Το τελευταίο ελληνικό μυθιστόρημα του Καλλιφατίδη δεν είναι το καλύτερό του, αλλά από πολλές απόψεις συνοψίζει και συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Έχει ένα γήινο και ελκυστικό τίτλο: Φίλοι και εραστές. Διηγείται μια απλή αλλά διόλου ευθύγραμμη ιστορία: ενός ανθρώπου που χάνει τη γυναίκα του, πληροφορείται μετά θάνατον την απιστία της, συμφιλιώνεται με τον αντεραστή του και ξαναδοκιμάζει, με ελπίδα αλλά χωρίς ψευδαισθήσεις, τον έρωτα με μιαν άλλη (βοηθάει τον ήρωα ότι είναι νέα και όμορφη, βολεύει το συγγραφέα ότι είναι ξένη). Διαθέτει αυτή τη ζεστή, χαμηλόφωνη, αλλά και με ξαφνικές εκρήξεις, γλώσσα που συνοδεύει χωρίς να εκβιάζει την ιστορία (μόνη της πολυτέλεια η συχνή, και συχνά πετυχημένη, χρήση παρομοιώσεων, όπως «είχε ένα ταμπεραμέντο σαν ατμομηχανή»). Ξεφεύγει από τους σκόπελους (αρκετές α-πιθανότητες, μια μικρή ροπή στο τεχνητά σκαμπρόζικο) χάρις στην αναπνοή, στην ελαφράδα και στη συγκρατημένη μελαγχολία της γραφής. Έχει και κάτι καινούργιο: ένα «πορτρέτο» της σύγχρονης Σουηδίας, σχεδόν συγκινητικό μέσα στην αγάπη αλλά και στο χιούμορ του γι’ αυτήν («εσείς οι Ευρωπαίοι είσαστε καλοί στις μεγάλες ιδέες, εμείς οι Σκανδιναβοί στις μικρές»). Ο Καλλιφατίδης είναι, επίσης, τυχερός που βρήκε στις εκδόσεις Γαβριηλίδη τον πιο ταιριαστό –στην απλότητα, στη σεμνότητα, στην καθαρότητα– υποδοχέα για το ελληνικό κοινό. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να καταλάβω πώς ξέφυγαν, στα δύο πιο κρίσιμα σημεία, δύο λάθη με το όνομα με του ήρωα («Άντερσον» αντί «Αντρέασον» στην πρώτη σελίδα και «Γκέοργ» αντί «Γκέοργκ» στο οπισθόφυλλο). Όταν λείπεις ή όταν θυμάσαι την πατρίδα σου, πρέπει πάντα να θυμάσαι πόση σημασία έχει ένα όνομα.
Εκεί πάνω
«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 499
Υπάρχει λογοτεχνία της διασποράς και λογοτεχνία της διασποράς. Συγγραφείς που βρίσκουν τον εαυτό τους ή γράφουν τα καλύτερα έργα τους μακριά από τη χώρα τους –αλλά στη γλώσσα τους– και, σπανιότερα, συγγραφείς που, ζώντας αλλού, πειραματίζονται με το αλλοδαπό, αλλά πλέον και δικό τους, γλωσσικό ιδίωμα. Ο Κόνραντ είναι φυσικά το εμβληματικό πρόσωπο της δεύτερης κατηγορίας, ένας (μεγάλος) συγγραφέας που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί γέννημα-θρέμμα της Αγγλίας, ενώ ο Μπέκετ είναι, κι εδώ, ένα υπέροχο αίνιγμα (αλλά γι’ αυτόν συμβαίνει το αντίθετο: ελάχιστοι γνωρίζουν ότι το μισό τουλάχιστον έργο του το έγραψε στα γαλλικά). Η πολιτιστική και γλωσσική επιμιξία δεν δίνει πάντα, αλλά δίνει συχνά, όπως κάθε επιμιξία, ωραίους καρπούς: μια φρέσκια και χωρίς ψευδαισθήσεις ματιά, την κατακτημένη αγάπη που υπερέχει της αταβιστικής, τις εκπλήξεις της προερχόμενης όχι από τα γονίδια αλλά από τον εγκέφαλο έκφρασης, μια συστολή, γενικά, και μια υγιή απόσταση από τα πράγματα. Και φυσικά την κυρίαρχη αίσθηση του σπασίματος των συνόρων, του πετάγματος πάνω από αυτά, που μας επιτρέπει να δούμε «τα δικά μας» με μεγαλύτερη διαύγεια, αλλά και μας συνδέει με τον ζωογόνο μύθο της ανθρωπότητας ως ανθρωπιάς. Η ελληνική λογοτεχνία έχει δώσει κυρίως δείγματα από το πρώτο είδος: ας το ονομάσουμε «ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ». Πρόσφατα (και, από μια ωραία ειρωνεία της Ιστορίας, ακριβώς την εποχή που η Ελλάδα μετατρεπόταν από χώρα μεταναστών σε χώρα υποδοχής μεταναστών), τα γράμματά μας πλουτίστηκαν αθόρυβα (αυτή η έλλειψη θορύβου είναι το κύριο χαρακτηριστικό του συγγραφέα για το οποίο θα γίνει λόγος) από τη γόνιμη συμβολή ενός πραγματικού Έλληνα της διασποράς. Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης ζει ήδη πάνω από 40 χρόνια στη Σουηδία, έγινε πρώτα γνωστός ως «σουηδός» συγγραφέας και –σχεδόν ξαφνικά για μας αλλά σίγουρα όχι για τον ίδιο– άρχισε, ζώντας πάντα στη Σουηδία, να γράφει απευθείας και στα ελληνικά. Τα ελληνικά του είναι στέρεα, αλλά μαζί και εύθραυστα, σχεδόν ευλαβικά – κάτι που ταιριάζει γάντι με τη θεματολογία και το ύφος του. Τα θέματα του Καλλιφατίδη είναι αυτό που θα λέγαμε «καθημερινά», χωρίς ηρωισμούς και εξάρσεις: ιστορίες ανθρώπων που ζουν, ταξιδεύουν, σκέπτονται και αγαπάνε (ισχύει ακόμα και για τα «αστυνομικά» του μυθιστορήματα, όπως το Ποια είναι η Γαβριέλα Όρλοβα και Ένα απλό έγκλημα). Αυτά που συμβαίνουν, και δεν είναι καθόλου λίγα, συμβαίνουν πίσω από την πλοκή και ανάμεσα στις γραμμές: ένας κυματισμός της αφήγησης, μια χαμηλόφωνη υπαρξιακή αγωνία, η αίσθηση συμμετοχής σε μια προσωπική και μαζί οικουμενική περιπέτεια.
Υπάρχει λογοτεχνία της διασποράς και λογοτεχνία της διασποράς. Συγγραφείς που βρίσκουν τον εαυτό τους ή γράφουν τα καλύτερα έργα τους μακριά από τη χώρα τους –αλλά στη γλώσσα τους– και, σπανιότερα, συγγραφείς που, ζώντας αλλού, πειραματίζονται με το αλλοδαπό, αλλά πλέον και δικό τους, γλωσσικό ιδίωμα. Ο Κόνραντ είναι φυσικά το εμβληματικό πρόσωπο της δεύτερης κατηγορίας, ένας (μεγάλος) συγγραφέας που ο περισσότερος κόσμος θεωρεί γέννημα-θρέμμα της Αγγλίας, ενώ ο Μπέκετ είναι, κι εδώ, ένα υπέροχο αίνιγμα (αλλά γι’ αυτόν συμβαίνει το αντίθετο: ελάχιστοι γνωρίζουν ότι το μισό τουλάχιστον έργο του το έγραψε στα γαλλικά). Η πολιτιστική και γλωσσική επιμιξία δεν δίνει πάντα, αλλά δίνει συχνά, όπως κάθε επιμιξία, ωραίους καρπούς: μια φρέσκια και χωρίς ψευδαισθήσεις ματιά, την κατακτημένη αγάπη που υπερέχει της αταβιστικής, τις εκπλήξεις της προερχόμενης όχι από τα γονίδια αλλά από τον εγκέφαλο έκφρασης, μια συστολή, γενικά, και μια υγιή απόσταση από τα πράγματα. Και φυσικά την κυρίαρχη αίσθηση του σπασίματος των συνόρων, του πετάγματος πάνω από αυτά, που μας επιτρέπει να δούμε «τα δικά μας» με μεγαλύτερη διαύγεια, αλλά και μας συνδέει με τον ζωογόνο μύθο της ανθρωπότητας ως ανθρωπιάς. Η ελληνική λογοτεχνία έχει δώσει κυρίως δείγματα από το πρώτο είδος: ας το ονομάσουμε «ο Καζαντζάκης στην Αντίμπ». Πρόσφατα (και, από μια ωραία ειρωνεία της Ιστορίας, ακριβώς την εποχή που η Ελλάδα μετατρεπόταν από χώρα μεταναστών σε χώρα υποδοχής μεταναστών), τα γράμματά μας πλουτίστηκαν αθόρυβα (αυτή η έλλειψη θορύβου είναι το κύριο χαρακτηριστικό του συγγραφέα για το οποίο θα γίνει λόγος) από τη γόνιμη συμβολή ενός πραγματικού Έλληνα της διασποράς. Ο Θοδωρής Καλλιφατίδης ζει ήδη πάνω από 40 χρόνια στη Σουηδία, έγινε πρώτα γνωστός ως «σουηδός» συγγραφέας και –σχεδόν ξαφνικά για μας αλλά σίγουρα όχι για τον ίδιο– άρχισε, ζώντας πάντα στη Σουηδία, να γράφει απευθείας και στα ελληνικά. Τα ελληνικά του είναι στέρεα, αλλά μαζί και εύθραυστα, σχεδόν ευλαβικά – κάτι που ταιριάζει γάντι με τη θεματολογία και το ύφος του. Τα θέματα του Καλλιφατίδη είναι αυτό που θα λέγαμε «καθημερινά», χωρίς ηρωισμούς και εξάρσεις: ιστορίες ανθρώπων που ζουν, ταξιδεύουν, σκέπτονται και αγαπάνε (ισχύει ακόμα και για τα «αστυνομικά» του μυθιστορήματα, όπως το Ποια είναι η Γαβριέλα Όρλοβα και Ένα απλό έγκλημα). Αυτά που συμβαίνουν, και δεν είναι καθόλου λίγα, συμβαίνουν πίσω από την πλοκή και ανάμεσα στις γραμμές: ένας κυματισμός της αφήγησης, μια χαμηλόφωνη υπαρξιακή αγωνία, η αίσθηση συμμετοχής σε μια προσωπική και μαζί οικουμενική περιπέτεια.
Μοιράσου το:

Social Media