Αν και δεν χρησιμοποιεί την αποδιοπομπαία λέξη «Σύνταγμα», η Συνθήκη της Λισαβόνας έχει αναμφισβήτητα συνταγματικό χαρακτήρα. Μπορεί να μην έχει τη συμβολική δύναμη της αποθανούσας Συνταγματικής Συνθήκης, μπορεί να μην αντικαθιστά αλλά απλώς να τροποποιεί με εξαιρετικά πολύπλοκο τρόπο τις ισχύουσες Συνθήκες, μπορεί να υπολείπεται ως προς το περιεχόμενο και, κυρίως, ως προς τις φιλοδοξίες εκείνου του προδρόμου της κειμένου, δεν υπάρχει πάντως αμφιβολία ότι εγκαθιδρύει ένα νέο πολιτειακό καθεστώς. Αλλάζει τη λειτουργία των οργάνων, τις μεταξύ τους σχέσεις, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, το επίπεδο προστασίας των πολιτών –επιφέρει δηλαδή, με όλη τη σημασία της λέξης, «συνταγματικές» (σε επίπεδο υπερεθνικού μορφώματος και όχι Κράτους) αλλαγές.
Στόχος της τελευταίας Διακυβερνητικής Διάσκεψης, που διεξήχθη επί πορτογαλικής προεδρίας, δεν ήταν να προβεί σε ριζικές αλλαγές στο κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης. Οι διαφοροποιήσεις, συμβολικού ή και ουσιαστικού χαρακτήρα, έχουν στόχο να κατευνάσουν τις χώρες που την απέρριψαν (ή δίστασαν να την επικυρώσουν), αφαιρώντας τα πιο «προβληματικά» στοιχεία ή προσθέτοντας κάποιες ελάχιστες νέες ρυθμίσεις, εξαιρέσεις και μεταβατικές περιόδους.
Πρωταγωνίστρια σε αυτή τη διαδικασία ήταν αναμφίβολα η Βρετανία, η οποία συνεπικουρούμενη -κατά περίπτωση- από την Τσεχία και την Ολλανδία, ζήτησε και επέτυχε τις περισσότερες αλλαγές: εγκατάλειψη των συμβόλων της Ένωσης (σημαία, ύμνος, έμβλημα), απάλειψη του όρου «Υπουργός Εξωτερικών», μη ενσωμάτωση (αλλά πρόβλεψη για δεσμευτική ισχύ) της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δικαίωμα κάθε χώρας να παραπέμπει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσεις σε θέματα αστυνομικής συνεργασίας και ποινικού δικαίου, απάλειψη από τη Συνθήκη της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, εγκατάλειψη των όρων «νόμος» και «νόμος-πλαίσιο» για την ονομασία των νομοθετικών εργαλείων της Ένωσης. Αλλαγές που αν και παραμένουν ως ένα βαθμό συμβολικές- και έχουν ως αποδέκτες τους απανταχού ευρωσκεπτικιστές πολίτες της Ένωσης- δεν είναι άνευ σημασίας διότι καταδεικνύουν τις αποκλίνουσες αντιλήψεις που υπάρχουν σήμερα για μία Ένωση με περισσότερα ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά.
Οι αλλαγές που επήλθαν στη Συνταγματική Συνθήκη προς ικανοποίηση των Γάλλων έχουν περισσότερο «σοσιαλιστικό» χαρακτήρα. Μετά από αίτημα του Σαρκοζί, ο οποίος εξέφρασε εν προκειμένω τις ανησυχίες κυρίως της γαλλικής αριστεράς, εξαφανίστηκε η «εξασφάλιση του ανόθευτου ανταγωνισμού» από το άρθρο της Συνθήκης που απαριθμεί τους σκοπούς της Ένωσης, με την προσθήκη ωστόσο ενός «αντισταθμιστικού» πρωτοκόλλου που αναφέρει ότι στην εσωτερική αγορά δεν θα πρέπει να υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού. Προς ικανοποίηση της Γαλλίας (και της Ολλανδίας) προστέθηκε επίσης πρωτόκολλο σχετικά με τη σημασία των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος.
Η Πολωνία ήταν η χώρα που με τη μέχρι τέλους επιμονή της κατάφερε αφενός να αποκομίσει δέσμευση για αύξηση προς όφελός της του αριθμού των Γενικών Εισαγγελέων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά πέτυχε κυρίως να αναβάλει -και να αλλοιώσει- την εφαρμογή μίας βασικής καινοτομίας της Συνθήκης. Ο λόγος περί του νέου συστήματος ψηφοφορίας στο Συμβούλιο το οποίο, ελέω Πολωνίας, θα τεθεί τελικά σε εφαρμογή μόλις το 2014 (και πλήρως το 2017), ενώ μία μειοψηφία κρατών θα έχει τη δυνατότητα να αναβάλλει την έγκριση αποφάσεων, βάσει ενός νέου μηχανισμού στηριζόμενου στον περίφημο ''συμβιβασμό των Ιωαννίνων''.
Ανεξάρτητα από τις επιμέρους εκπτώσεις, συμβολικές ή ουσιαστικές, της νέας Συνθήκης, η βασική της αδυναμία συνίσταται στην εγκατάλειψη της συνταγματικής προσέγγισης. Η Συνταγματική Συνθήκη ήταν προϊόν μιας ευρείας Συνέλευσης, απαρτιζόμενης από εκπροσώπους των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των εθνικών κοινοβουλίων και κυβερνήσεων. Η Συνθήκη της Λισαβόνας συντάχθηκε, αντιθέτως, πίσω από κλειστές πόρτες, με την ευθύνη κυρίως των νομικών εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, επί τη βάση της σαφώς οριοθετημένης εντολής που δόθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 21-22 Ιουνίου 2007, και με τη συνδρομή της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, η οποία είχε την άχαρη αποστολή να μετατρέψει το ενιαίο και ευανάγνωστο κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης στην αποσπασματική, και ακατανόητη για τον ευρωπαίο πολίτη, Συνθήκη της Λισαβόνας.
Ακόμα κι έτσι, δεν υπάρχει πάντως αμφιβολία ότι η νέα Συνθήκη σώζει κάτι παραπάνω από τα προσχήματα, καθώς διατηρεί τις περισσότερες καινοτομίες που περιλαμβάνονταν στη Συνταγματική Συνθήκη -εξ ου και η καταγγελία των ευρωσκεπτικιστών ότι επιχειρεί να περάσει από το παράθυρο το περιεχόμενό της.
Καταρχάς, διευρύνεται η δημοκρατική νομιμοποίηση και η αποτελεσματικότητα των πολιτικών δράσεων της Ένωσης και ενισχύεται η θέση της στη διεθνή σκηνή. Η Ένωση αποκτά ενιαία νομική προσωπικότητα και καταργείται η διαίρεση της σε «τρεις πυλώνες» που είχε καθιερωθεί με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και καθιστούσε πολύπλοκη τη δομή της.
Ενισχύεται ο ρόλος του Ευρωκοινοβουλίου με την επέκταση της διαδικασίας συναπόφασης στο 95% της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Αναβαθμίζεται ο ρόλος των εθνικών κοινοβουλίων και των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Το ένα τρίτο των κοινοβουλίων θα μπορεί στο εξής να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επανεξετάσει μία νομοθετική της πρόταση (για μη τήρηση της αρχής της επικουρικότητας), ενώ οι υπογραφές ενός εκατομμυρίου πολιτών θα την υποχρεώνουν να εξετάσει νομοθετική ρύθμιση σε ένα συγκεκριμένο θέμα.
Διευκολύνεται η διαδικασία λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο με την αντικατάσταση σε πολλούς τομείς της ομοφωνίας με ειδική πλειοψηφία, σύμφωνα με ένα νέο, και αποτελεσματικότερο, σύστημα ψηφοφορίας με «διπλή πλειοψηφία» (55% των κρατών-μελών που εκπροσωπούν το 65% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης). Η ομοφωνία σε επίπεδο Συμβουλίου διατηρείται σε λίγες περιπτώσεις που άπτονται κυρίως τομέων συνταγματικής ή θεσμικής φύσης (εκλογικό σύστημα και σύνθεση του Κοινοβουλίου, έδρα των θεσμικών οργάνων, ορισμένοι διορισμοί μελών σε όργανα της Ένωσης, έναρξη διαπραγματεύσεων για προσχώρηση νέων μελών) και κατά δεύτερον σε τομείς που θεωρούνται ιδιαίτερης σημασίας για τα κράτη μέλη (φορολογία, κοινωνική ασφάλιση, κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας, πνευματική ιδιοκτησία, κλπ).
Η Ένωση αποκτά νέες αρμοδιότητες ή ενισχύει τη δράση της σε τομείς όπως ο αθλητισμός, ο τουρισμός, η πολιτική προστασία, η διανοητική ιδιοκτησία, η διοικητική συνεργασία, το διάστημα, η ενέργεια και η αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών.
Αυξάνεται η δικαστική προστασία των πολιτών, καθώς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεκτείνει τον έλεγχό του σε όλες τις δράσεις της Ένωσης πλην της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας, ενώ παράλληλα προβλέπονται μεγαλύτερες δυνατότητες πρόσβασης στις διαδικασίες του από φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Κατοχυρώνεται για όλα τα κράτη μέλη (πλην της Βρετανίας και της Πολωνίας που αυτο-εξαιρέθηκαν) η νομική δεσμευτικότητα της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που αποτελεί ένα πρωτοπόρο κείμενο για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών από τυχόν αυθαιρεσία είτε των οργάνων της Ένωσης είτε των εθνικών αρχών όταν εφαρμόζουν την κοινοτική νομοθεσία. Με ευρύ περιεχόμενο, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, και μεγάλη ενοποιητική δυναμική, αφού αναμένεται να επηρεάσει άμεσα τη νομολογία του Ευρωπαϊκού και των εθνικών δικαστηρίων, η Χάρτα αποτελεί, ακόμα και παραγκωνισμένη σε ξεχωριστό κείμενο, το πιο συμβολικά φορτισμένο, για τους πολίτες, στοιχείο του νέου θεσμικού πλαισίου της Ένωσης. Η Ένωση προσχωρεί επίσης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία -δρώντας συμπληρωματικά προς τον Χάρτα- θα υποβάλλει την Ένωση και σε εξωτερικό έλεγχο του σεβασμού των δικαιωμάτων των πολιτών της όπως ισχύει και για τα κράτη μέλη.
Επέρχονται και άλλες αλλαγές στο ευρωπαϊκό θεσμικό σύστημα. Μειώνεται ο αριθμός των μελών της Επιτροπής (σε δύο τρίτα του αριθμού των κρατών μελών) που θα ορίζονται βάσει ενός συστήματος ισότιμης συναλλαγής. Αν και η εναλλασσόμενη προεδρία διατηρείται στο Συμβούλιο Υπουργών, αντικαθίσταται ο θεσμός της εξάμηνης προεδρίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (που καθίσταται πλέον θεσμικό όργανο) με τη θέση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ανανεώσιμης θητείας 2,5 ετών, ο οποίος θα προεδρεύει στις συνόδους του και θα εκπροσωπεί διεθνώς την Ένωση.
Ενισχύεται επίσης ο ρόλος του Ύπατου Εκπροσώπου για την Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Άμυνας. Αν και δεν θα φέρει τον τίτλο «Υπουργός Εξωτερικών», θα είναι ταυτόχρονα Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και θα προεδρεύει στο Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων. Επικουρούμενος από μία «ευρωπαϊκή υπηρεσία εξωτερικής δράσης», θα επιχειρήσει να δώσει στην ΕΕ τη δυνατότητα να μιλάει με ενιαία φωνή στη διεθνή σκηνή. Κρίσιμο ζήτημα εδώ τα περιθώρια κινήσεων του και η σχέση με το νέου τύπου Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Προστίθεται επίσης ρήτρα αμοιβαίας βοήθειας και συνδρομής, σε περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, γεγονός που αποτελεί βήμα προόδου στην αμυντική συνεργασία μεταξύ των κρατών της Ένωσης·
Διασφαλίζεται ακόμη η πλήρης ισοτιμία Κοινοβουλίου και Συμβουλίου στην έγκριση του κοινοτικού προϋπολογισμού, καθώς καταργείται η διάκριση μεταξύ «υποχρεωτικών» και «μη υποχρεωτικών δαπανών». Με αυτόν τον τρόπο το Κοινοβούλιο θα έχει πλέον την ίδια επιρροή με το Συμβούλιο σε όλο το εύρος του προϋπολογισμού συμπεριλαμβανόμενων των δαπανών για την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Θεσπίζεται παράλληλα νέα απλοποιημένη διαδικασία για την έγκριση του προϋπολογισμού της Ένωσης με μία μόνο ανάγνωση, η οποία θα ακολουθείται από ειδική επιτροπή συνδιαλλαγής, που θα πρέπει να επιτύχει τη συμφωνία μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου εντός προθεσμίας 21 ημερών. Το Κοινοβούλιο θα έχει στη συνέχεια τη δυνατότητα να εγκρίνει τον προϋπολογισμό ακόμα και σε περίπτωση που το Συμβούλιο απορρίψει τη συμφωνία. </Original>
Τέλος, όσον αφορά τη διαδικασία αναθεώρησης των Συνθηκών, προβλέπονται προφανείς βελτιώσεις, και πρώτα-πρώτα η ανάθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δικαιώματος πρωτοβουλίας για την αναθεώρηση, στον ίδιο βαθμό με τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, αλλά και η θεσμοθέτηση της Συνέλευσης ως οργάνου προετοιμασίας της αναθεώρησης. Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζονται ο εξαιρετικά αποφασιστικός ρόλος της Συνέλευσης στην επεξεργασία των Συνθηκών και οι εγγενείς περιορισμοί της διακυβερνητικής μεθόδου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που πρώτο πρότεινε την προσφυγή στη μέθοδο της Συνέλευσης, εκφράζει την ικανοποίησή του για την τροποποίηση αυτή, η οποία θα συμβάλει στη διαφάνεια και στον εκδημοκρατισμό της διαδικασίας αναθεώρησης καθώς και στη διασφάλιση της αυξημένης αποτελεσματικότητάς της.
Μπροστά μας έχουμε τώρα τη χρονοβόρο φάση της επικύρωσης. Στόχος είναι η Συνθήκη της Λισαβόνας να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2009 μετά την επικύρωσή της από τα εθνικά κοινοβούλια, με την εξαίρεση μόνο της Ιρλανδίας, η οποία θα διεξαγάγει -βάσει συνταγματικής υποχρέωσης- δημοψήφισμα. Η επιλογή της κοινοβουλευτικής επικύρωσης από τα κράτη μέλη είναι νόμιμη και θεμιτή. Ωστόσο η αποφυγή των «επισφαλών» δημοψηφισμάτων δε βοηθά τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Συνθήκης. Σε έναν ιδανικό κόσμο θα είχαμε δημοψηφίσματα σε όλα τα κράτη μέλη, την ίδια μέρα, και νίκη της ευρωπαϊκής προόδου.
Με δεδομένη την έλλειψη ενθουσιασμού που προκαλεί η Συνθήκη της Λισαβόνας, πρέπει άραγε να υποτιμήσουμε τη σημασία της ή να αδιαφορήσουμε για την τελική της επικύρωση; Η απάντηση μου, αλλά και της μεγάλης, πιστεύω, πλειοψηφίας των Ευρωπαίων σοσιαλιστών, είναι αρνητική. Στην περίπτωσή μας τα πράγματα είναι απλά: αν δεν τεθεί σε εφαρμογή, θα γυρίσουμε πίσω στη Συνθήκη της Νίκαιας, δηλαδή σε ένα σύστημα εγγενώς μεταβατικό, αταίριαστο με μια Ευρώπη 27 χωρών και χωρίς κανένα από τα σημαντικά βήματα προς τα εμπρός που γίνονται, έστω και λίγο κουτσουρεμένα, με το νέο πλαίσιο.


Social Media