Στη χώρα μας, παρά τις ενθαρρυντικές αρχικές δηλώσεις κυβερνητικών υπευθύνων για μη αναγκαιότητα λήψης περαιτέρω περιοριστικών των ελευθεριών μέτρων, οι εξελίξεις είναι δυσοίωνες. Οι πολιτικές –και το ανάστημα των εμπνευστών και εκφραστών τους- κρίνονται από τα μέτρα που τις υλοποιούν και όχι από τις δηλώσεις προθέσεων που τις προαναγγέλλουν ή τις «εξηγούν». Κι αν η σύμπλευση με την παμψηφία των κρατών-μελών της Ένωσης ως προς την επί της αρχής απόφαση για διεύρυνση του κατασταλτικού οπλοστασίου είναι μεν νομικά κατακριτέα αλλά τουλάχιστον πολιτικά δικαιολογήσιμη (η Ελλάδα έχει ήδη χάσει τη δύναμη για πολύ μικρότερες «εξεγέρσεις» στα πλαίσια μιας Ευρώπης που την αντιμετωπίζει με διαρκώς αυξανόμενη καχυποψία), δεν ισχύει το ίδιο για τις πρώτες εξαγγελίες υλοποίησης των γενικών αυτών αρχών στην εσωτερική έννομη τάξη. Η δημιουργία ενός ανέλεγκτου υπερ-οργανισμού παρακολούθησης των πολιτών συγκρούεται ευθέως με το Σύνταγμα, την ανεξάρτητη αρχή προστασίας των προσωπικών δεδομένων, τη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη νομολογία των δικαστηρίων για τα ακραία όρια προστασίας της ιδιωτικότητας. Δεν είναι μάλιστα η μόνη εξωτερίκευση μιας τέτοιου είδους τάσης εκ μέρους της παρούσας κυβέρνησης, καθώς μπορεί και πρέπει να συνδεθεί με τις πολύ πρόσφατες υπερ-ενισχύσεις του άλλοτε τρισκατάρατου ΣΔΟΕ (και μάλιστα δι’ Εγκυκλίου!), την απόπειρα κατάργησης της αυτοδιοίκησης των δικαστών και την οιονεί πραξικοπηματική επιβολή Προεδρείου σε άλλη «ανεξάρτητη» Αρχή.
Μπροστά σε μια τέτοια στάση της εκτελεστικής εξουσίας, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη θεσμική σημασία η αντίδραση της δικαστικής. Ο δικαστής είναι ο τελικός εγγυητής των ελευθεριών και μιας εξισορρόπησης των εννόμων αγαθών που δεν θα οδηγεί σε οπισθοχώρηση του Κράτους Δικαίου. Ήδη στη Μεγάλη Βρετανία, η Βουλή των Λόρδων θεώρησε αντίθετες με την ΕΣΔΑ τις σχετικές με την απεριόριστη κράτηση των υπόπτων διατάξεις του καλούμενου «Αντι-τρομοκρατικού νόμου» της κυβέρνησης Μπλερ, ενώ αντισυνταγματική έκρινε την υποκλοπή των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων από την Αστυνομία το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι Έλληνες δικαστές δεν έχουν ακόμα αποφανθεί. Όμως, πέρα από τη συντηρητική αναδίπλωση που χαρακτηρίζει, ιδίως μετά το ξέσπασμα των πρόσφατων σκανδάλων, ολόκληρο το σώμα, υπάρχουν ήδη και νομολογιακές ενδείξεις που πρέπει να μας κάνουν να ανησυχούμε.
Τέτοια βαριά ένδειξη είναι η απόφαση 1986/2005 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία η πλειοψηφία αποφαίνεται, σε πείσμα των πρωτοποριακών –τότε- αποφάσεων 1933/98 και 1917-1929/98 του Δικαστηρίου, αλλά, κυρίως, σε ευθεία αντίθεση με το αναθεωρημένο άρθρο 116 παρ. 2 του Συντάγματος, ότι μπορούν ακόμα να επέρχονται (έστω και υπό προϋποθέσεις) νομοθετικές σε βάρος των γυναικών κάμψεις της αρχής της ισότητας των φύλων. Το ότι αυτή η απόφανση οφείλεται, ίσως, στην αδυναμία των εκφραστών της να «συγχωρήσουν» την οφειλή της αναθεώρησης του συγκεκριμένου άρθρου στην προηγούμενη εκείνη νομολογία, είναι το λιγότερο. Αυτά που αφήνει να διαφανούν και όσα προοιωνίζεται, μέσα στο κλίμα της εποχής, είναι πολύ πιο επικίνδυνα.

Social Media