
Ως αναγνώστης
Πριν από 10 χρόνια τέλειωσε οριστικά η δικαστική διαμάχη του συγγραφέα Ευγένιου Τριβιζά με την εταιρία Κόκα Κόλα που είχε θελήσει να ονομάσει ένα προϊόν της «Fruitopia». Με τη «Φρουτοπία» δεν παίζεις –και η Κόκα Κόλα έχασε, όπως θα δείτε, 5-0. Να πώς θα μπορούσε κανείς να αποδώσει τιμή, με την ευκαιρία της πρόσφατης κυκλοφορίας του 8ου τόμου της «Φρουτοπίας», σε ένα συγγραφέα που γράφει για όλους όσοι μπορούν να είναι παιδιά.
«Κάποια μέρα, το 2002, σε μια μακρινή χώρα που τη λέγανε Ελλεμονάδα,
δημοσιεύτηκε στον τόμο 8 της "Φρουτοπίας" 
Τα γεγονότα.
- Το 1995, ο συγγραφέας Ευγένιος Τριβιζάς ανακαλύπτει τυχαία, από δημοσίευμα αγγλικής εφημερίδας, ότι η πολυεθνική εταιρία Κόκα-Κόλα έχει κατοχυρώσει για ένα νέο προϊόν της (έναν ανάμικτο χυμό φρούτων), που κυκλοφορεί ήδη στην Αμερική και ετοιμάζεται να εξαχθεί σε άλλες χώρες, την ονομασία «Fruitopia». Ο συγγραφέας, που έχει γράψει σειρά βιβλίων και ολόκληρη τηλεοπτική σειρά με το όνομα «Φρουτοπία», αποφασίζει να αντιδράσει για να μην επιτραπεί, τουλάχιστον στην Ελλάδα, η κυκλοφορία και εμπορική εκμετάλλευση του προϊόντος.
"ΔΙΑΒΑΖΩ", Τεύχος 512, Φεβρουάριος 2011
Ξαφνικά γεμίσαμε μαύρους κύκνους. Ο πρώτος –και καλύτερος- ήταν το επώνυμο μυθιστόρημα του Άγγλου Ντέιβιντ Μίτσελ, που γράφηκε το 2006 (ως “Black Swan Green”) και κυκλοφόρησε στην Ελλάδα (ως σκέτος «Μαύρος Κύκνος») το 2008. Ακολούθησε, στο δοκιμιακό πεδίο, το παγκόσμιο μπεστ-σέλλερ του Νασίμ Νίκολας Ταλέμπ (με εύγλωττο υπότιτλο «Ο αντίκτυπος του εξαιρετικά απρόβλεπτου»), που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Ελλάδα και έδωσε ήδη ευκαιρία για σχετική διάλεξη στο συγγραφέα. Ο κύκλος κλείνει (προς το παρόν, γιατί κανείς δεν ξέρει πότε κλείνουν πραγματικά οι κύκλοι της μόδας) με το επίσης ομώνυμο κινηματογραφικό έργο του Ντάρεν Αρανόφσκι, που συγκινεί κυρίως χάρη στη ροκ υπερβολή του και τη σαγήνη της Νάταλι Πόρτμαν.
Από τους τρεις μαύρους κύκνους, ο πιο ιδιότυπος –θα τολμούσα μάλιστα να πω, ο μόνος πραγματικά μαύρος- είναι εκείνος μέσω του οποίου ο κύριος Ταλέμπ γεφύρωσε εξαιρετικά γρήγορα, και με εξαιρετική εμπορική επιτυχία, τη διαδρομή από τρέιντερ σε γκουρού. Όλα ξεκινούν και όλα βασίζονται σε μια νευτώνεια παρατήρηση: τα απρόβλεπτα γεγονότα με μεγάλες συνέπειες είναι όχι μόνο μέρος του παιχνιδιού (στη συγκεκριμένη περίπτωση, της οικονομίας) αλλά το βασικό μέρος του παιχνιδιού (αφού, σχεδόν ταυτολογικά, έχουν μεγαλύτερες συνέπειες από τα προβλέψιμα γεγονότα).
Ζαλισμένες και η κοινωνία και η «διανόηση», δεν έχουν ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ανάλυση της πρωτόγνωρης κατάστασης μέσα στην οποία ζήσαμε όλη τη χρονιά που φεύγει και θα συνεχίσουμε να ζούμε για απροσδιόριστο αλλά ασφαλώς όχι βραχύ διάστημα. Δυσανασχετούμε, υπομένουμε, εκπλησσόμαστε, αλλά δεν πολυψάχνουμε. Απόρροια των καιρών ή μια ακόμα απόδειξη πνευματικής νωχέλειας; Με τον τρόπο της επιχειρεί να απαντήσει, και σε αυτό το πλάγιο ερώτημα, ένα από τα λίγα βιβλία που αποτελούν εξαίρεση στον κανόνα.
Με τίτλο «Υπό το μηδέν» μάς συστήνονται «Τέσσερα σχόλια για την κρίση», όπως είναι εξάλλου και ο υπότιτλός τους. Υπό τον αστερισμό της εκλεκτικότητας αλλά και της μεγάλης μεταξύ τους διαφορετικότητας οι σχολιαστές: οι συγγραφείς (χωρίς τίποτα κοινό στη λογοτεχνική τους παραγωγή) Τάκης Θεοδωρόπουλος και Πέτρος Μάρκαρης, ο δημοσιογράφος Πάσχος Μανδραβέλης, ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου.
"ΔΙΑΒΑΖΩ", Τεύχος 509, Nοέμβριος 2010
Τα γηρατειά πρέπει να είναι φοβερό πράγμα. Δέος (που συνεχίζεις, που αντέχεις) και διαρκής σύγκριση προς τα κάτω (πώς ήμουνα, τι μου μένει ακόμα) δεν είναι εύκολοι σύντροφοι στην παλαίστρα της ζωής –όσο κι αν τα χτυπήματά τους, ακόμα κι αυτά, γίνονται με όλο και πιο βελούδινα γάντια. Η καταγραφή του περάσματος και μετά της βίωσης των γηρατειών είναι ίσως ακόμα πιο δύσκολη. Απαιτεί νηφαλιότητα και κυρίως συμφιλίωση με τον εαυτό μας (που ποτέ δεν φτάνει όσα πιστεύαμε γι’ αυτόν) και με τη ζωή (που είναι πάντα πιο άδικη από όσο μας άξιζε). Τα γηρατειά δυσκολεύουν, κι όχι μόνο λόγω φυσικών δυνάμεων, τους συγγραφείς. Κι αν δεν τους δυσκολεύουν, είναι κακό σημάδι.
"ΔΙΑΒΑΖΩ", Τεύχος 508, Οκτώβριος 2010
Είναι δύσκολο για κάποιον Έλληνα –και πάντως για μένα- να γυρίσει από τη Γαλλία με αίσθηση ξενιτιάς. Η σχέση των φίλων μας, όμως, με τη λογοτεχνία –και τη λογοτεχνική παραγωγή- είναι άλλο πράγμα.
Κάθε χρονιά γυρίζει, είναι φτιαγμένη για να γυρίζει, γύρω από δύο άξονες: τη rentrée του Σεπτεμβρίου και τα λογοτεχνικά βραβεία των αρχών Νοεμβρίου. Η πρώτη, επιστροφή στα θρανία της διανόησης αλλά και στιγμή που βγαίνουν ή αποτιμώνται όλα τα (λογοτεχνικά) βιβλία, ετοιμάζει το έδαφος και τη λίστα για τα δεύτερα, που είναι πολλά και πολυσυζητημένα: από το κύριο βραβείο, το Goncourt, ως το βραβείο της Ακαδημίας, αλλά και των αναγνωστριών, των μαθητών, των αρτοπωλών κλπ. Ό,τι άλλο συμβεί –κανένα καλό βιβλίο, για παράδειγμα, ή η επέτειος κάποιου παλιού μεγάλου, όπως πέρσι με τον Καμύ- εντάσσεται και οδηγεί αναγκαστικά στις δύο βασικές και αλληλοτροφοδοτούμενες πηγές. Σεπτέμβριος και Νοέμβριος διαθέτουν το πλεονέκτημα να βρίσκονται μάλλον κοντά (κι εμείς αυτή τη στιγμή ακριβώς στη μέση τους) κι έτσι όλη η χρονιά συμπυκνώνεται σε αυτούς τους τρεις μήνες –οι υπόλοιποι είναι για να διαβάζονται αυτοί και αυτά που θα ξεχωρίσουν την περίοδο αιχμής. Το σύστημα διαθέτει πλεονεκτήματα: η λογοτεχνία γίνεται κοινωνικό γεγονός που συζητείται στις εφημερίδες, στην τηλεόραση και στα σαλόνια, οι δε νικητές αυτού του χαριτωμένα ανελέητου ανταγωνισμού είναι βέβαιο ότι θα πουλήσουν πολλά - πολλά αντίτυπα. Υπάρχει βέβαια κι ένα μικρό μειονέκτημα: ότι η λογοτεχνία μοιάζει έτσι όλο και περισσότερο με εμπόρευμα -όμως σ’ αυτό τον κόσμο δεν μπορείς να τα’ χεις όλα, ακόμα και αν είσαι Γάλλος.

Social Media