3 + 1 Συν-θέσεις αρχής

Τώρα που η συνταγματική αναθεώρηση μπαίνει σιγά-σιγά στη φάση της ουσίας, δεν θα ήταν ίσως άχρηστο να υπενθυμίσουμε τις νομικές και πολιτικές βάσεις της όλης συζήτησης. Υπάρχει λόγος, γιατί δεν είναι βέβαιο ότι τα κόμματα τις λαμβάνουν πάντα υπόψη τους. Κι υπάρχει και χρόνος, γιατί οι επιμέρους προτάσεις είναι ακόμη πολύ γενικές, ενώ η κοινοβουλευτική διαδικασία θα αρχίσει ουσιαστικά να ξεδιπλώνεται μετά το καλοκαίρι.

Έχουμε και λέμε λοιπόν –από το γενικότερο προς το ειδικότερο:



1. Η συμβολική διάσταση του Συντάγματος είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, κρίσιμη με την κανονιστική. Αυτό δεν αντανακλάται μόνο στον ειδικό και «βαρύ» (ειδικά στο ελληνικό σύστημα) χαρακτήρα της διαδικασίας αναθεώρησης, αλλά και στην ανάγκη να δοθεί «χρόνος στο χρόνο»: χωρίς ωρίμανση των διατάξεων (η 5ετία συνιστά ελάχιστο όριο, όχι σάλπισμα εκκίνησης), το Σύνταγμα δεν είναι Σύνταγμα αλλά απλός νόμος και η αναθεώρηση δεν εμφανίζεται ως μείζων πολιτειακή διαδικασία αλλά ως απλή κίνηση τακτικής.

2. Η γενικότερη ιδέα της πολιτικής «αλλαγής» αποκτά ειδικό περιεχόμενο όταν αναφέρεται στο Σύνταγμα. Το Σύνταγμα είναι φτιαγμένο για να διατηρείται, όχι για να αλλάζει. Η όποια δε αλλαγή του θα πρέπει να είναι προσανατολισμένη στην ενίσχυση της διαχρονικότητας και της σταθερότητας του. Ο βασικός τρόπος με τον οποίο αλλάζει το Σύνταγμα είναι μέσα από την άρρητη και όχι τη νομοθετημένη προσαρμογή του στις κοινωνικές εξελίξεις -γι’ αυτό ακριβώς και οι διατάξεις (οφείλουν να) έχουν γενική διατύπωση, κανονιστικό εύρος και προσανατολισμό στο μέλλον.

3. Η «συναίνεση» σε σχέση με το Σύνταγμα και την αναθεώρησή του είναι κι αυτή μια παρεξηγημένη έννοια. Για την ολοκλήρωση της όλης διαδικασίας χρειάζονται αυξημένες πλειοψηφίες, άρα απαιτούνται διαρκείς συνεννοήσεις μεταξύ των παρατάξεων και συμπήξεις διακομματικών μετώπων κατά τις ψηφοφορίες. Γι’ αυτό και το τελικό αποτέλεσμα –το ψηφισμένο Σύνταγμα- δεν μπορεί πράγματι σχεδόν ποτέ (όταν προέρχεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες) να χαρακτηρισθεί «δεξιό» ή «αριστερό». Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορούν (θα έλεγα μάλιστα: ότι δεν οφείλουν) να υπάρξουν επιμέρους προτάσεις με διακριτό πολιτικό στίγμα (όπως, στις δύο όψεις του κομματικού φάσματος, η συνταγματική κατοχύρωση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης από τη μία και τρόποι «ιδιωτικοποίησης» της πολιτικής από την άλλη).

4. Από τα παραπάνω συνάγονται τα εξής πιο πρακτικά: ότι, πριν αυτοαποκληθεί «αναγκαία», η συζητούμενη αναθεώρηση οφείλει να αποδείξει ότι δεν είναι βιαστική και πρόχειρη- κάτι που μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει΄ ότι, όσο κι αν θέλει να εμφανιστεί ως «τεχνική κίνηση μεγάλης πολιτικής», διατηρεί τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά της΄ ότι, εξαιτίας αυτών, κρινόμενη διαθέτει αδιάφορα, συζητήσιμα και επικίνδυνα στοιχεία΄ ότι τα πρώτα θα πρέπει ο δημόσιος διάλογος να τα ξεκαθαρίσει ή να τα εκκαθαρίσει, τα δεύτερα να τα διαμορφώσει όσο το δυνατόν πιο άρτια και τα τελευταία (ειδικά όταν αφορούν συγκέντρωση εξουσιών και άμεση ή έμμεση αποδυνάμωση δικαιωμάτων) να τα αναδείξει και να τα αποκρούσει. Με επίγνωση ότι, στην κατάσταση που βρίσκεται το Σύνταγμα μας μετά την αναθεώρηση του 2001, οι επικίνδυνες αλλαγές είναι σαφώς πιο πολλές από τις χρήσιμες.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...