H ζωή και ο συγγραφικός τρόπος του Μπολάνιο προσφέρονται ισόποσα για να τον κάνει, όπως τον έκανε, η εποχή μας αυτό που καλύτερα ξέρει να κάνει: σε καλά ελληνικά, «καλτ». Η Λατινική Αμερική με τους απόηχους της γραφικότητας και της αιώνιας επανάστασης, η συμπόρευση και ο αγώνας με τον Αλιέντε, η εξορία στο Μεξικό και τη Βαρκελώνη, ο αλήτικος, πλάνης και σε μόνιμο φλερτ με την παρανομία τρόπος ζωής (αν ο Μπολάνιο ήθελε πράγματι να γίνει, όποιος είχε πει ο ίδιος, περισσότερο ντετέκτιβ παρά συγγραφέας, μάλλον ήταν για να βλέπει από μέσα παρά για να λύνει τα μυστήρια), η ανεξιχνίαστη αρρώστια και ο πρόωρος θάνατος (το 2003, σε ηλικία 50 ετών) αποτελούν γερά χαρτιά για να φτιαχτεί ένας «καταραμένος συγγραφέας». Αλλά και τα βιβλία του -11 μυθιστορήματα (στα ελληνικά κυκλοφορούν οι «Άγριοι ντετέκτιβ», «Το μακρινό αστέρι», «Η τελευταία νύχτα στη Χιλή»), 4 συλλογές διηγημάτων («Τηλεφωνήματα», «Πουτάνες φόνισσες»), 5 ποιητικές συλλογές- προσφέρονται εξίσου στο μύθο: μυστηριώδη, πολυδαίδαλα, αυτοαναφορικά και αλληλοσυμπληρούμενα, με απίθανα θέματα και πρόσωπα αλλά προσβάσιμα στον αναγνώστη μέσα από την ψευδοαστυνομική πλοκή, τη λαϊκότητα, το χιούμορ. Είναι πάντως αμφίβολο αν ο Μπολάνιο ήταν, για την ανθρωπότητα, ο σημερινός μετά θάνατον Μπολάνιο, αν οι κληρονόμοι του δεν είχαν παραβεί ως ύστεροι Μαξ Μπροντ τις εντολές του και δεν είχαν εκδώσει, σε ένα τόμο, το πιθανότατα ημιτελές και σίγουρα υπερχιλίων σελίδων μυθιστόρημα «2666». Το βιβλίο αυτό ήταν που έδεσε τη ζωή, το θάνατο και το έργο του Χιλιανού σε μια αδιάσπαστη ενότητα και έκανε τους κριτικούς όλου του κόσμου να υποκλιθούν. Για το «Τάιμ» ήταν το βιβλίο της δεκαετίας –αλλά είπαμε, εμείς δεν θα πέσουμε σε τέτοιες παγίδες. Ας πω απλώς ότι η αγγλική του μετάφραση κλείνει για μένα με δέος και ρίγος μια χρονιά που είχε ούτως ή άλλως μπόλικα και από τα δύο στοιχεία.
Ιστορία, όπως όλα τα «μυθιστορήματα» του Μπολάνιο, πολλών, παράλληλων και με κρυφά νήματα συνδεόμενων ιστοριών, το «2666» δεν είναι εύκολο ούτε εύκολα υπερβάσιμο βιβλίο. Περισσότερο ακόμα κι από τους «Άγριους ντετέκτιβ» (φετινό δώρο των εκδόσεων Καστανιώτη) είναι ένα μάγκνουμ όπους φτιαγμένο από ένα μυαλό σε φοβερή υπερδιέγερση που τρέχει να προλάβει την προαναγγελθείσα πτώση του σώματος και στο δρόμο τα παρασύρει όλα, αυτά που θέλει να πει και αυτά που έχει ήδη πει, τη γοητεία της αφήγησης και την ηδονή της πούρας λογοτεχνίας. Πρόκειται για πέντε διαφορετικά βιβλία στη συσκευασία (τελικά) του ενός, με έναν παντεπόπτη αφηγητή που κάποια στιγμή καταλαβαίνουμε ότι είναι ο Αρτούρο Μπολάνο (πρωταγωνιστής των «Αγρίων ντετέκτιβ» και άλτερ έγκο καταλάβατε ασφαλώς ποιού). Τα μυστήρια πολλά: στον τίτλο, στο «μήνυμα», στη σειρά των κεφαλαίων – βιβλίων (ο συγγραφέας δεν είχε αφήσει οδηγίες), στις αναφορές σε πραγματικά γεγονότα και προηγούμενες δημιουργίες του Μπολάνιο. Η λεπτομερής αφήγηση εκατοντάδων φόνων νέων γυναικών επί 300 σελίδες, στο τέταρτο και κεντρικό ως προς τη θέση του και τη συγκρότηση της πλοκής κεφάλαιο-βιβλίο, έχει κάτι το επικό αλλά και συχνά αβάσταχτο. Πρέπει να ομολογήσω ότι έπιασα συχνά τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν αυτό είναι μεγάλη λογοτεχνία ή μεγάλο μαρτύριο. Τη ζυγαριά προς την πρώτη εκδοχή έκλιναν θραύσματα ριγμένα με γενναιοδωρία σε όλο το σώμα του ποταμού, ιδίως στο πρώτο, το τρίτο και το πέμπτο μέρος. Στις όχθες του βγαίνεις τόσο εξαντλημένος αλλά και αναβαπτισμένος που ίσως δεν έχεις πια όρεξη να δώσεις απάντηση στο ερώτημα που τέθηκε το καλοκαίρι από τις στήλες μιας εφημερίδας, αν δηλαδή κινδυνεύουμε και στην Ελλάδα -ιδίως, θα έλεγα, όταν εμφανιστεί το «2666»- να «ζήσουμε την μπολανιο-μανία».

Social Media