Ο φυσικός δικαστής παραχωρεί τη θέση του στο βιαστικό εξακριβωτή. Εκ των υστέρων εμφανίζονται και μια σειρά από «πολιτικότερες», αλλά εξίσου κρίσιμες για την κατάσταση των δικαιωμάτων, παρενέργειες: η «έρευνα» είναι δυνατόν να παραγγέλλεται από «παγκοσμιοποιημένα» -άρα νομικώς μη αναγνωρισμένα- κέντρα επιβολής της τάξης και της ασφάλειας, η μεταχείριση είναι δεδομένα διαφορετική αναλόγως με το αν οι «ύποπτοι» είναι αυτόχθονες ή αλλοδαποί, η προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας από τις κυβερνήσεις και εμφάνισης της κατάστασης ως φυσιολογικής γίνεται σχεδόν αταβιστικά. Από όλα αυτά –που δεν είναι δυνατόν να αντισταθμιστούν από το μόνο γεγονός ότι πράγματι οι νέοι κίνδυνοι απαιτούν νέες αντιμετωπίσεις- το δικαίωμα της ιδιωτικότητας πλήττεται στον ίδιο του τον πυρήνα, τη σχέση του με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών απέδειξε μια σειρά από άλλα πράγματα. Ότι η παρακολούθηση απολύτως ιδιωτικών στιγμών επιλεγμένων –αλλά και τυχαίων- προσώπων είναι όχι μόνο τεχνικά εύκολη, αλλά και πολιτικά αυτονόητη, ιδίως όταν συνδυάζεται με γεγονότα-καλούς αγωγούς της ψύχωσης περί την ασφάλεια (όπως, στην περίπτωσή μας, οι Ολυμπιακοί Αγώνες). Ότι, τέτοιου είδους παρακολουθήσεις, όταν αρχίσουν, δύσκολα -και πάντως με ακόμα μεγαλύτερη αδιαφάνεια- σταματούν: η πρόκληση του εθισμού πάει χέρι-χέρι με τον εθισμό στην πρόκληση. Ότι οι θεσμοί ενσυνειδήτως παρακάμπτονται όχι μόνο κατά την ίδια την παραβατική συμπεριφορά, αλλά και από τη στιγμή που αυτή θα αποκαλυφθεί και θα αρχίσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η αναζήτηση της «αλήθειας» και η απόδοση των ευθυνών. Ότι, και πάλι, τα πρώτα –στην περίπτωσή μας και τα τελευταία- αντανακλαστικά των αρμόδιων εθνικών οργάνων δεν έχουν σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων αλλά με τη διαφύλαξη των «κρατικών μυστικών». Ότι, τέλος, όσο πιο «πολύκροτη» είναι μια υπόθεση –και οι υποθέσεις ευρείας κλίμακας υποκλοπών είναι πάντα τέτοιες- η ιδιωτικότητα αμέσως και εμμέσως εμπλεκομένων προσώπων υποφέρει διπλά και τριπλά, καθώς περνά μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Η περίπτωση του Έλληνα επιχειρηματία στη Βουλγαρία –και παράλληλα στέλεχος κόμματος στην Ελλάδα- που φαίνεται ότι ανακρίθηκε, στο έδαφος της ξένης αυτής χώρας, από πράκτορες της ΣΙΑ, για πράξεις άλλες –ή πάντως και άλλες- από όσες πιθανόν να είχαν να του προσάψουν οι αρχές της χώρας φιλοξενίας, φωτίζει ορισμένα από τα παραπάνω συμπεράσματα από μια άλλη οπτική γωνία. Δείχνει πως, ειδικά για τα δικαιώματα και ακόμα ειδικότερα για την ιδιωτικότητα, η αντιστροφή ρόλων ανάμεσα στο γηγενή και τον ξένο, τον προστατευόμενο και τον «παραβιαζόμενο», τη «μικρή» και τη «μεγάλη» δύναμη, καραδοκεί ανά πάσα στιγμή. Δείχνει επίσης πόσο διαπερατά είναι τα σύνορα ανάμεσα σε πράξεις που σχετίζονται με την ασφάλεια και πράξεις που μόνο κάποιοι ιδιαίτερα ευφάνταστοι νόες θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι σχετίζονται. Δείχνει, τέλος, πόσο μικρός μπορεί να αισθανθεί ο άνθρωπος –ακόμα και ο πιο ισχυρός άνθρωπος- όταν πιαστεί, δίκαια ή άδικα, στο γρανάζι μιας επίσημης καταστολής, που προχωρά ωστόσο με κρυμμένο πρόσωπο.

Social Media