Το τελευταίο επεισόδιο θα μπορούσε, αν δε φανέρωνε μια τόσο επικίνδυνη νοοτροπία, να θεωρηθεί ότι ανήκει στο πεδίο της υπερβολικής ευαισθησίας. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, που δεν είναι η πρώτη φορά που μας απασχολεί με την ιδιάζουσα ερμηνεία που δίνει στους θεσμούς αλλά και στις αρμοδιότητες του (αρκεί να θυμηθούμε τη στάση του στο ζήτημα της ηλεκτρονικής παρακολούθησης των διαδηλώσεων και του σεβασμού της σχετικής απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων), πρώτα κίνησε την πειθαρχική διαδικασία και μετά προανήγγειλε, ουσιαστικά, δίωξη του Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας για δηλώσεις που έκανε ο τελευταίος σε ημερήσια εφημερίδα. Στις δηλώσεις του ο εκλεγμένος εκπρόσωπος του ειδικού αυτού κλάδου της Δικαιοσύνης ανέφερε ότι υπήρξε «αδικαιολόγητη αδράνεια» της Εισαγγελίας στην υπόθεση των υποκλοπών (προσθέτοντας μάλιστα ότι αφορούσαν «τουλάχιστον το αρχικό στάδιο», κάτι υπερβολικά επιεικές ενόψει του όλου τρόπου διαχείρισης της υπόθεσης και ιδίως του σκανδαλώδους κλεισίματός της) και ότι έχουν δημιουργηθεί «εύλογα αισθήματα πικρίας, απογοήτευσης και ανασφάλειας» στους δικαστικούς λειτουργούς από τον τρόπο που χειρίζεται το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο θέματα προαγωγών και μεταθέσεων. Παγκοίνως γνωστές, σχεδόν αυτονόητες και οι δύο διαπιστώσεις –και μάλιστα μέσα από αυτή τη στήλη έχουν στιγματισθεί με πολύ αυστηρότερα λόγια. Το ενδιαφέρον –και το επικίνδυνο- έγκειται όχι τόσο στην αντίδραση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (εξαντλώντας, εξάλλου, την πειθαρχική αυστηρότητα σε έναν υφιστάμενό του αυτομάτως δικαίωσε τουλάχιστον το δεύτερο από τους ισχυρισμούς του τελευταίου) όσο στην επιχειρηματολογία του.
Ενώπιον ομηγύρεως –προφανώς «ψαρωμένων»- συναδέλφων του και με εμφανή διάθεση να κάνει –και να δώσει- ένα μάθημα, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποδέχτηκε καταρχήν (πώς θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά;) το «δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της κριτικής», για να το αδειάσει πλήρως από το περιεχόμενό του στη συνέχεια. Γιατί τι δικαιολογεί να συνδυάζεται το δικαίωμα κριτικής με το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμης, όταν η κριτική που ασκήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο δεν είχε το παραμικρό στοιχείο συκοφάντησης αλλά, ενόψει του θεσμικού ρόλου του πειθαρχικώς διωκόμενου, θα μπορούσε να πει κανείς πως αποτελούσε και καθήκον του; Και στη βάση ποιού λογικού (δηλαδή νομικώς παράλογου) άλματος μπορεί άραγε να γίνει δεκτό ότι μια τέτοιου είδους κριτική αποτελεί διάνοιξη του δρόμου και σε άλλους «να επιτίθενται ακινδύνως κατά του θεσμού της Δικαιοσύνης», όταν ακριβώς ο στόχος της κριτικής είναι να αφυπνίζει ευαισθησίες και συνειδήσεις, δηλαδή τελικά να προστατεύει τους θεσμούς;
Θα μπορούσα ίσως να παραδεχτώ ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου πράττοντας έτσι θέλησε κι αυτός, με τον τρόπο του, να προστατεύσει το λειτούργημά του. Μόνο που ανάμεσα στην προστασία δα της εμπεριστατωμένης κριτικής και την προστασία δα του νομιμόφρονος φανατισμού παίζεται όλο το –προσώρας χαμένο- παιχνίδι της αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης.

Social Media