδώ, ότι και σήμερα είμαστε αναγκασμένοι αυτά τα δύο – τρία πράγματα, κυριολεκτικά δύο – τρία, έτσι χωρίς πολλές φανφάρες να τα πιάσουμε από την πρώτη μέρα της νέας διακυβέρνησης εφ’ όσον ο ελληνικός λαός μας εμπιστευθεί, αλλά το βλέπω στα μάτια σας, το βλέπω στα μάτια του κόσμου που συναντάμε έξω που είναι αποφασισμένος πια να μας εμπιστευθεί και το βάρος είναι πολύ μεγάλο, να κάνουμε ακριβώς αυτά τα πράγματα.

Στη συνέχεια ήρθε η επαφή με αυτό που ονομάζουμε κομματική ζωή. Είναι μία αναπόφευκτη, ενδιαφέρουσα αλλά και σκληρή εμπειρία: πως λειτουργεί ένα κόμμα, πως ένα κόμμα έχει τους δικούς του κανόνες, πως μπορεί να βοηθήσει αλλά και να σταματήσει μία σειρά από πράγματα που ένας ιδεαλιστής, ας το πούμε έτσι, ένας αιθεροβάμων όπως συχνά με περιγράφουν οι φίλοι, αλλιώς τα φανταζόταν. Όμως το κόμμα είναι απαραίτητο, το κόμμα είναι το βασικό στοιχείο της δημοκρατίας σε κάθε χώρα. Χωρίς κόμμα δε μπορούμε να προχωρήσουμε και η δύναμη του ΠΑΣΟΚ – θέλω να το πιστεύω – ακόμα και στις πιο δύσκολες ώρες του, είναι ότι κατάφερε παρά τα προβλήματα, παρά τις μάχες, συχνά σκληρές, που δόθηκαν στο εσωτερικό του κατάφερε να κρατήσει μία συνοχή και κυρίως μία επαφή με τον κόσμο. Μια επαφή με αυτό το μεγάλο κοινωνικό ρεύμα, και η λέξη εδώ κυριολεκτεί, με αυτό που λέγεται, αυτή η ωραία έκφραση, δημοκρατική παράταξη, αυτό που έπρεπε και που πρέπει να είμαστε.

Όλη αυτή η μικρή προσωπική διαδρομή που καταλήγει όπως είδατε σε αυτό που για μένα ήταν μία μαθητεία αστραπή -όπως και αυτή η προεκλογική εκστρατεία είναι μία προεκλογική εκστρατεία αστραπή- μία μαθητεία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Σε ένα Κοινοβούλιο που οι κανόνες του παιχνιδιού είναι τελείως διαφορετικοί. Όπου μπορεί μεν, να μην έχεις στα χέρια σου – και άρα να έχεις και την αίσθηση – ότι κρατάς στα χέρια σου τις μοίρες κάποιων ανθρώπων ή και λαών, πολλές αποφάσεις να μην είναι απολύτως κομμάτι της δουλειάς ενός Κοινοβουλίου. Τα Κοινοβούλια έτσι όπως τα ξέρουμε σε όλα τα εθνικά συστήματα είναι αυτά που αποφασίζουν για την καθημερινότητα αλλά και τα θεσμικά ζητήματα. Όμως εκεί αυτό που εγώ, ένας άνθρωπος που πραγματικά αγαπώ τη σύγκριση με άλλες χώρες και θα επιμένω στο να βγούμε έξω επιτέλους από αυτόν τον φοβερό επαρχιωτισμό που ακόμα διακρίνει το ελληνικό πολιτικό σύστημα, βρήκα πράγματα πάνω στα οποία μπόρεσα να πιαστώ. Βρήκα μία πάλη ιδεών, βρήκα συζήτηση για κάποια ζητήματα που έρχονται και στη χώρα μας. Πρώτη φορά έσκυψα και κατάλαβα πόσο σημαντικό είναι, και επίσης πόσο εγκληματικό είναι, που εμείς στην Ελλάδα δεν έχουμε αρχίσει να κάνουμε αυτά που πρέπει για το τεράστιο ζήτημα του περιβάλλοντος. Αυτά τα περίφημα 20, 20, 20 που θα έχετε ακούσει, 20% μείωση των εκπομπών του διοξειδίου του άνθρακα, 20% ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και 20% κέρδος από την ενέργεια που εκλύουν τα κτήριά μας, μέχρι το 2020, είναι αύριο το πρωί. Και η Ελλάδα δεν έχει κάνει τίποτα για αυτά τα πράγματα, που τα ξέρει ότι είναι και υποχρέωσή της αλλά και ανάγκη της, για να μπορέσουμε να διατηρήσουμε κάτι από το περιβάλλον.

Είδα λοιπόν αυτή τη συζήτηση και δεν σας κρύβω ότι αυτή η συζήτηση με ενδιαφέρει. Με παθιάζουν θα έλεγα, αυτού του είδους οι συζητήσεις για το περιβάλλον, για το πως μπορεί να είναι ένα κοινωνικό κράτος σήμερα, ένα κοινωνικό κράτος που οικοδομείται σε μία εποχή που η σοσιαλδημοκρατία άλλαξε πρόσωπο που δεν μπορεί να προσφέρει αυτά που πρόσφερε και δεν έχει να πατήσει πάνω στην οικονομική βάση που είχε κάποτε.

Αυτές είναι οι συζητήσεις οι συναρπαστικές, πιστεύω, που τις κάναμε κατά κάποιο τρόπο μακριά εκεί στις Βρυξέλλες που λίγος κόσμος μας βλέπει, αλλά και που πιστεύω βαθιά ότι πρέπει σιγά σιγά να αρχίσουν να έρχονται και στην Ελλάδα και να αρχίσουμε να τις κάνουμε όλοι μαζί. Δεν σας κρύβω ότι οι εξελίξεις ήταν πολύ γρήγορες και για το ΠΑΣΟΚ και για τη χώρα αλλά και για εμένα προσωπικά. Ο χώρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μου ήταν οικείος, δεν είχε περάσει από το μυαλό μου η τόσο γρήγορη ας πούμε κάθοδος στην Ελληνική πολιτική σκηνή. Αλλά όταν μου το ζήτησε ο ίδιος ο Πρόεδρος μας, όταν κυρίως είδα – γιατί τόσο καιρό τα έβλεπα από κάποια απόσταση – όταν είδα πόση ανάγκη έχει αυτός ο τόπος να κάνει μία ποιοτική αλλαγή για να ξαναπιάσει το νήμα κάτι πολύ απλού αλλά και τόσο σπάνιου στη χώρα μας, να ξαναπιάσουμε το νήμα της σοβαρότητας, δεν δίστασα στιγμή, γνωρίζοντας βέβαια πόσο δύσκολη, αλλά μη μπορώντας να φανταστώ και πόση ικανοποίηση μπορεί να δώσε μία τέτοια εκλογική μάχη.

Μια εκλογική μάχη που έρχεται σε μία πολύ συγκεκριμένη – και σε αυτό θέλω να σταθώ, εδώ η αφήγηση πάει από το ατομικό στο συλλογικό – σε μία πάρα πολύ κρίσιμη, πάρα πολύ δύσκολη αλλά εγώ πιστεύω και δυνάμει ελπιδοφόρα στιγμή για τη χώρα μας. Το έχουν πει πολλοί, το νιώθετε. Η Ελλάδα είναι στα γόνατα αυτή τη στιγμή και υπάρχουν για αυτό πολλές ευθύνες. Στην πολιτική τις ευθύνες πρέπει κανείς να τις αναλαμβάνει. Στην πολιτική τις ευθύνες τις έχει κυρίως αυτός που κυβερνάει αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο είμαστε εδώ, δεν είναι αυτός ο λόγος που εγώ κάνω την προσπάθεια που κάνω στο πλευρό σας, μαζί σας.

Η Ελλάδα είναι στα γόνατα πιστεύω όχι τόσο από τα λάθη της ΝΔ, αλλά κυρίως από μία σειρά επιλογές της ΝΔ που το ΠΑΣΟΚ πρέπει πάσει θυσία να αποφύγει. Η επιλογή των λόγων αντί των έργων, η επιλογή της ηθικολογίας αντί του πραγματικού ήθους, η επιλογή της εικόνας αντί της ουσίας, η επιλογή του ατομικού ή του κομματικού συμφέροντος, αντί του συλλογικού συμφέροντος. Αυτά είναι επιλογές αγαπητοί φίλοι, δεν είναι τυχαία πράγματα που βγήκαν στην εξουσία και αυτές τις επιλογές ή μάλλον επειδή κάποιες από αυτές εν σπέρματι σε μικρότερο βαθμό και το ΠΑΣΟΚ τις έχει πληρώσει, νομίζω ότι είναι η αφετηρία της πολιτικής μάχης, είναι η αφετηρία που θα πρέπει να ξεκινήσουμε.

Εμείς θα ξεκινήσουμε μία διακυβέρνηση ακριβώς με τα αντίθετα από αυτά. Εγώ έτσι καταλαβαίνω την πρόκληση αυτών των εκλογών. Ουσία αντί εικόνας, έργα αντί για λόγια, συλλογικό αντί για ατομικό συμφέρον, ήθος με την έννοια της καθαρότητας. Λέω συχνά ότι στο «σεμνά και ταπεινά» της Νέας Δημοκρατίας, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να πει «καθαρά και σοβαρά» και το πιστεύω απόλυτα. Αυτό πρέπει να είναι αυτήν την στιγμή το πρόσωπό μας και να τολμήσουμε να το δείξουμε. Σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια, αυτήν την προσπάθεια τα βήματα της οποίας στο πρόγραμμά μας τα έχουμε κατά κάποιο τρόπο σκιαγραφήσει και τα ξέρετε και νομίζω δεν έχει και τόσο ενδιαφέρον σε μία αφήγηση που προσπαθεί να πει τα πράγματα με έναν καινούριο τρόπο. Το πρόγραμμά μας υπάρχει, εγώ πιστεύω ότι είναι ρεαλιστικό. Είναι ένας άλλος δρόμος, ένας δύσκολος δρόμος. Οι αντίπαλοί μας προσπαθούν να βάλουν στο στόμα μας ότι λέμε πως από την 5η Οκτωβρίου όλα θα είναι ρόδινα. Τα λουλούδια θα ανθίσουν και η Ελλάδα θα γίνει ξανά η χώρα της επαγγελίας. Δεν έχουμε ποτέ πει κάτι τέτοιο. Έχουμε βαθύτατη συναίσθηση των δυσκολιών. Λέμε απλώς ότι αυτό που δεν θα κάνουμε είναι να ακολουθήσουμε τις επιλογές, το δρόμο αλλά και τα μέτρα που έφερε η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και που οδήγησαν τη χώρα σε αυτή την κατάσταση. Σε αυτό το δρόμο που είναι ξαναλέω πάρα πολύ δύσκολος, νομίζω ότι κάτι που επίσης μετράει, και εδώ έχω φύγει – πιστέψτε με – από το ατομικό και η αφήγηση είναι εστιασμένη στο εσωτερικό κομμάτι, πιστεύω βαθύτατα ότι η χώρα μας αλλά και το ΠΑΣΟΚ έχει ανάγκη από μία ανανέωση. Έχει ανάγκη – όχι να πάψει να είναι ΠΑΣΟΚ, όχι να είναι «Νέο ΠΑΣΟΚ», εγώ δεν λέω ποτέ κάτι τέτοιο – αλλά ότι θα πρέπει να είναι ωριμότερο ΠΑΣΟΚ που ξέρει ποια είναι τα λάθη του στο παρελθόν, κι είναι αποφασισμένο να τα αλλάξει.

Και εκεί νομίζω πρώτα έχουν σημασία οι ιδέες. Μην ξεχνάτε όμως αγαπητοί φίλοι, ότι στην πολιτική τις ιδέες πάντα τις φέρνουν τα πρόσωπα. Τις ιδέες τις ενσαρκώνουν πρόσωπα. Πρόσωπα όχι ως φυσιογνωμίες, πρόσωπα ως φορείς ιδεών, πρόσωπα ως «προσωπικότητες» με τη διαδρομή τους και με αυτό που φέρουν. Εγώ σ’ αυτό το πολύ μικρό τμήμα που μου αναλογεί από όποια θέση και αν έχω στις 5 Οκτωβρίου, αυτό σας το υπόσχομαι, έχω δεσμευτεί ενώπιόν σας και στο μικρό μου το γραμματάκι και σήμερα ξανά, εδώ και σε κάθε δημόσια εμφάνισή μου, για τρία πράγματα που νομίζω ότι έχουν σχέση και με τα ενδιαφέροντα μου, αλλά και με τις ανάγκες του τόπου αυτή τη στιγμή.

Το πρώτο είναι η ανόρθωση του κράτους δικαίου. Δεν το πήραμε είδηση μέσα στην οικονομική κρίση. Μέσα στην κοινωνική ανέχεια, δεν πήραμε είδηση ότι μία από τις βαρύτερες και ασυγχώρητες υποχωρήσεις της τελευταίας 6ετίας, ήταν η δραματική υποχώρηση, κατά τη γνώμη μου, του κράτους δικαίου. Η απώλεια της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, η συνεχής παραβίαση των δικαιωμάτων, η κάμψη του τεκμηρίου αθωότητας, η θέση σε πλήρη ανασφάλεια όλων των μειοψηφιών, όχι μόνο των μειονοτήτων, κάθε μειοψηφίας. Ακόμα και μία σειρά από συνταγματικά δικαιώματα μπήκαν στη γωνία πραγματικά. Και αυτό επειδή είναι ένα κομμάτι που όχι μόνο λόγω της επαγγελματικής μου διαστροφής ως Δικηγόρου και ως Συνταγματολόγου αλλά και γιατί το πονάω βαθύτατα αλλά και γιατί  - ξανά - είναι οι καταβολές μου οι οικογενειακές και το γύρισμα του μυαλού μου προς τα εκεί. Είναι κάτι που θα ήθελα πάρα πολύ να προσπαθήσουμε όλοι μαζί να αλλάξουμε, να ξαναδώσουμε αξιοπρέπεια σ’αυτό που λέμε κράτος δικαίου και που περιμένουμε, δυστυχώς αγαπητοί φίλοι, τους Γερμανούς δικαστές να μας δώσουν αυτόν τον κόλαφο και να μας πουν ότι η Ελλάδα δεν τηρεί τις βασικές προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης. Εκεί φτάσαμε, σε αυτή τη κατάσταση για να συγκινηθεί λιγάκι η Κυβέρνηση όταν πια είναι πολύ αργά.

Ο δεύτερος τομέας που συνδέεται κατά κάποιο τρόπο  με την εμπειρία μου μέσα από τα Ευρωπαϊκά όργανα, αλλά και με την ιδιοσυγκρασία μου είναι αυτό που σας είπα πριν. Να βγούμε λίγο από τον επαρχιωτισμό μας, να ανοίξουμε την εικόνα να δούμε τι γίνεται στον έξω κόσμο. Είμαστε στην Ευρώπη αλλά δεν είμαστε συνειδητά και απόλυτα Ευρωπαίοι. Αυτή η μεγάλη αλλαγή, η μεγάλη μεταβολή που έκανε στη διαδρομή του το ΠΑΣΟΚ από κόμμα, όχι αντί-ευρωπαϊκό, αλλά με ειδικό τρόπο θα έλεγα ευρωπαϊκό, σε 100% υπέρμαχο της ευρωπαϊκής ενοποίησης ξαναχάθηκε για τη χώρα μας. Η χώρα μας ξανά, το λέω όπως το έζησα στην Ευρώπη, είναι η Σικελία της Ευρώπης: μας βλέπουν και βάζουν το χέρι στην τσέπη μην τους πάρουμε το πορτοφόλι. Τους είπαμε ψέματα τρεις, τέσσερις, πέντε φορές. Τους είπαμε ότι αλλάξαμε το Σύνταγμά μας για το βασικό μέτοχο και δεν το κάναμε. Τους είπαμε ότι φτιάξαμε Νόμο συμβατό με το Σύνταγμά μας για το βασικό μέτοχο κι έπαιρναν οι αρμόδιοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και τους έλεγαν «ο Νόμος δεν υπάρχει». Τους δώσαμε στοιχεία του προϋπολογισμού μας ψευδή επί πέντε έτη. Τους λέμε ότι η στατιστική υπηρεσία μας λειτουργεί και τα στοιχεία που τους δίνουμε για όλα τα βασικά μεγέθη της Ελληνικής κοινωνίας αλλά και της απασχόλησης, αυτού του τεράστιου ζητήματος, είναι ψευδή. Δεν μπορούμε να έχουμε μία καλή εικόνα ως χώρα και πρέπει να αρχίσει πιστεύω αυτή η προσπάθεια μέσα από εσωτερικό διάλογο. Πρέπει αυτά τα πράγματα επιτέλους να τα συζητάμε και καταλαβαίνετε, αγαπητοί φίλοι, ότι η συζήτηση αυτή δεν θα γίνει στα «παράθυρα», δεν μπορεί να γίνει στα «τηλεπαράθυρα». Πρέπει αυτά να τα πούμε και να τα κάνουμε πράξη στη Βουλή. Πρέπει να ξαναπροσπαθήσουμε το Κοινοβούλιο να ξαναποκτήσει και αυτό «δύναμη κύρους».

Και αυτά τα ζητήματα: τα δικαιώματα, το άνοιγμα προς τα έξω, νομίζω ότι προϋποθέτουν και το τρίτο που είναι επίσης πολύ ταλαιπωρημένη λέξη: ο πολιτισμός. Πολιτισμός όχι με την έννοια της πολιτικής πολιτισμού, εγώ δεν πιστεύω ότι το Κράτος σήμερα πρέπει να είναι ο Μαικήνας ο οποίος δίνει λεφτά και επιχορηγήσεις για να παράγεται ο πολιτισμός, αλλά πολιτισμός σημαίνει τρόπος δράσης του Κράτους. Σημαίνει έμφαση στα σημαντικά, όπως λέω εγώ: νοσοκόμοι αντί για αγροφύλακες, δημοτικό αντί για Πανεπιστήμιο. Κατευθείαν εκεί που πονάμε, στα θέματα που πονάμε. Αυτό είναι πολιτισμός. Και πολιτισμός είναι επίσης και ο πραγματικός πολιτισμός. Δεν θα μας πήγαινε πίσω να ξαναβρούμε ως Έλληνες –γιατί εγώ πιστεύω ότι το έχουμε αυτό μέσα μας- την αγάπη για τα γράμματα και τις τέχνες. Μπορεί να το κάνει η πολιτική αυτό; Όχι. Αλλά μπορεί να δώσει νομίζω και σε όλα αυτά ένα παράδειγμα.

Οι εκλογές είναι σε μία εβδομάδα – καταλαβαίνετε ότι φτάνω στο τέλος της αφήγησης και η αφήγηση πρέπει να ξαναπάρει ένα τόνο προσωπικό. Σ’ αυτές τις εκλογές, εγώ κρατάω τους τόνους χαμηλούς πρώτον από το θράσος της άγνοιας – δεν ξέρω τι με περιμένει, δεν ξέρω τι μας περιμένει αλλά και δεύτερον γιατί το συλλογικό μας στοίχημα, αυτό το «στοίχημα της αξιοπρέπειας» αν έτσι συμφωνούμε όλοι να το ονομάσουμε, είναι εξαιρετικά δύσκολο. Είπαμε η Ελλάδα είναι γονατισμένη. Βλέπουμε την κατάσταση στα Νοσοκομεία, βλέπουμε την κατάσταση στην Παιδεία, βλέπουμε την κατάσταση στο Κράτος, βλέπουμε την κατάσταση σε όλους τους βασικούς τομείς της δημόσιας ζωής.

Ρωτάνε συχνά οι φίλοι – και με αυτό τελειώνω – και καλά τι θα κάνεις ; Ένας άνθρωπος τι μπορεί να πει ; Λέω πάντα πως ένας άνθρωπος είναι ένα μικρό κομμάτι και δεν είναι ποτέ ένας άνθρωπος, είναι ένα κομμάτι μίας συλλογικής ταυτότητας που το ΠΑΣΟΚ, έχω την αίσθηση και τη βαθειά πεποίθηση, ότι έχει αποφασίσει να ξαναβρεί σε αυτές τις εκλογές με τη δύναμη που θα του δώσετε εσείς.

 

Σας ευχαριστώ πολύ

 

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...