Ο μισθός του Καίσαρα

Για τους δικαστές ισχύει ακόμα περισσότερο αυτό που λεγόταν για τη γυναίκα του Καίσαρ: δεν πρέπει μόνο να είναι, αλλά και να φαίνονται έντιμοι. Στην εποχή μας η εντιμότητα έχει αποσυνδεθεί από την ηθική υπόσταση του προσώπου και έχει σχεδόν ταυτιστεί με την οικονομική του επιφάνεια. Πες μου τι κερδίζεις να σου πω ποιος είσαι, λέει η «αγορά». Απόδειξέ μου πώς το κερδίζεις για να σου αποδώσω βαθμό εντιμότητας, αμύνεται η «πόλις». Για τους δικαστές, εγγυητές της ισονομίας, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα: πάψε ν’ αποφασίζεις μόνος σου για το πόσο θα κερδίζεις, απαιτεί η «κοινωνία». Και μάλιστα, αντίθετα από ό,τι για τους βουλευτές, χωρίς να τους αναγνωρίζει το «ελαφρυντικό» της λαϊκής νομιμοποίησης.

 

Το αγκάθι του ποιος αποφασίζει για τους μισθούς των δικαστών προσπάθησε να αντιμετωπίσει η συνταγματική αναθεώρηση του 2001: αντί για τα κοινά δικαστήρια, παρέπεμψε κάθε διαφορά που αφορά αποδοχές ή συντάξεις δικαστικών λειτουργών στο Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας του άρθρου 99, με σύνθεση επαυξημένη κατά ένα καθηγητή κι ένα δικηγόρο, έτσι ώστε, πλέον, η απόφαση λαμβάνεται από 6 μη δικαστές σε σύνολο 9 μελών. Αναθεώρηση κοινού νου και προς τη σωστή κατεύθυνση, θα έλεγε κανείς, αφού λαμβάνει υπόψη το αίτημα του κοινωνικού σώματος –αλλά και των ίδιων των δικαστικών ενώσεων- να μην κρίνουν μόνοι τους οι κρίνοντες. Κι όμως. Με το πρώτο αεράκι της πράξης –τις πρόσφατες αποφάσεις του κάθε άλλο παρά χαϊδευτικά αποκληθέντος «Μισθοδικείου»- το βελτιωμένο οικοδόμημα γκρεμίστηκε. Και επιπλέον, σε μια αντίδραση τυπική του ελληνικού τρόπου δημοσίως σκέπτεσθαι, οι περισσότερες από τις προτάσεις για την άρση των νέων προβλημάτων θα έκαναν, αν υιοθετούνταν, τα πράγματα ακόμα χειρότερα.

Η αιτιολογία της προς τα άνω μισθολογικής προσαρμογής που χρησιμοποίησε το ειδικό Δικαστήριο στις δύο αποφάσεις του Νοεμβρίου του 2006 είναι κλασική και στηρίζεται ευθέως στο άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος: εκ του λειτουργήματός τους, οι δικαστές δεν επιτρέπεται να διαφοροποιούνται ως προς τις αποδοχές τους από τους υπαλλήλους των δύο άλλων δημοσίων εξουσιών, της νομοθετικής και της εκτελεστικής. Γιατί, όμως, οι αποδοχές των δικαστικών πρέπει να είναι όχι μόνο διακεκριμένες και ομοειδείς, αλλά «αυξημένες» (όπως διαλαμβάνουν και οι δύο αποφάσεις), έναντι των άλλων λειτουργιών; Γιατί η εξομοίωση να γίνεται (σύμφωνα με την πρώτη απόφαση) σε σχέση με τις αποδοχές του Προέδρου μιας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής (της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών), κατά σύμπτωση εκείνης στις οποίες προβλέπονται οι υψηλότερες αποδοχές; Είναι άραγε εντελώς τυχαίο ότι, και στις δύο αποφάσεις, οι δικηγόροι-μέλη του δικαστηρίου ψήφισαν συντριπτικά υπέρ της ύψιστης δυνατής αναπροσαρμογής; Τι δικαιοδοτικό σύστημα είναι αυτό που επιτρέπει, επί του ίδιου ζητήματος και με την ίδια νομική αιτιολόγηση, δυο διαφορετικές, ως προς το αντικείμενο της δίκης, αποφάνσεις; (εφόσον, μια μέρα μετά την πρώτη, δημοσιοποιήθηκε άλλη απόφαση του «Μισθοδικείου», υπό άλλη σύνθεση, που έθεσε ως βάση υπολογισμού των αυξήσεων τις αποδοχές του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών). Πώς να στηριχτεί η κατά την κοινή πρόσληψη ορθότερη αυτή δεύτερη απόφαση, όταν η ίδια παραδέχεται ότι το ακριβές ύψος των αποδοχών του εν λόγω γενικού διευθυντή είναι άγνωστο και μάλλον αδύνατο να προσδιορισθεί; Και ποια Πολιτεία να εμπιστευτούν οι πολίτες όταν α) ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου κάνει μαθηματικά σχόλια περί του ύψους των μισθολογικών αλλαγών, αγνοώντας τα θεσμικά ζητήματα, β) η κυβέρνηση, δια του Υπουργού Οικονομίας, σχεδιάζει λύσεις για να μη δοθούν τα επιπλέον χρήματα, αδιαφορώντας ακόμα και για το τεκμήριο νομιμότητας των δικαστικών αποφάσεων, γ) κάποια κόμματα και βουλευτές βρίσκουν την ευκαιρία να επαναφέρουν εκ πλαγίου τη συζήτηση για το Συνταγματικό Δικαστήριο, αποσιωπώντας ότι ούτε μεγαλύτερα εχέγγυα δίκαιας κρίσης θα διέθετε, ενώ και επιπλέον προβλήματα ανεξαρτησίας θα προσέθετε και δ) κανείς δεν αναρωτιέται αν, πάλι εκ του λειτουργήματός τους, η μισθολογική αμφισβήτηση και διεκδίκηση των δικαστών πρέπει να υπακούει στα ίδια με των λοιπών πολιτών κριτήρια και προϋποθέσεις;

Όπως όλα τα δημοκρατικά αγαθά –περισσότερο από όλα τα άλλα αγαθά- η ανεξαρτησία δεν απονέμεται. Κερδίζεται. Ή χάνεται.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...