Στη φετινή rentrée υπάρχει ένα και μοναδικό ερώτημα: θα κερδίσει το Goncourt ο Μισέλ Ουελμπέκ (Houellebecq), όπως όλοι, με πρώτον τον ίδιο, περιμένουν; Ήδη άτυπα παρασημοφορημένος ως ο «γνωστότερος Γάλλος εν ζωή συγγραφέας», επιμελώς σκανδαλώδης και προκλητικός σε κάθε του βιβλίου, μοντερνιστής και ποιητικίζων, πρόσωπο ηθελημένα στιφό και απόμακρο (ζει μεταξύ Ισπανίας, Ιρλανδίας και Αμερικής, βρίσκεται στα μαχαίρια με τη Γαλλία και τη μάνα του), συγγραφέας του ενός θέματος (του εαυτού του ως μεταφοράς της γενικής «αποξένωσης») αλλά και ενός πολύ ιδιαίτερου στιλ (ψυχρού, συγκεχυμένου, προοριζόμενου να προκαλέσει θάμβος μέσα από την ψυχρή σύγχυση), ο Ουελμπέκ είναι αναμφισβήτητα ένας πόλος: σημείο αναφοράς αλλά και διχόνοιας. Φέτος, για να κερδίσει το βραβείο, έγραψε ένα πιο «βατό» βιβλίο (το δυσμετάφραστο “La carte et le territoire” – θα το πούμε άραγε “Ο χάρτης και η περιοχή»;), που διαθέτει όλα τα γνωρίσματα της μάρκας του: ανύπαρκτη αλλά περιπλανητική πλοκή, περιδιάβαση σε άξενες γειτονιές και πόλεις, μπλέξιμο πραγματικών και φανταστικών προσώπων (ο δευτεραγωνιστής λέγεται και είναι ο Ουελμπέκ), απάνθισμα από φίρμες αυτοκινήτων, καλλυντικών, απορρυπαντικών που εκπροσωπούν το σύγχρονο κόσμο, σεξ χωρίς έρωτα, κρίσεις και αποφθέγματα μέσα στη δαντέλα (ο Πικάσο είναι, για παράδειγμα, ο χειρότερος ζωγράφος του κόσμου). Το εκδοτικό και λογοτεχνικό κατεστημένο του χρωστάει (μεγάλη διαφήμιση και εξαγωγές), το στιλ του καταραμένου που έβαλε (λίγο) νερό στο κρασί του είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της γαλλικής παράδοσης και της αναμονής του κοινού, το βιβλίο διαβάζεται και έχει ακριβώς το σωστό τάιμινγκ και όγκο (400κάτι σελίδες) κι έτσι όλα μοιάζουν προεξοφλημένα. Εκτός αν… Εκτός αν θυμώσουν (για κάποιο λόγο) οι κριτές (που απονέμουν το βραβείο σε μεγάλο εστιατόριο της πρωτεύουσας κι επακολουθεί γερό τσιμπούσι κερασμένο, φαντάζομαι, από το νικητή εκδότη), λειτουργήσει η κατάρα του φαβορί ή κάνει την έκπληξη ο Αλεξάκης (ή κάποιος άλλος Αλεξάκης).
Ο ίδιος πάντως ο Βασίλης Αλεξάκης είναι ένα άλλου είδους και ποιότητας φαινόμενο των γαλλικών (περισσότερο από ό,τι των ελληνικών) γραμμάτων. Εγκατεστημένος χρόνια στο Παρίσι, γράφει τα περισσότερα βιβλία του στα γαλλικά και μετά τα μεταφράζει ο ίδιος στα ελληνικά. Έχω, νομίζω, πει κι αλλού ότι, ίσως ακριβώς λόγω της απόστασης, είναι, μαζί με τον Καλλιφατίδη, από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις «Ελλήνων» (τα εισαγωγικά τα λένε όλα) συγγραφέων. Ερχόμενος από μακριά -γεννημένος αουτσάιντερ, θα μπορούσε να πει κανείς-, έμεινε πιστός στον εαυτό του, δημιούργησε σιγά-σιγά το δικό του, χαρακτηριστικό κι ευδιάκριτο, λογοτεχνικό χώρο, έγινε γνωστός και πια πολύ γνωστός στη Γαλλία, κέρδισε κάποια μικρότερα βραβεία και φέτος (με το ευμετάφραστο «Le premier mot” – απλώς “Η πρώτη λέξη») είναι στην τελική επιλογή και χτυπάει με αξιώσεις το Goncourt. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο διαφορετικός συγγραφέας από τον Ουελμπέκ. Οι ιστορίες του Αλεξάκη είναι χαμηλόφωνες και ρεαλιστικές (ακόμα κι όταν γιαγιάδες δίνουν συμβουλές πέρα από τον τάφο), λαμβάνουν χώρα στην ή γύρω από την Ελλάδα, το στιλ του είναι το μη στιλ, το θέμα του είναι η γλώσσα: η γλώσσα ως γέφυρα, ως εμπόδιο, ως αναζήτηση –όπως στο τελευταίο βιβλίο, όπου ένας Έλληνας αναζητεί προς χάριν ενός αγαπημένου νεκρού την πρώτη λέξη που ειπώθηκε από ανθρώπινο στόμα. Τρυφερό, φρέσκο και με τον τρόπο του μοντέρνο, όπως πάντα, το βιβλίο έχει στιγμές χαμόγελου και συγκίνησης, όπως πάντα, αλλά προσωπικά βρήκα ότι τραβάει λίγο και μου θυμίζει υπερβολικά παλιότερα θέματα και έργα (και τη «Μητρική γλώσσα» και τις υπέροχες «Ξένες λέξεις») –γι’ αυτό, ίσως, έχει περισσότερες πιθανότητες να διακριθεί.
Από τη φετινή λίστα των βραβείων λείπουν και οι δύο αγαπημένοι μου γαλλόφωνοι συγγραφείς. Ο πρώτος, ο βέρος Γάλλος Ζαν Εσνόζ (Echenoz), έβγαλε πρόσφατα βιβλίο, το τρίτο –και, συγκριτικά, λιγότερο καλό- της άτυπης τριλογίας των «αληθινών ψευτοπορτρέτων»: τα προηγούμενα δύο, «Ραβέλ» και «Τρέχοντας» (Ζάτοπεκ), κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις (το δεύτερο με άλλο, δυστυχώς τίτλο), σε πολύ μερακλίδικες μεταφράσεις του Αχιλλέα Κυριακίδη, που σίγουρα μας ετοιμάζει και «Τις αστραπές» (εμπνευσμένες από τις ημέρες και κυρίως τα έργα του άγνωστου σε μας αλλά διάσημου στην ιστορία της επιστήμης εφευρέτη-τρελού Νικόλα Τέσλα). Στην «τριλογία», περισσότερα ακόμα κι από τα πρώτα (και βραβευμένα) βιβλία του, ο Εσνόζ παίζει με την πραγματικότητα και τη φαντασία, σε μικρά αλλά πραγματικά μυθιστορήματα γεμάτα ιδέες, χάρη και χιούμορ. Ο δεύτερος συγγραφέας, ο μάλλον άγνωστος στην Ελλάδα Βέλγος Ζαν-Φιλίπ Τουσέν (Toussaint) δεν έχει φέτος καινούργιο βιβλίο, αλλά η δική του «ερωτική τριλογία» (“Faire l’ amour”, “Fuir”, “La verité sur Marie” -«Κάνοντας έρωτα», «Ξεφεύγοντας», «Η αλήθεια γύρω από τη Μαρί») έχει μια βαθιά πνοή, μια πλαστικότητα και μια αισθαντικότητα, που δεν συγκρίνονται, για παράδειγμα, με τις αρετές του υπερτιμημένου νομπελίστα Λε Κλεζιό (Le Clézio).
Έτσι προχωρούν τα γαλλικά γράμματα: με υπερτιμημένους και άξιους, με γηγενείς και εισαγόμενους, με λέσχες και σαλόνια, βουή και σιωπή. Αλλά προχωρούν –ή τουλάχιστον υπάρχουν.

Social Media