Τα απόνερα ενός καυτού Αυγούστου

Euro2day 6/9/2011 

Τώρα που έφυγε, μπορούμε να το πούμε: ο φετινός Αύγουστος μας έκοψε τα λίγα φτερά που μας είχαν απομείνει. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη, ακόμα και στην παγκόσμια οικονομία. Η σχετική ευφορία μετά τη συμφωνία κορυφής της 21ης Ιουλίου –με τη νέα βοήθεια προς την Ελλάδα και το νέο σχέδιο για την «οικονομική διακυβέρνηση» της Ευρώπης- πολύ γρήγορα θάφτηκε κάτω από 4 μείζονες εξελίξεις, ανατρεπτικές του κλίματος, αλλά, φοβούμαι, διόλου απρόβλεπτες ενόψει της παγκόσμιας διαχείρισης της κρίσης.

 

Για πρώτη φορά τόσο εμφανώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει η ίδια εν αμφιβόλω τις αποφάσεις της. Η πρακτική συνέπεια της καταρχήν θετικής συμφωνίας της 21ης Ιουλίου δεν υπήρξε το ξεμπλοκάρισμα πόρων, ούτε η απαρχή ενός «ευρωπαϊκού Σχεδίου Μάρσαλ», ούτε η μεγαλύτερη σύγκλιση προς μια πολιτική ένωση (που, αυτή τη στιγμή, δεν μπορεί να σημαίνει παρά περισσότερες κοινές οικονομικές αποφάσεις), αλλά η έγερση ζητήματος εγγυήσεων από πλευράς Φινλανδίας. Η αλήθεια είναι ότι στην ίδια την απόφαση της 21ης Ιουλίου προβλεπόταν (σημείο 9 των συμπερασμάτων) ότι «όπου ενδείκνυται, θα δημιουργηθεί σύστημα εμπράγματων εγγυήσεων ώστε να καλυφθεί ο κίνδυνος που προκύπτει για χώρες-μέλη της Eυρωζώνης από τις εγγυήσεις που έχουν δώσει στον EFSF». Πολλοί αναλυτές είχαν προβληματιστεί (μεταξύ άλλων για την έννοια του «συστήματος» εγγυήσεων, που με πρώτη ανάγνωση απαιτεί θεσμική προσυνεννόηση και όχι μεμονωμένο και μονομερές «αίτημα» κράτους μέλους), όμως λίγοι είχαν πιστέψει πως θα γινόταν αμέσως χρήση αυτής της ασαφούς πρόβλεψης. Διαψεύστηκαν. Και μαζί τους διαψεύστηκαν και όλοι εκείνοι που είχαν ελπίσει ότι, μετά τις περιπέτειες της περσινής χρονιάς και τη νέα φετινή απειλή κατά του ευρώ και της Ευρωζώνης, θα είχε πια διαμορφωθεί μια πιο γενναιόδωρη –γιατί απαραίτητη για την επιβίωση- έννοια της ενδοκοινοτικής αλληλεγγύης.

Το φινλανδικό αίτημα για εγγυήσεις (με επίσημη αιτιολογία, πειστική μόνο στο χαρτί, ότι η νέα κυβέρνηση το είχε αναγάγει σε γενικό κανόνα, για κάθε παροχή βοήθειας, στο προεκλογικό και στο κυβερνητικό της πρόγραμμα), η αιφνιδιασμένη ελληνική αντίδραση (στο κάτω-κάτω η φινλανδική συμμετοχή δεν είναι μεγαλύτερη από 2% του συνολικού πακέτου) και η ταχύτατη υιοθέτηση του «θέλω κι εγώ» από 4 άλλες χώρες (Ολλανδία, Αυστρία, Σλοβακία, Σλοβενία) απειλούν όχι μόνο να τινάξουν στον αέρα τη συμφωνία της 21ης Ιουλίου αλλά και την ενότητα –πρόσοψης, όπως αποδεικνύεται- της Ευρώπης. Η ενοχλημένη αντίδραση της Γερμανίας (που μπορεί να της προσάπτουμε όλα τα κακά του κόσμου, πιστεύει όμως και ενεργεί πάντα για την τήρηση των συμφωνημένων) και το χλιαρό γερμανο-γαλλικό «σχέδιο δράσης» της 20ης Αυγούστου προσπάθησαν να επαναφέρουν την ισορροπία. Όμως –ψυχολογικά και πολιτικά- το κακό είχε γίνει.

Η συστημική διάσταση καθίσταται ολοφάνερη. Βάθεμα της κρίσης στην Ελλάδα, παρά τα πακέτα βοήθειας, ανησυχία σε επιπλέον μικρές (Κύπρος) αλλά και σε μεγάλες χώρες όπως η Ιταλία, ακόμα και η Γαλλία, τραπεζικό πρόβλημα σε όλη την Ευρώπη, μεγάλες δυσκολίες στην Ιαπωνία, παραλίγο (έστω και τεχνητή) χρεοκοπία στις ΗΠΑ και υποτίμηση, για πρώτη φορά στην ιστορία, της πιστοληπτικής της ικανότητας: το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κλυδωνίζεται συθέμελο. Ο βασικός του πυλώνας (οι ΗΠΑ) δεν είναι πλέον παράγοντας σταθερότητας, αλλά αποσταθεροποίησης. Η πιο μεγάλη του αγορά (η ευρωπαϊκή) ενεργοποιεί μόνο τα αμυντικά αντανακλαστικά της. Οι αιτίες των προβλημάτων (αυτονόμηση του χρηματοπιστωτικού κέρδους από την παραγωγή, έλλειψη υγιούς ανταγωνισμού των αγορών και κανόνων ελέγχου τους, έλλειμμα ηγεσίας και τόλμης στην παγκόσμια διακυβέρνηση) βαθαίνουν αντί να αντιμετωπίζονται.

Οι δυσκολίες είναι πολιτικές και μαζί οικονομικές –μάλλον δε οι πρώτες ενισχύουν τις δεύτερες: η αδυναμία οικοδόμησης ενός «κοινού συμφέροντος» στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η περιπέτεια του χρέους στις ΗΠΑ (όπου ο Ομπάμα είχε να αντιμετωπίσει και τη μισαλλοδοξία της εκτός κάθε λογικής, αλλά και όλο μεγαλύτερης επιρροής, δεξιάς συνιστώσας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος), η διαιωνιζόμενη πολιτική αστάθεια στην Ιαπωνία, παρά το ταρακούνημα του σεισμού και της Φουκουσίμα, η έλλειψη «ορατότητας» των ανερχόμενων δυνάμεων, ακόμα και η απομείωση που δέχτηκε στη φήμη του το ΔΝΤ μέσα από τις προσωπικές περιπέτειες του προηγούμενου διευθυντή του, αλλά και την αναποτελεσματικότητα της «συνταγής» του για την αντιμετώπιση της κρίσης, είναι όλες εξελίξεις που συντελούν στην επιδείνωση της κατάστασης. Όσο το παγκόσμιο κλίμα βαραίνει, οι λύσεις απομακρύνονται –γιατί οι πραγματικές λύσεις δεν μπορεί παρά να είναι παγκόσμιες, κάτι που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να καταλάβουν κατώτεροι των περιστάσεων ηγέτες.

Η ύφεση προβάλλει σφοδρότερη και δομικότερη. Εδώ μπαίνουμε στα δικά μας –αλλά όχι μόνο. Το δίδαγμα από την εφαρμογή του ελληνικού Μνημονίου, μέσα ιδίως από τη δυσκολία εξασφάλισης της 5ης και, ήδη, της 6ης δόσης, είναι ότι με μόνο «σφίξιμο» του ζωναριού και χωρίς ανάπτυξη, η οικονομία –και η κοινωνία- βυθίζεται αντί να ανακάμπτει. Ο λογαριασμός έσοδα-έξοδα, δεν βγαίνει, το χρέος και το έλλειμμα συρρικνώνονται αργότερα από ό,τι ελπίζαμε (και δεσμευτήκαμε στο Μνημόνιο), η ανεργία καλπάζει, το επιχειρηματικό κλίμα και η παραγωγικότητα δεν βελτιώνονται, οι μεταρρυθμίσεις γίνονται, όσες γίνονται, στο χαρτί και ακυρώνονται ή διαστρέφονται στην πράξη. Όλα αυτά τα αντανακλά η πραγματικότητα της ζωής στις ελληνικές πόλεις και στην ύπαιθρο, τα διαπιστώνει και η τελευταία Έκθεση της τρόικας για την Ελλάδα (άνοιξη 2011), σε βαθμό που να μην δικαιούμασταν να μας εκπλήξει –και να μας θυμώσει- τόσο πολύ η πρόσφατη –και μάλλον αδίκως διάσημη- Έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Με την αλλαγή ηγεσίας στο Υπουργείο Οικονομικών η διαπίστωση ότι απαιτείται και αλλαγή πολιτικής εκφράστηκε και επίσημα.

Μόνο που πλέον μπορεί να είναι πολύ αργά. Γιατί τόσο οι υποχρεώσεις της χώρας, όσο και η δυσανεξία του κοινωνικού σώματος, ολοένα μεγαλώνουν: χαρακτηριστικότερη εικονογράφηση του προβλήματος αλλά και της αδυναμίας αντιμετώπισής του αποτελούν οι επανειλημμένες διαβεβαιώσεις περί «άδικων μέτρων», που όμως δεν μπορούν να αποφευχθούν. Εξ ου και η σημασία του «πακέτου» της 21ης Ιουλίου, που για πρώτη περιλάμβανε μια ισχυρή –αλλά ακόμα μετέωρη- αναπτυξιακή συνιστώσα. Εξ ου και η προσπάθεια να φανεί ως «σχέδιο Μάρσαλ» κάτι που δεν ήταν, αφού στο μεν κοινοτικό επίπεδο δεν επρόκειτο παρά για κάποιες διευκολύνσεις στους πόρους του ΕΣΠΑ, στο δε διακρατικό για την επισημοποίηση της γερμανικής πρόθεσης να μπει με προνομιακούς όρους σε κάποιες ελληνικές αγορές (κυρίως της ενέργειας). Όμως τα περιθώρια είναι πια πολύ μικρά και η υφεσιακή δυναμική πολύ μεγάλη –αγγίζει δε σιγά - σιγά όλη την Ευρωζώνη (με πρώτη τη Γερμανία), καθιστώντας τις δυνατότητες περαιτέρω βοήθειας προβληματικές.          

Σειρά «αναθεωρήσεων» καθίστανται μονόδρομος. Ενόψει όλων των παραπάνω, η Ευρώπη χρειάζεται άλλη διακυβέρνηση, η Ελλάδα άλλο Μνημόνιο και η Πολιτική άλλη σχέση με την Οικονομία –αυτά δε τα καταλαβαίνουν πλέον, και τα λένε, όχι κάποιοι αιθεροβάμονες ή εξτρεμιστές, αλλά οι ίδιοι οι κυβερνήτες σε πολλές χώρες και διεθνείς οργανισμούς.  Η νέα ηγεσία του Υπουργείου Οικονομικών έχει κάνει πολλές φορές νύξη για πολιτικοποίηση και αλλαγή πορείας, η δε πολύ πρόσφατη θέση «κόκκινης γραμμής» στην τρόικα για περαιτέρω μέτρα λιτότητας (είτε οδήγησε σε «διακοπή» των συνομιλιών, είτε απλώς σε διάλειμμα) είναι ιδιαίτερα εύγλωττη –μένει να φανεί πόσο αποτελεσματική. Το σχέδιο Μέρκελ-Σαρκοζί για την Ευρώπη μιλά μεν για «οικονομική διακυβέρνηση», προωθεί όμως στην ουσία τη διακυβερνητική πορεία, δηλαδή τη συνεννόηση Γερμανίας- Γαλλίας, ερήμην, ή στην καμπούρα, των άλλων εταίρων. Κάθε δε μνεία σχεδόν αυτονόητων εργαλείων εξορθολογισμού ή εξισορρόπησης του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως το ευρω-ομόλογο, ή η Ευρωπαϊκή Αρχή Αξιολόγησης, ή ο φόρος επί των χρηματιστικών συναλλαγών, ή (δεν έχουμε επιμείνει αρκετά σε αυτή την απαραίτητη προϋπόθεση) ο διαχωρισμός των πιστωτικών από τις επενδυτικές εργασίες των τραπεζών, συναντούν συχνά φραστική επιδοκιμασία και πάντα πολιτική αμηχανία.


Η μόνη αναθεώρηση που δεν μας χρειάζεται (γιατί διασπά περαιτέρω την εθνική κυριαρχία, αφαιρεί από το Κράτος τον τελευταίο μοχλό αναδιανομής και είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει σεβαστή στην πράξη), είναι η πιο πιθανή να πραγματοποιηθεί, υπό την πίεση των «μεγάλων δυνάμεων»: πρόκειται για τη συνταγματική αλλαγή για εγγραφή σε κάθε χώρα του «χρυσού κανόνα του χρέους» (πέρασε χτες στην Ισπανία, με τις ψήφους των δύο κομμάτων εξουσίας και τις διαμαρτυρίες της κοινωνίας).


Έτσι αντιπάλεψε ο κόσμος μας τη λογική αυτόν τον σκληρό Αύγουστο –και δε βλέπω πώς θα αλλάξει στάση τον ακόμα πιο δύσκολο Σεπτέμβριο.


 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...