Δεν έχω κανένα πρόβλημα να συμφωνήσω με τον Γκίντενς στον τονισμό της οικονομικής αποτελεσματικότητας (αν και σε πήλινα, πόδια, όπως φαίνεται να αναδεικνύει η σημερινή κρίση), της προόδου στην Υγεία και την Παιδεία (αν και ο ίδιος ο συγγραφέας θα την ήθελε μεγαλύτερη και πιο ολοκληρωμένη), των «συνταγματικών» αλλαγών (αυτονομία Σκωτίας, Ιρλανδίας, εκδημοκρατισμός Βουλής των Λόρδων, αρχή αποκέντρωσης), της ένταξης της περιβαλλοντικής μέριμνας στην ατζέντα (αν και, στην αρχή τουλάχιστον, στον πάτο της, όπως αποκαλύπτει ο Γκίντενς), της ακτιβιστικής εξωτερικής πολιτικής (αν και, προς θεού, όχι επειδή υποστήριξε τις «επεμβάσεις με ανθρωπιστικούς στόχους»), της συμβολής στη διαμόρφωση των Στόχων της Λισαβόνας και του ευρω-στρατού (αν και, όπως σωστά διαπιστώνει ο συγγραφέας, ο Μπλερ και η κυβέρνησή του περισσότερο απέφυγαν παρά επηρέασαν την Ευρωπαϊκή Ένωση). Θα πρόσθετα την αυθεντική νεανικότητα, αλλά και την εγκατάλειψη της ουσίας στο βωμό της επικοινωνίας, την ηθική έκπτωση, τις συντροφικές σφαγές, τον δουλικό φιλαμερικανισμό –στοιχεία που ο συγγραφέας ξεπερνά με μεγάλη άνεση.
Με ακόμα μεγαλύτερη πνευματική νωχέλεια στοιχειοθετείται στο βιβλίο ο ορισμός του «Τρίτου Δρόμου» ως «μιας νέας πολιτικής αντίληψης, πλούσιας σε πολιτικό περιεχόμενο». Πλούσια, πράγματι, τα παραδείγματα, αλλά πόσες κοινοτοπίες στη θεωρητική ανάλυση: από το –κοινωνικά δίκαιο, ασφαλώς- «Συμβόλαιο για το Μέλλον», το «σύνθημα της ευθύνης», τη «δημοκρατία της διαβούλευσης», την επιθυμία να τεθούν «το Κράτος και η Αγορά στην υπηρεσία του λαού», ως τη «θετική πρόνοια» (λες και θα μπορούσε μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση να προνοήσει αρνητικά), το «συνταίριασμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων», την «τεράστια αλλαγή» που έφερε στην πολιτική η 11η Σεπτέμβρη. Πόσες έτοιμες αλλά ελάχιστα ωφέλιμες συνταγές: από το τρίπτυχο «μάχη ιδεών, στρατηγικής, τακτικής» για την κατάκτηση της εκλογικής νίκης ως τον καθορισμό των τριών αρχών της «σημερινής κεντροαριστεράς»: Ασφάλεια-Ταυτότητα-Ποικιλομορφία (αν σας λείπει η «Αριστερά» από αυτό το συνδυασμό, μάλλον δικό σας το λάθος) και των τριών βάσεων της «κεντροαριστερής διακυβέρνησης»: Οικονομία-Πολιτικό Κέντρο- Δημόσιες Υπηρεσίες (πάλι κάτι σας λείπει, το ξέρω). Ο Γκίντενς παίζει πιο πολύ με τις λέξεις, παρά βασανίζεται με τις έννοιες: προτρέπει την κεντροαριστερά να «εγκαταλείψει τον όρο συνταξιούχος» (προφανώς για να μην αναγκάζεται το Κράτος να δίνει συντάξεις), παλεύει να μας πείσει ότι οι «δημόσιες υπηρεσίες» μπορεί κάλλιστα να είναι (το μαντέψατε) ιδιωτικές, θεωρεί πειστήριο της σοσιαλδημοκρατικής στροφής του Μπλερ το ότι και ο σημερινός ηγέτης των Συντηρητικών Κάμερον την υιοθέτησε, αγωνιά με ποιο τρόπο ο Μπράουν θα δημιουργήσει «πρωτοσέλιδα με το ΕΣΥ» (η πρότασή του: να εξαγγείλει μια «Διακήρυξη Ανεξαρτησίας»). Τέλος, για γκουρού, αποδεικνύεται κακός προφήτης: τάσσεται αναφανδόν υπέρ των hedge funds (βέβαια έγραφε πριν από την οικονομική κρίση), ενώ προβλέπει και νίκη της Χίλαρι στις αμερικανικές εκλογές.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα. Όσο ευχάριστα δίνει και την εντύπωση ότι γράφηκε: σε διάφορα αεροπλάνα, καθοδόν προς διεθνείς συναντήσεις ηγετών, με τον κοσμοπολίτη συγγραφέα να εξηγεί συγχρόνως τον κόσμο στο διπλανό του, να πίνει τη σαμπάνια του και να βλέπει και καμιά πνευματώδη ταινία στον υπολογιστή του. Τουλάχιστον καταλάβαμε γιατί στη Γαλλία την είπαν «Αριστερά-χαβιάρι».

Η δημοκρατία είναι σαν το σεξ. Όταν είναι καλό, είναι πολύ καλό. Αλλά ακόμα κι όταν είναι κακό, είναι αρκετά καλό. Δεν το λέω εγώ, αλλά ο γνωστός Βρετανός γκουρού Άντονι Γκίντενς στο τελευταίο βιβλίο του, που βρίθει τέτοιων ανεκδότων. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και το σεξ μπορείς να το βαρεθείς, αν γίνει το αντίθετο του σέξι. Και δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο σέξι στη σύγχρονη πολιτική από την εφεύρεση νέων «δρόμων», ιδίως δε, εντός της Αριστεράς, από τη διαρκή επανεφεύρεση του «Τρίτου Δρόμου». Το τελευταίο βιβλίο του Γκίντενς λέγεται «Μετά τον Τρίτο Δρόμο» (έστω κι αν αυτός είναι ο τίτλος που του έδωσε ο Έλληνας εκδότης).
Social Media