Να βοήθησε άραγε –άθελά της;- η κυβέρνηση, που δημοσίευσε, ήδη από το 1992 (να τι θα πει, μαζί με όλα τ’ άλλα, αμερικανική δημοκρατία), την επίσημη αλλά γραμμένη σα μυθιστόρημα –και που ρουφήχτηκε σα μυθιστόρημα- έκθεση της ειδικής επιτροπής για την προετοιμασία κι εκτέλεση των χτυπημάτων της 11ης Σεπτέμβρη; Σημασία έχει ότι η λογοτεχνία –το γράψιμο γενικότερα, γιατί δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε και τη δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων, ιδίως δε τη σειρά των Νιού Γιόρκ Τάϊμς με τις ιστορίες των θυμάτων- ένιωσε από την πρώτη στιγμή το χρέος της –ένα χρέος κάθαρσης περισσότερο απ’ ό,τι μαρτυρίας. Άμεσα ή έμμεσα, σα φόντο ή στο επίκεντρο, η ιστορία των χτυπημάτων, κυρίως στους Δίδυμους Πύργους, έγινε ιστορία ζωών από έναν Ροθ («Ο καθένας»), έναν Απντάϊκ («Ο τρομοκράτης»), ένα Μακ Κόρμακ («Ο δρόμος»), ένα Μακ Ινερνυ (“The Good Life”), ακόμα και από τον (Βρετανό) Μακ Γιούαν («Σάββατο»). Τελευταίος, αλλά όχι έσχατος (αν και είναι πιθανό να έβαλε την τελευταία πέτρα στο μεγάλο μνήμα), ο πιο σιωπηλός και ιδιότυπος όλων, ο Ντον ντε Λίλο με τον “Falling Man” (τον άνθρωπο που πέφτει αλλά και που εκπίπτει, αγαπητέ όσο και άτυχε Έλληνα μεταφραστή).
Η έλλειψη πρωτοτυπίας στην πλοκή ισοσταθμίζεται και με το παραπάνω με την παρουσία του συγγραφικού στιλ –σήμα κατατεθέν του ντε Λίλο αλλά με πρωτόγνωρη τούτη τη φορά σφραγίδα αυτοσυγκράτησης. Ένας επιζών του χτυπήματος στους Πύργους βρίσκεται με μια εντελώς διαφορετική ζωή στα χέρια του: ξαναγυρνά (χωρίς τίποτα άλλο να έχει αλλάξει) στη γυναίκα από την οποία είχε χωρίσει, έλκεται σα μαγνήτης (χωρίς τίποτα άλλο να τον τραβάει) από μια άλλη επιζούσα της οποίας έσωσε μες στα ερείπια την τσάντα, ψάχνει την πόλη του και τελικά καταλήγει πλάνητας χαρτοπαίχτης στη μνήμη των χαμένων συμπαικτών του εβδομαδιαίου πόκερ. Η γλώσσα είναι ο μόνος τρόπος να σκάψουμε μέσα μας κι ο ντε Λίλο σκάβει μ’ ένα σκαλπέλο λεπτό και μαζί βαθύ, κλινικό αλλά και υπέρτατα τρυφερό με την πηγή. Έτσι το ειδικό γίνεται γενικό, το τοπικό παγκόσμιο, η βιωμένη εμπειρία, εμπειρία μετάδοσης ζωής. Μόνη μικρή ένσταση, το (κατά τα άλλα υπέροχα γραμμένο) κλείσιμο του βιβλίου με την αναδρομική αναπαράσταση του «πραγματικού» χτυπήματος. Η συγκίνηση ήταν ήδη στο λαρύγγι του αναγνώστη, ιδίως με το θάνατο του «ανθρώπου που έπεφτε», του περφόρμερ παράτολμων πτώσεων από κάθε σημείο της πόλης, που δε χρειαζόταν, στα μάτια μου, η ευθεία αναφορά στην «πηγή του κακού». Στα μάτια μου. Τα ασφαλώς περισσότερο στραμμένα στη λογοτεχνία παρά στην Αμερική.


Social Media