Υπάρχουν και πράγματα που ο συγγραφέας δε λέει στο ένθερμο δοκίμιό του: για τις αντιφάσεις του κεμαλισμού (ενός συστήματος σύστημα υπεράσπισης μεν του κοσμικού χαρακτήρα και της ενότητας του τουρκικού κράτους, αλλά όχι πάντα σύμφωνου με τους κανόνες της δημοκρατίας), για το ρόλο της Ελλάδας στην "αναγέννηση" της τουρκικής υποψηφιότητας μέσα από το Ελσίνκι και τη σημερινή σταθερά υπέρ της ένταξης θέση της, για την οικονομική ανάπτυξη που σε μεγάλο βαθμό έχει επιτευχθεί όχι "παρά", αλλά χάρις στη διατήρηση φεουδαρχικών στοιχείων λειτουργίας της τουρκικής οικονομίας (όπως οι "μεγάλες επιχειρηματικές οικογένειες"). Δε βλέπει, επίσης, την άλλη όψη ενός επιχειρήματος που χρησιμοποιεί υπέρ της ένταξης: το βάρος και το πλήθος της Τουρκίας δεν έχει μόνο τη δυναμική να ενισχύσει το " ευρωπαϊκό μοντέλο", αλλά ίσως και να το απειλήσει. Δε θεωρώ, τέλος, πειστική τη σύνδεση του "τέλους του ευρωπαϊκού ομοσπονδιακού ονείρου" (με ευθύνη της Μεγάλης Βρετανίας) με τη θέση ότι, ακριβώς επειδή η Ευρώπη δεν είναι πια πολιτική, μπορεί να δεχτεί στους κόλπους της την Τουρκία. Για μένα, μπορεί -και πρέπει- ακόμα να δοθεί ο αγώνας για μια βαθιά πολιτική, έστω και μη ομοσπονδιακή, Ευρώπη. Με ή χωρίς Τουρκία. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα, επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρον. Ελπίζω, τώρα που αποσύρθηκε από την πολιτική, αυτή η μηχανή ιδεών που λέγεται Μισέλ Ροκάρ να έχει περισσότερο χρόνο για συζήτηση. Εγώ πάντως τον ψάχνω.
Ένα ναι που μοιάζει με ίσως
Η πρώτη μου επαφή με το Μισέλ Ροκάρ ήταν το 1990, όταν αυτός ήταν Πρωθυπουργός της Γαλλίας (κυρίως του Μιτεράν) κι εγώ φοιτητής της Σορβόννης (κυρίως του Παρισιού). Είχε καλέσει στο Μέγαρο Ματινιόν μια ομάδα σοσιαλιζόντων νέων και, όταν με σύστησαν, με ρώτησε όχι για τον Αντρέα, που μόλις είχε χάσει και πάλευε να επιστρέψει, αλλά για το Σημίτη, που δεν είχε ακόμη κάνει την κίνησή του. Οραματιστής ή απλώς εξαιρετικά διορατικός; Το ίδιο ξανασκέφτηκα, όταν τον συνάντησα, ως συνάδελφο αυτή τη φορά, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ιδίως όταν διάβασα το τελευταίο πόνημα που έβγαλε πριν παραιτηθεί (ύστερα από 3 ευρωπαϊκές θητείες και 60 χρόνια στην ενεργό πολιτική). Το βιβλίο έχει τον παραπάνω από εύγλωττο τίτλο "Ναι στην Τουρκία" και διαθέτει όλες τις βασικές ιδιότητες του συγγραφέα του: αναλυτική ψυχραιμία και διαύγεια, κωπηλασία κόντρα στο ρεύμα, δέσμευση χωρίς μισόλογα, θέση εντελώς συγκεκριμένων στόχων (η Τουρκία να μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2023). Μένει να δούμε αν, για μια ακόμα φορά και πάντα εκ των υστέρων, θα δικαιωθεί.
Ο Ροκάρ δε γράφει για να πείσει, αλλά για να στρατεύσει -με κίνδυνο, πάντως, σε ορισμένα σημεία, να φλερτάρει με την υπερβολή ("ένας λαός διαρκούς ηρωισμού", ένας Όλιβερ Στόουν που "υπερδραματοποίησε" το "Εξπρές του Μεσονυχτίου", μια "ένδοξη παράδοση κατακτήσεων αλλά και σεβασμού των κατακτημένων", ένας ξέχειλος θαυμασμός για τον Ατατούρκ, τον Ερντογάν, τον Ντερβίς, ακόμα και την άγνωστή μας βιομήχανο-κληρονόμο Γκιουλέρ Σαμπαντσί). Λογικά αφιερώνει τον περισσότερο χώρο στη -νηφάλια και, στα μάτια μου, πειστική- ανάλυση των υπέρ της ένταξης επιχειρημάτων: το σεβασμό στην υπόσχεση που έχει δοθεί στην Τουρκία από το 1963, την αποφυγή διακριτικής σε βάρος της μεταχείρισης, τη σημασία για τη συγκρότηση μιας πολυπολισμικής και μη αμιγώς χριστιανικής ευρωπαϊκής ταυτότητας, το πολιτικό, οικονομικό, εμπορικό και ενεργειακό συμφέρον της Ένωσης -"ας είμαστε εγωιστές: πρόκειται για μια τεράστια αγορά"-, το "καρότο" για τον ειρηνικό εκσυγχρονισμό της ίδιας της Τουρκίας. Προς τιμήν του -αλλά αλλιώς δεν θα ήταν ο Ροκάρ- ο συγγραφέας δεν αποσιωπά τα προβλήματα και τα εμπόδια: τις ατέλειες του Κράτους Δικαίου (θεωρώντας, όμως, μάλλον καταχρηστικά, ότι η πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου για μη απαγόρευση του κυβερνητικού κόμματος δείχνει ότι "το Κράτος Δικαίου αρχίζει να επικρατεί"), τα προβλήματα με τις μειονότητες (ιδίως τους Κούρδους), τις -όχι μόνο οικονομικές- ανισότητες ανάμεσα στις περιφέρειες της χώρας, την καθυστέρηση του αγροτικού εκσυγχρονισμού, την ύπαρξη μιας "οικονομίας του εγκλήματος" (με 300.000 παιδιά κάτω των 15 χρόνων να δουλεύουν παράνομα και απάνθρωπα). Μιλά, φυσικά, και για την Κύπρο, αλλά με τρόπο, κατά τη γνώμη μου, υπερβολικά μονόπλευρο: κάνει λόγο για "σπαζοκεφαλιά" (σε σύγκριση με το κουρδικό "καρκίνωμα" και το αρμενικό "ταμπού"), κρίνει πως η Τουρκία "διέπραξε ένα μεγάλο λάθος" το 1974 αλλά η Ελλάδα "δεν της είχε αφήσει άλλη δυνατότητα" (αυτή δεν είναι η τουρκική, αλλά μόνο τουρκική, θεωρία για την κατοχή;), θεωρεί ότι, μετά το "όχι" των Ελληνοκυπρίων στο δημοψήφισμα για το Σχέδιο Ανάν η Τουρκία δικαιούται να μην τηρεί ούτε καν τις τελωνειακές υποχρεώσεις της έναντι της Κύπρου.

Social Media