«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 501, Φεβρουάριος 2010

Τούτες τις μέρες δεν έκλεισε μόνο ένα έτος αλλά και μια δεκαετία, η πρώτη ενός άλλου, αλλά ήδη όχι τόσο νέου, αιώνα. Οι δεκαετίες είναι στρογγυλές, προσφέρονται για απολογισμούς, οι αιώνες ακόμα στρογγυλότεροι, προκαλούν για συγκρίσεις και ανακαλύψεις. Η πρώτη, λοιπόν, δεκαετία, του 21ου αιώνα σφραγίστηκε στην παγκόσμια λογοτεχνική σκηνή από το όνομα ενός σπάνιου αστεριού που δεν υπάρχει πια, ενός συγγραφέα που πριν δέκα χρόνια δεν τον ήξερε κανείς και σήμερα όλοι έχουν ακούσει. Η περιγραφή και ιδίως το όποιο ισχνό μυστήριό της δεν μπορεί να αφορά κανέναν άλλον από το Χιλιανό Ρομπέρτο Μπολάνιο.

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 501, Ιανουάριος 2010

Η σχέση μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας απασχολεί και βασανίζει προπατορικά κάθε μορφή ανθρώπινης δημιουργίας, ιδίως τη συγγραφική. Το ζήτημα είναι σε τι βαθμό και πώς φιλτράρεται αυτή η όσμωση: γίνεται άλλη ιστορία (το «καθαρό» μυθιστόρημα), οργανικό κομμάτι μιας ιστορίας που έχει και «φανταστικά» στοιχεία (μεγάλη τάση ιδίως στο σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα), ιστορία περί την ιστορία (το «μεταμοντέρνο» μυθιστόρημα), αφορμή για διαλογισμό γύρω από την Ιστορία (δοκίμιο), «μυθιστορηματική» αφήγηση ή προσπάθεια ανάπλασης της Ιστορίας (το ιστορικό μυθιστόρημα στις διάφορες εκφάνσεις του). Πιο ενδιαφέρουσες μορφές, όπως συχνά στη λογοτεχνία, αποδεικνύονται οι μπάσταρδες. Μυθοπλασία και πραγματικότητα, Ιστορία και εξιστόρηση δεμένες άλλοτε υπόγεια κι άλλοτε φανερά, τα γεγονότα και τα πρόσωπα μέσα από καθρέφτες ή γυμνά. Με τη συλλογική μοίρα στο πρώτο ή στο δεύτερο πλάνο –πάντως ζωντανή και παρούσα.

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 500, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2009

Επιβίωσα του εκλογικού αγώνα κυρίως χάρις σε δύο βιβλία. Είναι βιβλία υπό την  ευρεία έννοια πολιτικά –στην πραγματικότητα πρόκειται για αμιγώς λογοτεχνικά κείμενα γραμμένα με αμιγώς λογοτεχνικό τρόπο από αμιγείς λογοτέχνες, που τυχαίνει να είναι (όπως οφείλουν όλοι οι όμοιοί τους) σκεπτόμενοι άνθρωποι και ενεργοί πολίτες. Τα θέματά τους είναι «παρμένα από τη ζωή», όπως θα έλεγε η Σμυρνιά γιαγιά μου, και όχι από τον κόσμο της φαντασίας (που όμως φυσικά κι αυτή στη ζωή πατάει, κάνοντάς την απλώς πιο ενδιαφέρουσα). Στη μια περίπτωση το θέμα είναι μια πόλη –οι ιστορίες και η ατμόσφαιρά της-, στην άλλη ένας πόλεμος –το άγγιγμα του σε δυο λαούς και στο φαντασιακό ολόκληρης της ανθρωπότητας. Τα δύο βιβλία ενώνει η πίστη στο λόγο, το μίσος για τα στερεότυπα και τις ευκολίες –είπαμε, πραγματικοί συγγραφείς.

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 499

Υπάρχει λογοτεχνία της διασποράς και λογοτεχνία της διασποράς. Συγγραφείς που βρίσκουν τον εαυτό τους ή γράφουν τα καλύτερα έργα τους μακριά από τη χώρα τους –αλλά στη γλώσσα τους– και, σπανιότερα, συγγραφείς που, ζώντας αλλού, πειραματίζονται με το αλλοδαπό, αλλά πλέον και δικό τους, γλωσσικό ιδίωμα. Ο Κόνραντ είναι φυσικά το εμβληματικό πρόσωπο της δεύτερης κατηγορίας, ένας (μεγάλος) συγγραφέας που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί γέννημα-θρέμμα της Αγγλίας, ενώ ο Μπέκετ είναι, κι εδώ, ένα υπέροχο αίνιγμα (αλλά γι’ αυτόν συμβαίνει το αντίθετο: ελάχιστοι γνωρίζουν ότι το μισό τουλάχιστον έργο του το έγραψε στα γαλλικά). Η πολιτιστική και γλωσσική επιμιξία δεν δίνει πάντα, αλλά δίνει συχνά, όπως κάθε επιμιξία, ωραίους καρπούς: μια φρέσκια και χωρίς ψευδαισθήσεις ματιά, την κατακτημένη αγάπη που υπερέχει της αταβιστικής, τις εκπλήξεις της προερχόμενης όχι από τα γονίδια αλλά από τον εγκέφαλο έκφρασης, μια συστολή, γενικά, και μια υγιή απόσταση από τα πράγματα. Και φυσικά την κυρίαρχη αίσθηση του σπασίματος των συνόρων, του πετάγματος πάνω από αυτά, που μας επιτρέπει να δούμε «τα δικά μας» με μεγαλύτερη διαύγεια, αλλά και μας συνδέει με τον ζωογόνο μύθο της ανθρωπότητας ως ανθρωπιάς. Η ελληνική λογοτεχνία έχει δώσει κυρίως δείγματα από το πρώτο είδος: ας το ονομάσουμε «ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ». Πρόσφατα (και, από μια ωραία ειρωνεία της Ιστορίας, ακριβώς την εποχή που η Ελλάδα μετατρεπόταν από χώρα μεταναστών σε χώρα υποδοχής μεταναστών), τα γράμματά μας πλουτίστηκαν αθόρυβα (αυτή η έλλειψη θορύβου είναι το κύριο χαρακτηριστικό του συγγραφέα για το οποίο θα γίνει λόγος) από τη γόνιμη συμβολή ενός πραγματικού Έλληνα της διασποράς. Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης ζει ήδη πάνω από 40 χρόνια στη Σουηδία, έγινε πρώτα γνωστός ως «σουηδός» συγγραφέας και –σχεδόν ξαφνικά για μας αλλά σίγουρα όχι για τον ίδιο– άρχισε, ζώντας πάντα στη Σουηδία, να γράφει απευθείας και στα ελληνικά. Τα ελληνικά του είναι στέρεα, αλλά μαζί και εύθραυστα, σχεδόν ευλαβικά – κάτι που ταιριάζει γάντι με τη θεματολογία και το ύφος του. Τα θέματα του Καλλιφατίδη είναι αυτό που θα λέγαμε «καθημερινά», χωρίς ηρωισμούς και εξάρσεις: ιστορίες ανθρώπων που ζουν, ταξιδεύουν, σκέπτονται και αγαπάνε (ισχύει ακόμα και για τα «αστυνομικά» του μυθιστορήματα, όπως το Ποια είναι η Γαβριέλα Όρλοβα και Ένα απλό έγκλημα). Αυτά που συμβαίνουν, και δεν είναι καθόλου λίγα, συμβαίνουν πίσω από την πλοκή και ανάμεσα στις γραμμές: ένας κυματισμός της αφήγησης, μια χαμηλόφωνη υπαρξιακή αγωνία, η αίσθηση συμμετοχής σε μια προσωπική και μαζί οικουμενική περιπέτεια.

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 498SIRI.jpg, Αυγουστος - Σεπτέμβριος 2009



Εκείνος είναι ένας διάσημος συγγραφέας με μια διάσημη ιστορία. Άσημος, άφραγκος, αλλά πεινασμένος για δόξα και πιστός στη μούσα του, ταξίδεψε στο Παρίσι, έκανε το γκαρσόνι γράφοντας, εγκαταστάθηκε στο Μπρούκλιν (όπου ζει ακόμη), σε είκοσι τετραγωνικά (σήμερα πρέπει να΄χουν γίνει τουλάχιστον διακόσια) και συνέχισε να γράφει, με τον τρόπο του, ώσπου ο τρόπος αυτός επιβλήθηκε, έσπασε τα σύνορα (τ’ αγγλικά πάντα βοηθάνε), κέρδισε τους αναγνώστες, γοήτευσε τους κριτικούς και τρέλανε στη ζήλεια τους ομότεχνους. Ο Πολ Όστερ είναι ό,τι κοντινότερο (στο λιγότερο βίαιο) έχει να παρουσιάσει η σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία στον Χέμινγουεϊ: διαβάζεις μια φράση του και τον αναγνωρίζεις, διαβάζεις τα βιβλία του και νομίζεις ότι σου μιλάει. Δεν θα πάρει το Νόμπελ, αλλά κέρδισε ήδη κάτι που λίγοι συγγραφείς καταφέρνουν: η τέχνη του, η τόσο προσωπική, μοιράζεται και μοιράζει χαρά.

Εκείνη είναι μια σαφώς νεότερη πανέμορφη Νορβηγίδα, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Μινεσότα (πιο Μίντγουεστ δε γίνεται), με πάθος, προφανώς, για ζωή και λογοτεχνία. Το όνομά της –σχεδόν αδύνατο να προφερθεί- δεν της άνοιξε καμία πόρτα, η ομορφιά είναι όμως άλλη ιστορία, κι όταν υπάρχει και φιλοδοξία και ταλέντο, το μίγμα σπανιότατα πάει χαμένο. Αναπόφευκτα κατέληξε στη Νέα Υόρκη κι αναπόφευκτα συνάντησε –κι έριξε νοκ άουτ- το διάσημο συγγραφέα. Η λογοτεχνική της παραγωγή έγινε σιγά – σιγά το ίδιο επαγγελματική, όμως η Σίρι Χούστβεντ για τους περισσότερους συνεχίζει να είναι απλώς «η γυναίκα του Πολ Όστερ». Κακώς. Γιατί όπως δείχνει η παράλληλη εξέλιξή τους, ενώ σε φήμη βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά, στο γράψιμο αρχίζει αθόρυβα να τον ξεπερνάει.

 «ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 497, Ιούνιος - Ιούλιος 2009


philip roth.jpgΤα 19 βιβλία του Φίλιπ Ροθ που κυκλοφορούν στα ελληνικά δεν μπορούν να θεωρηθούν όλα «πολιτικά». Αρκετά όμως μπορούν –και αυτό αποτελεί ένα από τα τρία κύρια θεματολογικά χαρακτηριστικά του μεγάλου συγγραφέα, μαζί με τη διερεύνηση της εβραϊκής ταυτότητας και την αναμέτρηση με το σεξουαλικό ένστικτο. Δεν ισχυρίζομαι πως ο Ροθ διαβάζεται επειδή είναι πολιτικός –θα διαβαζόταν έτσι κι αλλιώς. Πιστεύω όμως ότι τα «πολιτικά» βιβλία του πλουτίζουν όχι μόνο το έργο του αλλά και την οπτική μας γι΄ αυτό.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, και παρά την ύπαρξη πολιτικο-παρωδιακών παρενθέσεων με χαρακτηριστικότερη το  Our Gang («Η Συμμορία μας» αμετάφραστο στα ελληνικά), με τον ήρωα Tricky ν’ αποτελεί μια ελάχιστα καμουφλαρισμένη εκδοχή του Νίξον, η πολιτική ήταν μόνο υπόγεια παρούσα στα βιβλία του. Και πάλι θα έπρεπε να θεωρήσουμε, μάλλον καταχρηστικά, ως «πολιτικό» στοιχείο τον αγώνα των φύλων –του αρσενικού με το θηλυκό, του κάθε μυθιστορηματικού προσώπου με τη σεξουαλικότητά του αλλά και της κοινωνίας με το ίδιο το φαινόμενο της σεξουαλικότητας- που επικρατούσε στα μυθιστορήματα  της πρώιμης σοδειάς (με εμβληματικότερο και διασημότερο το «Σύνδρομο» -ή «Νόσο» στην άλλη ελληνική εκδοχή- του Πορτνόϊ, εκδ. Πόλις και Γράμματα, αντίστοιχα). Από τη δεκαετία του 1990 κάτι άλλαξε (η ίδια η Αμερική;), και το πάνω χέρι πήρε η πολιτική, με όλο και πιο γυμνή μορφή. 

Από το 1991 ως το 1995 δημοσιεύονται, και κερδίζουν το καθένα από ένα μεγάλο βραβείο, τρία μυθιστορήματα «της εβραϊκότητας και της ταυτότητας»: η Πατρική Κληρονομιά (1991, εκδόσεις Χατζηνικολή, βραβείο των Αμερικανών κριτικών), η Επιχείρηση Σάϋλοκ (1993, εκδόσεις Πόλις, βραβείο Pen-Faulkner), το Θέατρο του Σαββάθ (1995, Εθνικό βραβείο βιβλίου).  Το πολιτικό στοιχείο εδώ είναι η αναζήτηση της ρίζας, της συλλογικής μοίρας και η επιρροή της ατομική μοίρα –η αλληλοδιαπλοκή Ιστορίας και ιστορίας, με άλλα λόγια, που αποτελεί το πολιτικότερο θέμα που υπάρχει αλλά και τη σφραγίδα του ώριμου Ροθ.

 12345678  Σελίδα 2 από 8
 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...