Έμμονες μονές

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 505, Ιούνιος 2010

Σε ένα ξεχασμένο από θεό και ανθρώπους μοναστήρι, κάπου στην ορεινή Ισπανία, κάποια στιγμή τον περασμένο αιώνα, κάποιος αφήνει μια παλιά βαλίτσα, γεμάτη μπαλώματα και τρύπες. Αυτό που περιέχει είναι έμψυχο και θα αλλάξει για πάντα τον τρόπο ζωής των έξι καλογραιών και την ίδια τη ζωή για δύο από αυτές. Από αποκάλυψη σε έκπληξη και πάντα με έναν ήρεμα υπνωτικό ρυθμό, θα αλλάξει και τον τρόπο που ο αναγνώστης βλέπει τη σχέση του πνεύματος με το σώμα.

Δεν είναι αστυνομικό μυθιστόρημα με ψυχολογικά στοιχεία –παρόλο που διαθέτει και ανατροπές και αίμα-, ούτε δοκίμιο ενδεδυμένο τη φόρμα περιπέτειας –παρόλο που έχει τη δύναμη να υποβάλει σκέψεις μέσα από τη δράση και όχι τα λόγια των προσώπων του. Δεν πρόκειται για «κλασικού τύπου» λογοτεχνία –αν και η φόρμα είναι στιλπνή και βασανισμένα αβασάνιστη-, ούτε για «μεταμοντέρνο» μυθιστόρημα –κι ας κλείνει το μάτι στην παρωδία των ειδών (είπαμε: μοναστική ατμόσφαιρα αλλά σαφώς «κοσμική», σχεδόν αισθησιακή θεματολογία) και στο παιχνίδι με το χώρο και το χρόνο. Είναι γραμμένο στα αγγλικά αλλά είναι εμφανές από την πρώτη –υπέροχη- φράση ότι ο συγγραφέας δεν είναι Άγγλος. Κι αυτός ο μη Άγγλος που γράφει αγγλικά, σα να ήθελε να κρυφτεί πίσω από τις λέξεις του για να αφήσει το χώρο εντελώς ελεύθερο για την ιστορία του, είναι με απόλυτη βεβαιότητα αναγνωρίσιμος από όποιον έχει διαβάσει έστω ένα από τα προηγούμενα βιβλία του. Μιλώ –θα το έχετε, ελπίζω, από ώρα καταλάβει- για τον Πάνο Καρνέζη και το τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο «Το Μοναστήρι», που κυκλοφόρησε στις αρχές της χρονιάς στην Αγγλία και ετοιμάζεται –σε μετάφραση, όπως πάντα, του συγγραφέα- να βγει και στην Ελλάδα.

Ο Καρνέζης αποτελεί μια από τις όχι σπάνιες περιπτώσεις Ελλήνων που έχουν διαπρέψει εκτός Ελλάδας, αλλά και έναν από τις λίγους (μαζί με τους κατά τα άλλα εντελώς διαφορετικούς του Καλλιφατίδη και Αλεξάκη) με τέτοιου επιπέδου επιτεύξεις στο πεδίο της λογοτεχνίας. Όπως και εκείνοι, και χωρίς καμία έκπληξη, είναι πολύ περισσότερο γνωστός στη χώρα και στη γλώσσα που γράφει παρά στην πατρίδα του. Η επιλογή του να γράψει στα αγγλικά, η ιδιομορφία του στιλ του (σπούδασε και εργάστηκε ως μηχανικός και η πρόζα, αλλά και η σκέψη του, χρωστούν πολλά στη μέθοδο των θετικών επιστημών), η αρχική συγγραφική σφραγίδα του (ένα είδος «μαγικού ρεαλισμού» με πλούσιες ελληνικές παρηχήσεις) αλλά και –γιατί να μην το πούμε;- η γρήγορη και επανεπιβεβαιωμένη επιτυχία του, του χάρισαν αρκετούς φίλους αναγνώστες, αλλά σάστισαν, στην καλύτερη περίπτωση, την κριτική υποδοχή του. Με τα τρία πρώτα βιβλία του –τις «Μικρές Ατιμίες», που θυμίζουν λίγο Μάρκες αλλά είναι μόνο Καρνέζης, το «Λαβύρινθο», που έχει κάτι από Ισιγκούρο αλλά ενθρονίζει τον Καρνέζη, το «Πάρτι Γενεθλίων», που μας στέλνει στον Ωνάση αλλά δεν μας απομακρύνει τελείως από τον Καρνέζη- έφτιαξε έναν προσωπικό κόσμο  κυρίως μέσα από αξέχαστες εικόνες. Στο «Μοναστήρι» τολμάει να αφήσει πίσω του κάθε τι που θυμίζει Ελλάδα και κάθε μη νατουραλιστικό –στην πλοκή- στοιχείο. Ούτε συμβολικοί Νέστορες, ούτε ζώα που μιλάνε (αλλά ένας ακόμα γαϊδαράκος που λέγεται Μίδας), ούτε ταξίδια στην ιστορία μέσα από τη φαντασία, απλώς –αλλά δεν είναι καθόλου απλό- μια ιστορία κρυφών παθών μέσα από μια γλώσσα που φτάνει στη συγκίνηση από το δρόμο της ακρίβειας. Ένα άλλο, τελικά, και πολύτιμο, είδος ελληνικότητας.

Όταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές, θα έχω γνωρίσει κι από κοντά τον Καρνέζη, αφού (αν μας αφήσουν οι ουρανοί και τα ηφαίστεια) πρόκειται να παρουσιάσω το «Μοναστήρι» και τον ίδιον στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Περιμένω να βρω και στο πρόσωπο την αισθαντική εντύπωση των βιβλίων του. Αλλά δεν έχει πολλή σημασία –αφού υπάρχουν τα βιβλία.

Gallery Φωτογραφιών

  • Image folder specified does not exist!
  •  
 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...