Φανατικά αφανάτιστοι

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 500, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2009

Επιβίωσα του εκλογικού αγώνα κυρίως χάρις σε δύο βιβλία. Είναι βιβλία υπό την  ευρεία έννοια πολιτικά –στην πραγματικότητα πρόκειται για αμιγώς λογοτεχνικά κείμενα γραμμένα με αμιγώς λογοτεχνικό τρόπο από αμιγείς λογοτέχνες, που τυχαίνει να είναι (όπως οφείλουν όλοι οι όμοιοί τους) σκεπτόμενοι άνθρωποι και ενεργοί πολίτες. Τα θέματά τους είναι «παρμένα από τη ζωή», όπως θα έλεγε η Σμυρνιά γιαγιά μου, και όχι από τον κόσμο της φαντασίας (που όμως φυσικά κι αυτή στη ζωή πατάει, κάνοντάς την απλώς πιο ενδιαφέρουσα). Στη μια περίπτωση το θέμα είναι μια πόλη –οι ιστορίες και η ατμόσφαιρά της-, στην άλλη ένας πόλεμος –το άγγιγμα του σε δυο λαούς και στο φαντασιακό ολόκληρης της ανθρωπότητας. Τα δύο βιβλία ενώνει η πίστη στο λόγο, το μίσος για τα στερεότυπα και τις ευκολίες –είπαμε, πραγματικοί συγγραφείς.

Ο Ορχάν Παμούκ μιλάει για την πόλη του, την Πόλη, σα να μιλάει για έναν άνθρωπο, τη μητέρα του. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο που η φυσική μητέρα του είναι πανταχού παρούσα στο βιβλίο –και ως παρουσία και ως εικόνα, καθώς το βιβλίο είναι διάσπαρτο με υπέροχες ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Αν διαθέταμε μόνο μια λέξη για να χαρακτηρίσουμε το κείμενο –κάτι ανάμεσα σε ιστορικό, ταξιδιωτικό και προσωπικό χρονικό- αυτή θα ήταν «μελαγχολία», ειδικά στην τουρκική αμετάφραστη εκδοχή της: “huzun”, με διαλυτικά πάνω και από τα δύο u. Η Κωνσταντινούπολη ως σταυροδρόμι και ως διαρκής ζωντανή αντίφαση: μεγαλειώδης και παρακμιακή, ανθρώπινη και απάνθρωπη, βουτηγμένη στη θάλασσα αλλά σκεπασμένη από χιόνι, πολύχρωμη αλλά ασπρόμαυρη, πολύβουη αλλά χωρίς διακριτή φωνή, με την καρδιά στην Ανατολή, το μυαλό στη Δύση και την ψυχή χαμένη κάπου ανάμεσα, μόνος τόπος που θα μπορούσε να ζήσει αυτός που μας μιλάει αλλά και ο τόπος που περισσότερο και βαθύτερα τον πληγώνει. Η πόλη δίνεται μέσα από τα μάτια των ξένων κυρίως περιηγητών της, των ξεχασμένων κι από τους εαυτούς τους γηγενών φωτογράφων (που ανέστησε με τρόπο που από μόνος του δικαιώνει το βιβλίο ο Παμούκ), των συγγραφέων της (και ιδίως των 4 άγνωστων σε μας αλλά ολοζώντανων «μελαγχολικών» συγγραφέων, ενός ποιητή, ενός ιστοριογράφου, ενός εγκυκλοπαιδιστή κι ενός απομνημονευματογράφου, όλων πιασμένων μέχρι τελικής μοναξιάς στη θανατηφόρο γοητεία της πόλης τους) και μέσα από τα μάτια ενός υπερευαίσθητου ερωτευμένου με τη μητέρα του αγοριού που ξεκίνησε να γίνει ζωγράφος και πιάστηκε κι αυτός άθελά του στα δίχτυα του γραψίματος. Ο Παμούκ κάνει στον εαυτό του, την πόλη και τους αναγνώστες το μεγάλο δώρο να περάσει τα πάντα μέσα από το φακό της νηφάλιας συγκίνησης, αφήνοντας να μιλήσει μια κριτική, πικραμένη αγάπη, βρίσκοντας διαρκώς την ομορφιά στην ατέλεια, στην επιμιξία, στην αίσθηση μιας απώλειας που άφησε ίχνη και πληγές. Για να καταλάβουμε την προσπάθεια που κάνει να μας καταλάβει (υπέροχες οι σελίδες που διηγούνται την «ελληνικότητα» και τη «βυζαντινότητα» της Πόλης) θα έπρεπε να τολμούσαμε (δεν ξέρω κανέναν Έλληνα που να το μπορεί) να πούμε την πόλη του «Ισταμπούλ» και να τη δούμε σα γέφυρα κι όχι σαν αγκάθι.

Πιο άμεσα, αλλά πιο μακρινά, «αντιφανατικός» ο Άμος Οζ δημοσίευσε τρία μικρά κείμενα που «αντιδρούν στην παγκόσμια ρητορεία». Μιλά για τη σύγκρουση Ισραήλ-Παλαιστίνης αλλά, κι αυτός, μιλά κυρίως για τον αγώνα ενός διανοούμενου με εβραϊκό αίμα και παγκόσμια συνείδηση που αρνείται τις κατηγορίες «καλός»-«κακός», «σωστό»-«λάθος». Μοιράζεται τη νηφαλιότητα του Παμούκ και στη θέση της συγκίνησης βάζει το χιούμορ. Η ανθρώπινη λεπτόμερεια κι η πίστη στον άνθρωπο παραμένουν, κι ας το ξεχνούν οι επαγγελματίες πολιτικοί, οι μόνοι μοχλοί για να πάει κουτσά στραβά αλλά μπροστά ο κόσμος.

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...