Ανεπούλωτες έχουν σε μεγάλο βαθμό μείνει και οι πληγές από το «βρώμικο 89». Ο Αντώνης Βγόντζας, με πολύ μεγαλύτερη θερμότητα, ξαναφέρνει στο προσκήνιο το απίστευτο σκάνδαλο και την πολιτική δίκη. Διαβάζοντας τον αντιλαμβανόμαστε πως η Ελλάδα είναι –και παραμένει- η χώρα όπου ένας απατεώνας μπορεί να γίνει σε δέκα μήνες Προϊστάμενος εσωτερικού ελέγχου σε μια Τράπεζα στην οποία προσλήφθηκε με ψεύτικα χαρτιά και σε πέντε χρόνια να την αποκτήσει με λεφτά που υπεξαιρούσε από την πρώτη στιγμή χωρίς να πιαστεί από κανέναν έλεγχο. Είναι η χώρα όπου αυτός ο απατεώνας γίνεται συνομιλητής και συνδαιτημόνας σύμπασας της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης και αποκτά ακώλυτα λαϊκή ισχύ μέσω του Τύπου (αυτού που αποκτά και αυτού που τον πολεμά) και του ποδοσφαίρου. Είναι η χώρα που στο όνομα της αναγκαίας κάθαρσης πολιτικοποιεί τη Δικαιοσύνη, ποδοπατά υπολήψεις, προσάγει χωρίς στέρεες αποδείξεις και γελοιοποιεί κάθε αίσθημα δικαίου. Είναι επίσης η χώρα που επιτρέπει σε ένα ηγέτη που δικάστηκε και αθωώθηκε να επανακακτήσει την εξουσία, αλλά που δεν παύει ως σήμερα να δρα με το συναίσθημα και όχι τη λογική, να διεκδικεί την εκδίκηση και όχι τη δημιουργία.
Κοντινή Ιστορία
«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 503, Απρίλιος 2010
Σε εποχές που ξανασυζητάμε για την «εθνική κυριαρχία» μας, καλό θα ήταν τουλάχιστον να γνωρίζαμε –ή να θυμόμαστε- την Ιστορία μας. Ο Αξελός έλεγε ότι η συλλογική μας λειτουργία βασίζεται στο κουτσομπολιό και στη διαρκή απώθηση της «μεγάλης εικόνας». Θα πρόσθετα ότι ως κοινωνία πάσχουμε από ένα ιδιότυπο σύνδρομο «ιστορικής άνοιας» (και όχι άγνοιας): όσο πιο οδυνηρά και διδακτικά είναι κάποια γεγονότα, τόσο πιο γρήγορα τα απωθούμε. Δυο πρόσφατα βιβλία-καταθέσεις μας ξαναφέρνουν στη μνήμη δυο ιδιαίτερα φορτισμένες στιγμές της σύγχρονης πολιτικής μας ζωής, από τις οποίες, φοβούμαι, ελάχιστα διδαχθήκαμε.
Και για την περιπέτεια των Ιμίων και για την «υπόθεση Κοσκωτά» και τη «δίκη του Ανδρέα» το τι συνέβη και το τι συνέπειες είχε είναι μάλλον δεδομένο και απλό -μέσα στην οριακή, και στις δύο περιπτώσεις, επικινδυνότητα του. Τον Ιανουάριο του 1996 γλιτώσαμε την έσχατη στιγμή έναν πόλεμο με την Τουρκία, σε ένα επεισόδιο που ξεκίνησε ως συνηθισμένη αψιμαχία στο Αιγαίο αλλά «συμβολοποιήθηκε» από τις δυο πλευρές (και μάλιστα με καθυστέρηση: από την προσάραξη του τουρκικού πλοίου στη βραχονησίδα μέχρι τη «νύχτα των Ιμίων» πέρασε σχεδόν ένας μήνας), με τις εκατέρωθεν ασταθέστατες κυβερνήσεις (λόγω πρόσφατης ανάληψης -Σημίτης- ή έλλειψης νομιμοποίησης –Τσιλέρ) να κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο, ο οποίος ανακτήθηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω της ανάμιξης των Ηνωμένων Πολιτειών. Φυσικά αυτή η περίληψη θα έπρεπε να συμπληρωθεί με την απουσία της Ευρώπης (και του ΝΑΤΟ), την «εργαλειοποίηση» της διαμάχης από τις ΗΠΑ, που την είδαν, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, ως ευκαιρία για μια «λύση πακέτο», τις δύσκολες σχέσεις μεταξύ πολλών νέων Υπουργών με τον Πρωθυπουργό και τη στρατιωτική ηγεσία στην Ελλάδα, την οριακή κατίσχυση των ψυχραιμότερων φωνών, την μάλλον τυχαία ανάληψη όλου του αμερικανικού διαπραγματευτικού βάρους από τον Χόλμπρουκ και τη «συμφωνία χαρακτήρων» με τον Έλληνα συνομιλητή του Θ. Πάγκαλο, τον μεγενθυτικό έως παραμορφώσεως, ένθεν κακείθεν, ρόλο του Τύπου. Οι δημοσιογράφοι συγγραφείς Έλλις και Ιγνατίου μας βάζουν στο κλίμα, μας προσφέρουν μια χρήσιμη εξωτερική οπτική μέσα από τα απόρρητα τηλεγραφήματα των Αμερικανών (που μπορεί να ήταν απόρρητα, δεν είναι όμως ασφαλώς αμερόληπτα) και δεν διστάζουν να ξαναθέσουν στο τραπέζι τα ανοιχτά ερωτήματα: πώς ανατράπηκε μέσα σε μια βραδιά ο συσχετισμός στρατιωτικών δυνάμεων με την κατάληψη από τους Τούρκους των «Δυτικών Ιμίων»; (εν γνώσει ή και σε συμφωνία με τις ΗΠΑ;) Γιατί ο Έλληνας Πρωθυπουργός αισθάνθηκε την ανάγκη, στην απίστευτα φορτισμένη συνεδρίαση της Βουλής (με τη Νέα Δημοκρατία να χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «προδοσία», «χαρακίρι» και «Γουδί»), να ευχαριστήσει τους Αμερικανούς; (από απλό φερ-πλέι ή ετοιμάζοντας προσεχείς κινήσεις του;) Πάνω απ’ όλα: πόσο κοντά βρεθήκαμε στον πόλεμο και πόσο «δίκαιος» για τα ελληνικά συμφέροντα θα ήταν αυτός; Εδώ, μέσα από τις γραμμές αλλά αναμφίβολα, δίνουν και τις απαντήσεις: τρομερά κοντά και καθόλου, αντίστοιχα.
Gallery Φωτογραφιών
Μοιράσου το:

Social Media