Σέξι ξέφτι

«ΔΙΑΒΑΖΩ», Τεύχος 492, Ιανουάριος 2009

 

antonygiddens.jpgΗ δημοκρατία είναι σαν το σεξ. Όταν είναι καλό, είναι πολύ καλό. Αλλά ακόμα κι όταν είναι κακό, είναι αρκετά καλό. Δεν το λέω εγώ, αλλά ο γνωστός Βρετανός γκουρού Άντονι Γκίντενς στο τελευταίο βιβλίο του, που βρίθει τέτοιων ανεκδότων. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα και το σεξ μπορείς να το βαρεθείς, αν γίνει το αντίθετο του σέξι. Και δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο σέξι στη σύγχρονη πολιτική από την εφεύρεση νέων «δρόμων», ιδίως δε, εντός της Αριστεράς, από τη διαρκή επανεφεύρεση του «Τρίτου Δρόμου». Το τελευταίο βιβλίο του Γκίντενς λέγεται «Μετά τον Τρίτο Δρόμο» (έστω κι αν αυτός είναι ο τίτλος που του έδωσε ο Έλληνας εκδότης).

 

Ενδιαφέρον θέμα, καλά επικοινωνιακά αντανακλαστικά, ελάχιστη πραγματική σκέψη: τα χαρακτηριστικά του Γκίντενς-συγγραφέα δεν είναι τυχαίο ότι βρήκαν τέτοια απήχηση στον Μπλερ-πολιτικό, του οποίου το δρόμο προετοίμασαν. Ούτε είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στην κυβερνητική διαδρομή των «Νέων Εργατικών» μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από το Γκόρντον Μπράουν, τον οποίο νουθετεί («Η σειρά σας κύριε Μπράουν») αλλά και προκαταλαμβάνει (εμφανίζοντας τον, πριν ακόμα αναλάβει Πρωθυπουργός, μεγαλύτερο υπέρμαχο του Τρίτου Δρόμου κι από τον Μπλερ). Δεν ανήκω σε εκείνους που απαξιώνουν συνολικά το έργο των κυβερνήσεων Μπλερ –το αντίθετο. Συμφωνώ με το φίλο μου τον Μπεγλίτη (στον πρόλογο του εν λόγω βιβλίου), ότι οι «Νέοι Εργατικοί» ήρθαν στην εξουσία με σχέδιο και στόχους (όχι όμως «όραμα», ας εγκαταλείψουμε τη λέξη, ιδίως για εκείνους που την ξέφτισαν με τις πράξεις τους). Θεωρώ από ενδιαφέρουσες ως σημαντικές πολλές μεταρρυθμιστικές τους προσπάθειες.

Δεν έχω κανένα πρόβλημα να συμφωνήσω με τον Γκίντενς στον τονισμό της οικονομικής αποτελεσματικότητας (αν και σε πήλινα, πόδια, όπως φαίνεται να αναδεικνύει η σημερινή κρίση), της προόδου στην Υγεία και την Παιδεία (αν και ο ίδιος ο συγγραφέας θα την ήθελε μεγαλύτερη και πιο ολοκληρωμένη), των «συνταγματικών» αλλαγών (αυτονομία Σκωτίας, Ιρλανδίας, εκδημοκρατισμός Βουλής των Λόρδων, αρχή αποκέντρωσης), της ένταξης της περιβαλλοντικής μέριμνας στην ατζέντα (αν και, στην αρχή τουλάχιστον, στον πάτο της, όπως αποκαλύπτει ο Γκίντενς), της ακτιβιστικής εξωτερικής πολιτικής (αν και, προς θεού, όχι επειδή υποστήριξε τις «επεμβάσεις με ανθρωπιστικούς στόχους»), της συμβολής στη διαμόρφωση των Στόχων της Λισαβόνας και του ευρω-στρατού (αν και, όπως σωστά διαπιστώνει ο συγγραφέας, ο Μπλερ και η κυβέρνησή του περισσότερο απέφυγαν παρά επηρέασαν την Ευρωπαϊκή Ένωση). Θα πρόσθετα την αυθεντική νεανικότητα, αλλά και την εγκατάλειψη της ουσίας στο βωμό της επικοινωνίας, την ηθική έκπτωση, τις συντροφικές σφαγές, τον δουλικό φιλαμερικανισμό –στοιχεία που ο συγγραφέας ξεπερνά με μεγάλη άνεση.

 

Με ακόμα μεγαλύτερη πνευματική νωχέλεια στοιχειοθετείται στο βιβλίο ο ορισμός του «Τρίτου Δρόμου» ως «μιας νέας πολιτικής αντίληψης, πλούσιας σε πολιτικό περιεχόμενο». Πλούσια, πράγματι, τα παραδείγματα, αλλά πόσες κοινοτοπίες στη θεωρητική ανάλυση: από το –κοινωνικά δίκαιο, ασφαλώς- «Συμβόλαιο για το Μέλλον», το «σύνθημα της ευθύνης», τη «δημοκρατία της διαβούλευσης», την επιθυμία να τεθούν «το Κράτος και η Αγορά στην υπηρεσία του λαού», ως τη «θετική πρόνοια» (λες και θα μπορούσε μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση να προνοήσει αρνητικά), το «συνταίριασμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων», την «τεράστια αλλαγή» που έφερε στην πολιτική η 11η Σεπτέμβρη. Πόσες έτοιμες αλλά ελάχιστα ωφέλιμες συνταγές: από το τρίπτυχο «μάχη ιδεών, στρατηγικής, τακτικής» για την κατάκτηση της εκλογικής νίκης ως τον καθορισμό των τριών αρχών της «σημερινής κεντροαριστεράς»: Ασφάλεια-Ταυτότητα-Ποικιλομορφία (αν σας λείπει η «Αριστερά» από αυτό το συνδυασμό, μάλλον δικό σας το λάθος) και των τριών βάσεων της «κεντροαριστερής διακυβέρνησης»: Οικονομία-Πολιτικό Κέντρο- Δημόσιες Υπηρεσίες (πάλι κάτι σας λείπει, το ξέρω). Ο Γκίντενς παίζει πιο πολύ με τις λέξεις, παρά βασανίζεται με τις έννοιες: προτρέπει την κεντροαριστερά να «εγκαταλείψει τον όρο συνταξιούχος» (προφανώς για να μην αναγκάζεται το Κράτος να δίνει συντάξεις), παλεύει να μας πείσει ότι οι «δημόσιες υπηρεσίες» μπορεί κάλλιστα να είναι (το μαντέψατε) ιδιωτικές, θεωρεί πειστήριο της σοσιαλδημοκρατικής στροφής του Μπλερ το ότι και ο σημερινός ηγέτης των Συντηρητικών Κάμερον την υιοθέτησε, αγωνιά με ποιο τρόπο ο Μπράουν θα δημιουργήσει «πρωτοσέλιδα με το ΕΣΥ» (η πρότασή του: να εξαγγείλει μια «Διακήρυξη Ανεξαρτησίας»). Τέλος, για γκουρού, αποδεικνύεται κακός προφήτης: τάσσεται αναφανδόν υπέρ των hedge funds (βέβαια έγραφε πριν από την οικονομική κρίση), ενώ προβλέπει και νίκη της Χίλαρι στις αμερικανικές εκλογές.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα. Όσο ευχάριστα δίνει και την εντύπωση ότι γράφηκε: σε διάφορα αεροπλάνα, καθοδόν προς διεθνείς συναντήσεις ηγετών, με τον κοσμοπολίτη συγγραφέα να εξηγεί συγχρόνως τον κόσμο στο διπλανό του, να πίνει τη σαμπάνια του και να βλέπει και καμιά πνευματώδη ταινία στον υπολογιστή του. Τουλάχιστον καταλάβαμε γιατί στη Γαλλία την είπαν «Αριστερά-χαβιάρι».

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...