ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΘΕΣΣΑΛΙΑ»

 

Οι σημερινές πολιτικές συνθήκες ευνοούν να τεθεί προς συζήτηση και να υπάρξει τελικά συμφωνία για το θέμα του διαχωρισμού εκκλησίας από το κράτος;

Αν θα ήθελε κανείς να είναι ελαφρά σαρκαστικός –αλλά πολύ ειλικρινής- θα έλεγε ότι, στην Ελλάδα, ποτέ οι πολιτικές συνθήκες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευνοούν μια τέτοια συζήτηση. Τόσο οι προκαταλήψεις, οι συναισθηματισμοί και η ημιμάθεια –που, δυστυχώς, αποτελούν γενικά χαρακτηριστικά του καλούμενου δημόσιου λόγου- εξοστρακίζουν, κάθε φορά που καλούμαστε να μιλήσουμε για το συγκεκριμένο θέμα, τη νηφαλιότητα, την επιστημονική και πολιτική επιχειρηματολογία, την άντληση των απαραίτητων συμπερασμάτων από την ως τώρα ελληνική εμπειρία αλλά και τις διεθνείς εξελίξεις. Η σχέση Κράτους- Εκκλησίας αντιμετωπίζεται –κυρίως από την πλευρά της Εκκλησίας αλλά με αξιοσημείωτη διείσδυση σε λαϊκά στρώματα αρκετά πέραν του ποιμνίου της- ως ζήτημα «εθνικό», «ηθικής τάξης», «μάχης για τη διάσωση βωμών ή εστιών», ενώ είναι –ή θα έπρεπε να είναι- το ακριβώς αντίθετο: ζήτημα θεσμών, δημοσίου συμφέροντος, ξεκαθαρίσματος επ’ ωφελεία και των δύο πλευρών. Οι σημερινές συνθήκες ανακίνησης της συζήτησης παρουσιάζουν, εντούτοις, ορισμένα νέα στοιχεία, που θα μπορούσαν ίσως να αποβούν καλοί αγωγοί ενός αναβαθμισμένης ποιότητας δημοσίου διαλόγου. Αυτά τα στοιχεία είναι, κατά τη γνώμη μου, τα ακόλουθα: το άνοιγμα της συζήτησης με την ευκαιρία ενός θεσμικού διαβήματος, της συνταγματικής αναθεώρησης –εκπορευόμενης μάλιστα από την κυβερνητική πλειοψηφία- και όχι ως συνέπεια κάποιου είδους «κοινωνικής κρίσης» (όπως η ιστορία με τις ταυτότητες)΄ η προηγούμενη κατάθεση από αξιόπιστη επιστημονική ένωση και η εισαγωγή στη Βουλή με διακομματική συμφωνία, αναλυτικής και μελετημένης πρότασης θεσμικών αλλαγών΄ η –σχετική- λείανση της αδιαλλαξίας της ηγεσίας της Εκκλησίας, που τουλάχιστον δεν αποκρούει τη συζήτηση γύρω από ένα «βελούδινο διαζύγιο» (κατά την έκφραση του Αρχιεπισκόπου), δείχνοντας να καταλαβαίνει ότι, χάρις και στις πολιτικές προσβάσεις της, δεν θα αφεθεί αδικαίωτη στα θέματα που κυρίως την ενδιαφέρουν.

Η ελληνική εκκλησία απευθυνόμενη στους υποστηρικτές αυτής της κίνησης για το διαχωρισμό τονίζει ότι αποσκοπούν στην σταδιακή αλλοτρίωση της ελληνικής κοινωνίας…

Η όποια τέτοια αιτίαση αδικεί, νομίζω, τα κίνητρα και το λόγο όλων όσων θεωρούν ότι η σχέση Κράτους-Εκκλησίας είναι ένα μείζον πολιτειακό ζήτημα που απαιτεί ξεκαθάρισμα, όχι αντιπαράθεση, αλλά αδικεί και την ίδια τη νοημοσύνη όσων καλούνται να παρακολουθήσουν ή να λάβουν μέρος στη δημόσια συζήτηση. Από πουθενά δεν ζητείται –γιατί δεν είναι καν νοητό να ζητηθεί- αλλαγή ηθών, ιστορικών αναφορών, ακόμα και της δυνατότητας επηρεασμού του κοινωνικού σώματος εκ μέρους της Εκκλησίας. Δεν υπάρχει κανένα θέμα, για να χρησιμοποιήσουμε τα παραδείγματα του Αρχιεπισκόπου, «να κατεβάσουμε τις εικόνες, να καταργήσουμε τα θρησκευτικά, να βγάλουμε το σταυρό από τη σημαία». Αυτό που σκοπείται είναι η δράση της Εκκλησίας να μην μπορεί να λάβει και ανοιχτά πολιτικά χαρακτηριστικά, να μην υπαγορεύει στην κρατική εξουσία αποφάσεις, να μην εκφεύγει από την κοίτη του «κοινωνικού» της ρόλου και να μην υπεισέρχεται σε λειτουργίες ξένη με τη φύση και την αποστολή της. Μερικά παραδείγματα: το να υπαγορεύει –ή να θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να υπαγορεύει- η Εκκλησία στην Πολιτεία πώς θα ρυθμίσει κανονιστικά ζητήματα όπως η καύση των νεκρών ή οι έννομες συνέπειες της συμβίωσης εκτός γάμου ή με τι τρόπο θα οργανωθεί η διδασκαλία στο μάθημα των θρησκευτικών συνιστά υπέρβαση του πολιτειακού της ρόλου. Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι δεν θα μπορεί να πει τη γνώμη της. Αλλά η γνώμη αυτή δεν μπορεί –και δεν πρέπει, λένε όσοι ενδιαφέρονται πραγματικά για το πολίτευμα και τη δημοκρατικότητα του- να εμφανίζεται ως «γνώμη» του ίδιου του Κράτους –γιατί τότε δεν είναι γνώμη αλλά επιβολή- παρά μιας σημαντικής και θεσμικά κατοχυρωμένης κοινωνικής του συνιστώσας.


Ποιες είναι εκείνες οι αλλαγές που προτείνονται από την δική σας πλευρά οι οποίες πιστεύετε ότι άμεσα μπορούν να προωθηθούν και για τις οποίες θα συναινούσε και η ίδια η εκκλησία;

Στην πρόταση νόμου της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που, όπως σας είπα ήδη, έχει κατατεθεί στη Βουλή και υποστηρίζεται από κόμματα και μεμονωμένους βουλευτές, περιέχονται είκοσι επί μέρους ζητήματα, από το θρησκευτικό όρκο, την πολιτική κηδεία, τη ναοδομία και τη διδασκαλία των θρησκευτικών, ως τον προσηλυτισμό, τη φορολογική μεταχείριση της Εκκλησίας και την οικονομική της αυτονόμηση. Από την ίδια τους τη φύση, οι περισσότερες από τις προτάσεις αυτές δεν απαιτούν συνταγματική μεταρρύθμιση για να υλοποιηθούν (εξαιρείται ο όρκος, αν θελήσουμε να περιλαμβάνει και πολιτειακά όργανα όπως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι βουλευτές, ο προσηλυτισμός, στον οποίο δεν αρκεί αλλαγή στον Ποινικό Κώδικα, πιθανότατα και η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος με άλλα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα και θεσμούς, όπως π.χ οι Μουφτήδες). Κατά την επίσημη παρουσίαση της πρότασης από την Ένωση, εκπρόσωπός της έκανε λόγο για ρυθμίσεις «αυτονόητες» (θρησκευτικός όρκος, αναγραφή θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, πολιτική κηδεία, αποτέφρωση νεκρών), «ώριμες» (ναοδομία, διδασκαλία θρησκευτικών, θρησκευτικές σχολές, υποχρεωτικότητα πολιτικού γάμου) και «προς διάλογο» (κυρίως τα οικονομικά και φορολογικά ζητήματα). Από την πλευρά του, ο Αρχιεπίσκοπος, στο πρόσφατο «βελούδινο» άνοιγμα του, εστίασε τη δυνατότητα «υποχωρήσεων» της Εκκλησίας στη μη αναγκαστική παρουσία οργάνων της σε πολιτειακές εκδηλώσεις, όπως η ορκωμοσία του Προέδρου της Δημοκρατίας και η έναρξη των εργασιών της Βουλής. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, δείχνει ότι πολλά από τα «αυτονόητα» και τα «ώριμα» θέματα της πρότασης δεν είναι, για την Εκκλησία, ούτε το ένα ούτε το άλλο και με ωθεί προσωπικά να υποστηρίζω την άποψη ότι μια τέτοια πρόταση –αλλά και μια τέτοια εν γένει συζήτηση- κινδυνεύει να αποδυναμωθεί έως διαλύσεως αν υπακούσει στη λογική των «εκπτώσεων» και των «α-λα-καρτ» συμφωνιών. Η πληρότητα και η συνοχή της είναι τα κλειδιά της αξιοπιστίας της.

Υποστηρίζεται βέβαια και η άποψη ότι οι σχέσεις εκκλησίας και κράτους μπορούν να ρυθμισθούν στα πλαίσια του υπάρχοντος συντάγματος και χωρίς να αναζητηθεί η λύση μέσα από την διαδικασία για την αναθεώρηση του συντάγματος…

Σας είπα, αυτή είναι η άποψη όσων, φοβούμενοι τη «σύγκρουση» (που δεν έχει κανένα λόγο να αποβεί «σύγκρουση ενδο-πολιτισμών»), πρεσβεύουν «α-λα-καρτ» συμφωνίες στα πλαίσια αμοιβαίων υποχωρήσεων. Η άποψή μου είναι ότι αυτό φθηναίνει τον πολιτειακό χαρακτήρα της συζήτησης. Αλλά και ότι υποτιμά δύο μείζονες λόγους που καθιστούν αδήριτη ανάγκη να σπάσει το ταμπού της συνταγματικής αναθεώρησης (του άρθρου 3 του Συντάγματος, αλλά όχι μόνο). Ο πρώτος είναι η συμβολική αξία μιας τέτοιας κίνησης, όπου και μόνη η απεμπλοκή από τον αδόκιμο για τέτοιας φύσης κείμενο όρο «επικρατούσα θρησκεία» θα φώτιζε με νέο φως όλο το πλέγμα των σχέσεων Κράτους-Θρησκείας, εξουδετερώνοντας, παράλληλα, κάθε δυνητικά ανταγωνιστικό τους στοιχείο. Ο δεύτερος έχει σχέση με τις κανονιστικές συνέπειες μιας τέτοιας αναθεώρησης, που θα χρησίμευε ως ερμηνευτικός οδηγός και για το νομοθέτη αλλά και για την «ανάγνωση» άλλων άρθρων του Συντάγματος, όπως αυτά που αφορούν την αποστολή της εκπαίδευσης και το ρόλο της Εκκλησίας κατά την κατάρτιση των εγκύκλιων σπουδών.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...