Από τον ένα μηχανισμό στον άλλο

Στις 25 Μαρτίου 2010 δημοσιοποιήθηκε η συμφωνία του Eurogroup (του Συμβουλίου Υπουργών των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ) για (δυνητική) οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα –αφού, επισήμως, όπως αναφέρεται και στην απόφαση, «η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε ζητήσει καμία οικονομική βοήθεια» (αυτό θα γινόταν στις 23 Απριλίου, με το «διάγγελμα του Καστελλόριζου», και αφού είχαν προηγηθεί, ως την τελευταία στιγμή, συνεχείς διαψεύσεις). Ο μηχανισμός, με εμφανή τα σημάδια του αυτοσχεδιασμού, ενδύθηκε τη μορφή γενικής επιβεβαίωσης της κοινής ευθύνης όλων των κρατών μελών για την τήρηση των κανόνων της δημοσιονομικής πειθαρχίας (πρώτη παράγραφος της απόφασης) και επιβράβευσης της ως τότε αναληφθείσας ελληνικής προσπάθειας για ανάκτηση «της χαμένης εμπιστοσύνης των αγορών» (δεύτερη παράγραφος). Τα κύρια όμως χαρακτηριστικά του μηχανισμού -που επρόκειτο να παγιοποιηθούν, αφού τα βρίσκουμε και στους «γενικούς» και «μόνιμους» μηχανισμούς που ακολούθησαν- ήταν η ενεργός συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η παροχή της βοήθειας υπό τη μορφή διμερών δανείων, η θέση αυστηρών πολιτικών όρων από τους δανειστές στη δανειζόμενη χώρα και η εκκίνηση της διαδικασίας διαμόρφωσης κάποιου είδους «οικονομικής διακυβέρνησης».

 


Ειδικότερα:


● Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε διμερή χρηματοδότηση εκ μέρους ορισμένων χωρών (όσων θελήσουν), σε ποσοστό 60% του συνολικού «πακέτου», και δανεισμό από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε ποσοστό 40%. Η απόφαση για τη διμερή χρηματοδότηση έπρεπε να ληφθεί με ομοφωνία από το Eurogroup και, κατά την πιο σκοτεινή διατύπωση του κειμένου της συμφωνίας, δεν θα επρόκειτο για «χρηματοδότηση στο μέσο όρο των επιτοκίων της ευρωζώνης» αλλά θα έθετε «κίνητρα για την επιστροφή στη χρηματοδότηση από την αγορά το συντομότερο δυνατόν» (στην πράξη αυτό θα αποδεικνυόταν ότι σήμαινε ότι το επιτόκιο δεν θα ήταν προϊόν διαπραγμάτευσης εκ μέρους της δανειζόμενης χώρας, ενώ θα της ζητούνταν και ειδικά μέτρα για τη γρήγορη «επιστροφή στην ομαλότητα»).

● Αναλήφθηκε ρητή δέσμευση «για ένα ισχυρό συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στην Ευρωζώνη», μέσα από την αναφορά ότι «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα πρέπει να γίνει η οικονομική κυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης» και την ειδική απαίτηση αύξησης του ρόλου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην «οικονομική επιτήρηση» και στον «καθορισμό της στρατηγικής ανάπτυξης της Ένωσης».  Σαφώς προαναγγέλθηκαν επίσης δύο θεσμικές μεταρρυθμίσεις: της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος και για τη δημιουργία ενός «ισχυρού πλαισίου για την επίλυση κρίσεων».


● Ο δανεισμός δεν θα ήταν αυτόματος. Έπρεπε πρώτα να τον ζητήσει η Ελλάδα και στη συνέχεια προβλεπόταν (όπως και έγινε) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, να υποβάλλουν πρόταση στο Eurogroup, το οποίο θα αποφάσιζε με ομοφωνία (χωρίς ψήφο της Ελλάδας). Στη συνέχεια, καθεμία από τις 16 χώρες της «Ευρω-ομάδας» όφειλε να «επικυρώσει» τη συλλογική απόφαση, σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες (κυβερνητική απόφαση σε πολλές χώρες, ψήφιση από τη Βουλή σε άλλες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Γαλλία, η Φινλανδία). Με νομικά αυστηρούς όρους, ενδεχόμενη «μη επικύρωση», έστω και από μία χώρα, θα σήμαινε απόρριψη, έναντι όλων, της συμφωνίας. Στην πράξη, αυτό που συνέβη, όπως ως τότε συνέβαινε σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, είναι ότι η πολιτική δέσμευση των χωρών εν Συμβουλίω κάλυπτε και την «εσωτερική διεκπεραίωση» -πάντως τελικά δεν αποφεύχθηκαν τα προβλήματα, όπως η έγκριση της ελληνικής βοήθειας από τη νέα κυβέρνηση της Σλοβακίας και, αργότερα, οι «αντιρρήσεις» της γερμανικής βουλής, καθώς και απειλές από τη Φινλανδία.


● Αναφερόταν ότι ο μηχανισμός θα ενεργοποιηθεί μόνο σε περίπτωση που αποτελεί ultima ratio –επί λέξει «ύστατη καταφυγή», αντικειμενικά αναπόφευκτη. Το αν συνέτρεχαν οι όροι της οριακής ανάγκης, αυτό είναι κάτι που θα το έκρινε η ίδια η αιτούσα και ουσιαστικά θα αποτελούσε το λόγο της προσφυγής στη βοήθεια –αυτό το ρόλο έπαιξε το «διάγγελμα του Καστελλόριζου». Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρητικά διατηρούσε το δικαίωμα να κρίνει αν πράγματι υφίσταται ultima ratio, όμως η κύρια σημασία της πρόβλεψης ήταν η θεσμοθέτηση, που συναντάμε και στους δύο επόμενους μηχανισμούς, της «εξαιρετικότητας» και του «επώδυνου» της όλης διαδικασίας (μόνο σε ακραίες περιπτώσεις και με πολύ αυστηρούς όρους).


● Η προσπάθεια να αποφευχθούν τα εκ της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης νομικά εμπόδια σε μια τέτοιου είδους βοήθεια (άρθρα 123, 124, 125) αντιμετωπίστηκαν με τη ρητή άρνηση στη συμφωνία κάθε στοιχείου «επιδότησης» και με την ένδυση της βοήθειας με το μανδύα του πολυμερούς δανεισμού εκ μέρους όλων των μελών της Ευρωζώνης κατά το λόγο της κοινοτικής συνεισφοράς τους (δηλαδή ανάλογα με το ΑΕΠ τους) και όχι εκ μέρους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωση ή οργάνων της. Η αντίθεση, πάντως, μεταξύ πολιτικής απόφασης και «φιλοσοφίας» της Συνθήκης έγινε αμέσως αισθητή και οδήγησε, όπως θα δούμε, σε αναθεώρηση και επανερμηνεία της.


Για την Ελλάδα, η αρχική αυτή συμφωνία-πλαίσιο έμελλε να εξειδικευτεί στις 2 Μαΐου, μετά όχι μόνο το Καστελλόριζο αλλά και την υπογραφή του «Μνημονίου» (θα ακολουθούσε η ψήφιση του, πέντε ημέρες αργότερα από την ελληνική Βουλή, με την πλειοψηφία του άρθρου 28 παρ. 3 και όχι 2 του Συντάγματος). Με βάση τα παραπάνω χαρακτηριστικά, η συμφωνία της 2ης Μαΐου ήταν πάντως μια άλλη συμφωνία. Μια συμφωνία άλλου ποσού και άλλης κατανομής ποσών: συνολικά 110 δις ευρώ (η μεγαλύτερη προς μία χώρα βοήθεια όλων των εποχών και όχι τα «30 και βλέπουμε» της πρώτης συμφωνίας) κατανεμημένα σε 80 δις από τα κράτη της Ευρωζώνης και 30 από το ΔΝΤ (και όχι 60% - 40%, όπως αρχικά είχε προβλεφθεί). Μια συμφωνία με άλλους όρους: η εκταμίευση των δανείων (τόσο από τις ευρωπαϊκές χώρες όσο και από το ΔΝΤ) προβλέφθηκε τελικά σταδιακή (ανά τρίμηνο και για 12 δόσεις) και κατόπιν «αποδείξεως» (ότι λήφθηκαν τα κάθε φορά απαραίτητα μέτρα), βάσει (τριμηνιαίου) «απολογισμού» και «θετικής αξιολόγησης προόδου», με δυνατότητα διαρκούς αλλαγής των όρων και αιτήματος νέων μέτρων εκ μέρους της «τρόϊκας», που από τότε μπήκε και επίσημα στη ζωή μας. Και μια συμφωνία άλλου είδους: μια συμφωνία διακυβέρνησης και όχι απλώς οικονομικής βοήθειας, αφού το Μνημόνιο που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με την ΕΕ και το ΔΝΤ αποτέλεσε, όπως πια όλοι γνωρίζουμε, ένα πραγματικό και δεσμευτικό νέο κυβερνητικό πρόγραμμα με μη διαπραγματεύσιμα όσο και δύσκολα επιτεύξιμα αποτελέσματα.



Το «Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας» (EFSF): για τη σωτηρία του ευρώ

Η νύχτα της 9ης προς τη 10η Μαΐου 2010 πέρασε ήδη στην Ιστορία ως εκείνη κατά την οποία «παρά λίγο να πεθάνει το ευρώ», τόσο το φούντωμα της ελληνικής κρίσης, παρά την παροχή της βοήθειας, και η διαρκής αναβλητικότητα για λήψη συνολικών μέτρων απείλησαν με συστημική καταστροφή. Ως απάντηση της ύστατης ώρας, η Ένωση συγκρότησε και ανακοίνωσε ένα «γενικό μηχανισμό υποστήριξης», κατά το πρότυπο του ελληνικού μηχανισμού αλλά και με πρωτότυπα χαρακτηριστικά.


Το ευρωπαϊκό σχέδιο περιλαμβάνει 5 συμ-μετόχους διαφορετικών επιπέδων, ταχυτήτων και λογικών: α) την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην οποία επετράπη, κατ’ απόλυτη εξαίρεση, να δανειστεί 60 δις ευρώ (από τον κοινοτικό προϋπολογισμό) για να δανείσει τις χώρες που ενδεχομένως αντιμετωπίσουν προβλήματα στο άμεσο μέλλον, β) όλες τις χώρες της Ευρωζώνης, που εγγυήθηκαν ότι θα δημιουργήσουν ένα είδος Ταμείου Σταθερότητας με (εθνικούς) πόρους ύψους 440 δις ευρώ, γ) το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, που συμφώνησε να συμμετάσχει με δάνεια στο μισό της συνεισφοράς των κρατών-μελών, δηλαδή με πόρους ύψους 250 δις ευρώ, δ) την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία, κόντρα στις αρχές της, το Καταστατικό της και δηλώσεις του Διοικητή της κυρίου Τρισέ τρεις μόλις μέρες πριν από την οριστικοποίηση της συμφωνίας, δεσμεύτηκε να αγοράσει από τις ευρωπαϊκές τράπεζες τα ομόλογα των «εύθραυστων» χωρών, εγγυώμενη κατ’ αυτό τον τρόπο τη διάθεση και αποπληρωμή τους ανεξαρτήτως πιστοληπτικής διαβάθμισης, ε) τις Κεντρικές Τράπεζες χωρών εκτός Ευρωζώνης, οι οποίες συμφώνησαν να προχωρήσουν σύντομα σε ανταλλαγές και αλληλο-στηρίξεις νομισμάτων, ώστε να σταθεροποιηθεί το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.


● Το σχέδιο προέβλεπε μεν πρωτοφανές συνολικό ύψος (750 δις ευρώ), αποτελούνταν όμως καταρχήν από virtual χρήματα –συμφωνίες ότι θα βρεθούν, εάν χρειασθεί και κατόπιν επανεξέτασης- και όχι άμεσα δάνεια, όπως στην περίπτωση του ελληνικού μηχανισμού –γι’ αυτό η συζήτηση που ξεκίνησε, και ακόμα συνεχίζεται, είναι αφενός η ενίσχυση του συνολικού ποσού (τα 750 δις άρχισαν να φαντάζουν λίγα μετά την προσχώρηση Ιρλανδίας και Πορτογαλίας και με την απειλή αναγκαστικής εισόδου και μεγαλύτερων χωρών τύπου Ισπανίας), αφετέρου δε η αύξηση του «ζεστού χρήματος». Το σχέδιο ήταν, πάλι καταρχήν, «ανοιχτό», γιατί, είχε περιορισμένο χρονικό ορίζοντα (3ετίας), αλλά με εξαρχής ενδείξεις (δηλώσεις Όλι Ρεν αμέσως μετά την υιοθέτηση) ότι προοριζόταν να αποκτήσει χαρακτηριστικά μονιμότητας.


● Ως νομική βάση χρησιμοποιήθηκαν, αντίθετα από την ελληνική περίπτωση, το άρθρο 122 της Συνθήκης, που προβλέπει κατ’ εξαίρεση βοήθεια σε χώρες της Ένωσης για «εξαιρετικά γεγονότα που εκφεύγουν του ελέγχου τους» και το άρθρο 136 περί οικονομικού –και όχι μόνο δημοσιονομικού- συντονισμού των χωρών της Ευρωζώνης, με χάραξη κοινών κατευθυντήριων γραμμών και δεσμευτική τήρησή τους. Το σχέδιο μάλιστα συνοδεύτηκε και από άμεσες πολιτικές εξαγγελίες στην κατεύθυνση αυτή: ένα είδος «συνδιαμόρφωσης» των εθνικών προϋπολογισμών, την αυστηρότερη εποπτεία εφαρμογής των κανόνων για το έλλειμμα και το χρέος υπό την απειλή αναστολής κοινοτικών χρηματοδοτήσεων, την αντιμετώπιση των «διαφορών ανταγωνιστικότητας» μεταξύ των χωρών, την αναγγελία περί σύστασης ενός μόνιμου μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων σε ενωσιακό επίπεδο –όλα στοιχεία που θα κυριαρχούσαν στην ευρωπαϊκή συζήτηση των επόμενων μηνών και που θα ενέπνεαν σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις περί του «μόνιμου μηχανισμού».


● Η άμεση και απευθείας «αγορά χρεών» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ισοδυναμεί στην πράξη με την ως τώρα βδελυρά αποκρουόμενη «χρηματοποίηση του χρέους» (“monetarisation of debt”), όσο και να προσπάθησε να «δικαιολογηθεί» ο επικεφαλής της ΕΚΤ: όπως και στην περίπτωση της Ελλάδας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έπαιξε το ρόλο του εγγυητή ρευστότητας του μηχανισμού αλλά, σύντομα, και της ίδιας της διάσωσης των χωρών που έμπαιναν στο χορό.


● Το σχέδιο συνδέθηκε αναπόσπαστα με την εξαγγελία «Προγραμμάτων Σταθερότητας» ελληνικού τύπου από αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, που εξέλαβαν, ορθά, τη δημιουργία του με καμπανάκι και όχι λήξη συναγερμού. Άμεσα και εσπευσμένα σε Ισπανία, Πορτογαλία, εντελώς δραματικά στην ευρισκόμενη στα όρια του βαράθρου Ρουμανία, έμμεσα αλλά σαφώς στην Ιταλία και τη Γαλλία, με διάθεση να προληφθούν τα χιρότερα από τη νέα βρετανική κυβέρνηση, τα προγράμματα λιτότητας διαδέχτηκαν την πρώτη διδάξασα (από το 2009) Ιρλανδία και την καταλύτη των εξελίξεων Ελλάδα. Η θεσμοποίηση της εξίσωσης «βοήθεια = λιτότητα» πραγματοποιήθηκε λόγω τε και έργω. Το γεγονός ότι κάποιες από αυτές τις χώρες δεν απέφυγαν την καταφυγή στο μηχανισμό φανερώνει τη διάσταση ανάμεσα σε θεσμικές προβλέψεις και πολιτική πραγματικότητα, την απόσταση από το «σύνδρομο του καλού μαθητή» ως τις βουλές των αγορών.



Ο «Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης» (ESM): η μονιμότητα του μέλλοντος

Το Συμβούλιο Κορυφής της 25ης Μαρτίου 2011 «κλείδωσε» το μόνιμο μηχανισμό στήριξης, που πρόκειται να διαδεχθεί τον EFSF μετά το 2013. Πολλές εμπειρίες αντλήθηκαν από τη διαχείριση της ελληνικής, της ιρλανδικής και της πορτογαλικής περίπτωσης, χωρίς ωστόσο να αλλάξει η βασική φιλοσοφία του συστήματος  -τα παθήματα στην Ευρώπη αργούν να μετατραπούν σε μαθήματα.


● Η «πραγματική δανειστική ικανότητα» του ESM (χρήματα που δεν είναι άμεσα διαθέσιμα, αλλά θεωρείται ότι θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να συγκεντρωθούν) ορίστηκε στα 500 δισεκατομμύρια ευρώ (προσδιορίζεται μάλιστα ότι κατά τη μεταβατική περίοδο μεταξύ EFSF και ESM, δηλαδή 2011 έως 2013, το συνολικό ποσό δεν θα είναι ανώτερο των 500 δις –πολιτική υπαναχώρηση προς όφελος όσων χωρών «φοβούνταν» ότι η απόφαση για το ESM θα αποτελούσε κερκόπορτα για αύξηση και του EFSF). Προβλέπεται πάντως τουλάχιστον ανά πενταετία επανεξέταση (υπονοείται: με δυνατότητα αναπροσαρμογής) της «δανειακής ικανότητας». Προβλέπεται επίσης, εξαρχής (αν και δεν έγινε αμέσως χρήση όπως στην περίπτωση του «Σύμφωνου για το Ευρώ»), δυνατότητα εθελοντικής συμμετοχής στο ESM και χωρών εκτός Ευρωζώνης.


● Το ESM θα έχει συνολικό κεφάλαιο 700 δις ευρώ, κατανεμημένο ως εξής: 80 δις προ-πληρωμένη συνεισφορά των μελών της Ευρωζώνης (σε 5 δόσεις και σύμφωνα με το λόγο του ΑΕΠ τους) και 620 δις υπό μορφή εγγυήσεων από τις χώρες της Ευρωζώνης. Κεφαλαιακή συνεισφορά του ΔΝΤ δεν προβλέπεται –μόνο (δυνητική αλλά στην πραγματικότητα προ-αποφασισμένη) συμμετοχή στο δανεισμό κάθε αιτούσας χώρας –και στον καθορισμό των πολιτικών όρων παραχώρησής του.


● Η καταβολή της βοήθειας εξαρτάται άμεσα από τη συμφωνία και την τήρηση ενός ειδικού σε κάθε περίπτωση «προγράμματος μακρο-οικονομικής προσαρμογής» (υπό μορφή Μνημονίου) με συμμετοχή και του ιδιωτικού τομέα. Το Πρόγραμμα θα διαμορφώνεται από το Διοικητικό Συμβούλιο του ESM μετά από πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε συνεννόηση με το Συμβούλιο. Αίτηση ενός κράτους μέλους δεν θα σημαίνει και αυτόματη αποδοχή της, ούτε αυτόματους όρους. Ακόμα και το επιτόκιο δανεισμού προβλέπεται ρητά ότι θα μπορεί να διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Ο έλεγχος τήρησης του Προγράμματος (άρα και της εκταμίευσης του δανείου) θα γίνεται από την Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ –η «τρόικα» θεσμοποιείται.

 

● Στο καθαρά θεσμικό επίπεδο, ο ESM συμφωνήθηκε να συγκροτηθεί μέσα από δύο διεθνείς συνθήκες: την υπό αναθεώρηση «Συνθήκη της Λισαβόνας» (με την ειδική προσθήκη που θα γίνει στο άρθρο 136 της Συνθήκης Λειτουργίας για να προβλεφθεί ο μηχανισμός) και μια ειδική συνθήκη μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, με την οποία θα δημιουργηθεί ένας οιονεί «διακυβερνητικός οργανισμός» υπό το διεθνές δίκαιο και με έδρα το Λουξεμβούργο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε στην προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου στο άρθρο 136 της Συνθήκης Λειτουργίας: «Οι χώρες μέλη που έχουν ως νόμισμα το ευρώ μπορούν να καθιερώσουν ένα μηχανισμό σταθερότητας που θα ενεργοποιείται σε περίπτωση που είναι απολύτως αναγκαίο (indispensable) για την εξασφάλιση της σταθερότητας της Ευρωζώνης ως συνόλου. Η καταβολή κάθε αιτουμένης βοήθειας στο πλαίσιο του μηχανισμού υπόκειται σε καθεστώς «αυστηρής τήρησης όρων» (strict conditionality)». Είναι προφανές ότι η διατύπωση είναι η γενικότερη δυνατή: όλη η ουσία θα μπει στην ειδική συνθήκη. Είναι επίσης εμφανές ότι, εφόσον δεν προτείνεται άλλη αλλαγή, η νέα αυτή διάταξη θα ερμηνεύεται ως συμπληρωματική και όχι ως συγκρουόμενη με τις απαγορευτικές διατάξεις των άρθρων 125 («no bail out») και δευτερευόντως 123-124 –υπό την έννοια της ειδικής και υπό όρους εξαίρεσης σε ένα κανόνα (της μη διάσωσης) και όχι κατάλυσής του, παρόλο που στην πράξη πρόκειται για αναδιαμόρφωση του αρχικού κανόνα υπό το φως της κρίσης.


● Επελέγη ως διοικητικό σχήμα το «πολιτικό» σε βάρος του «τεχνοκρατικού»: ο ESM θα διοικείται από Συμβούλιο αποτελούμενο από τους Υπουργούς Οικονομικών των χωρών της Ευρωζώνης και όχι από ανεξάρτητες και επιλεγμένες βάσει προσόντων προσωπικότητες –με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το είδος και τον βαθμό τόλμης των αποφάσεων, καθώς και για το βάρος ορισμένων χωρών στη λήψη τους.


● Ξεκαθάρισε τι ανάμιξη θα έχει ο οργανισμός αυτός στην αγορά ομολόγων: αφενός μεν, κατ’ εξαίρεση και υπό την αίρεση ομόφωνης (χωρίς μπλοκάρισμα από τυχόν αποχές) απόφασης του Διευθυντικού Συμβουλίου του, ο ESM θα μπορεί, επιπλέον των δανείων που θα παρέχει σε χώρα υπό δυσκολία, να τη «βοηθά» παρεμβαίνοντας στις πρωτογενείς αγορές΄ αφετέρου, θα μπορεί πάντα, στο πλαίσιο της παρεχόμενης βοήθειας προς κάποια χώρα, να προβαίνει σε αγορές ομολόγων της που διακινούνται στις πρωτογενείς αγορές (με δυνατότητα, προφανώς, της υποβοηθούμενης χώρας να αγοράσει στη συνέχεια τα ομόλογα της από τον ESM σε καλύτερη τιμή). Σε αυτό το σχέδιο δεν υφίσταται πρόβλεψη δράσης στη δευτερογενή αγορά ομολόγων (το βήμα επρόκειτο να γίνει  με τη Συμφωνία της 21ης Ιουλίου).


● Με βάση το προηγούμενο του EFSF και την ελληνο-ιρλανδική εμπειρία, το ΔΝΤ προβλέπεται μεν ότι θα «συνεργάζεται πολύ στενά» με το ESM, αλλά δεν προσδιορίζονται οι ακριβείς όροι της συνεργασίας –από τα περίεργα, όσον αφορά τον πολιτικό συμβολισμό, του νέου μηχανισμού.


● Υπό το καθεστώς του ESM, ενίσχυση μιας χώρας θα σημαίνει συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και αυτό θα συνεπάγεται αναδιάρθρωση. Και τούτο γιατί προβλέπεται ότι, σε περίπτωση που η μακρο-οικονομική ανάλυση για την εξέλιξη του χρέους μιας χώρας αποφανθεί ότι αυτό δεν βρίσκεται σε «διαχειρίσιμη τροχιά» (πράγμα που, εξ ορισμού, θα συμβαίνει, αφού ακριβώς η διάγνωση της «μη διαχειρισιμότητας» του χρέους είναι εκείνη που θα έχει οδηγήσει μια χώρα στην αγκαλιά του ESM), η διαπραγμάτευση της υποβοηθούμενης χώρας με τους ιδιώτες πιστωτές της (δηλαδή τις ιδιωτικές τράπεζες) θα καθίσταται υποχρεωτική και θα οδηγεί σε «ευθεία ανάμιξή τους για τη διαμόρφωση όρων διαχειρισιμότητας του χρέους», δηλαδή, σε απλούστερα ελληνικά, σε «αναδιάρθρωση». Ο κανόνας αυτός είχε δυο κρίσιμες πρακτικές συνέπειες –μία για μετά το 2013 και μία άμεση: όταν τεθεί σε εφαρμογή ο ESM, και σε κάποιο βαθμό ως τίμημα για τη συμμετοχή των ιδιωτών δανειστών στη διαδικασία αναδιάρθρωσης, οι ιδιώτες θα είναι τρίτοι στη σειρά για την ικανοποίηση του χρέους τους, μετά το ΔΝΤ και τον ESM΄ από την ανακοίνωση δε της συμμετοχής των ιδιωτών, οι πιέσεις των αγορών, τόσο μέσω σπρεντς όσο και μέσω αξιολογήσεων από διεθνείς οίκους, επί των πιθανών να προσφύγουν στον ESM χωρών, έγιναν πολύ εντονότερες, ενόψει της βεβαιότητας των τραπεζών ότι συμμετοχή στον ESM συνεπάγεται μη πλήρη ικανοποίηση. Κλασική περίπτωση «δίκαιου» μέτρου που δημιουργεί επιπλέον και πιο άμεσες «αδικίες».

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...