Οι διαπιστώσεις του κ. Ελ Εριάν είναι όλες γνωστές, ανακυκλούμενες και αλληλοτροφοδοτούμενες, ενώ κάποιες του προτάσεις είναι μεν πρωτότυπες, τόσο όμως που αντιμάχονται την πραγματικότητα και την κοινή λογική. Ιδίως: τη στιγμή που όλα είναι, κυριολεκτικά, στην κόψη του ξυραφιού, ο πληθωρισμός και η διαρκής εμφάνιση νέων προτάσεων επιτείνουν το αδιέξοδο, δημιουργώντας σύγχυση κι αναβάλλοντας τη λήψη αποφάσεων.
Πιο συγκεκριμένα: ο κ. Ελ Εριάν (και ασφαλώς όχι μόνον εκείνος) ψέγει την Ευρώπη για «έλλειψη πολιτικής ηγεσίας», για «καθυστέρηση που στοιχίζει πολύ», για «γενική απώλεια εμπιστοσύνης». Όμως αυτά αποτελούν λήψη του ζητουμένου: έτσι είναι, αλλά το θέμα είναι πώς ξεφεύγουμε. Από την άλλη, δεν νομίζω ότι αποτελεί, όπως υποστηρίζει ο αρθρογράφος, «ειρωνεία» το γεγονός ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός, στην πρόσφατη επιστολή του στον κύριο Γιουνκέρ, προσδιορίζει κι αυτός με τρόπο σαφή τα παραπάνω και μερικά ακόμη προβλήματα. Λογική συνέπεια για τον αρχηγό της χώρας που δέχεται τις ισχυρότερες πιέσεις και επιπτώσεις από την κρίση είναι να αντιλαμβάνεται και να θέλει να καταπολεμήσει την παθογένεια. Το θέμα είναι τι κάνει στο εσωτερικό της χώρας του και πώς πείθει τους εταίρους του να την καταπολεμήσουν –πριν και μετά την επιστολή.
Αν το άρθρο τέλειωνε στις διαπιστώσεις, θα ήταν απλώς άλλη μια, μάλλον ανώφελη, επανάληψη –και δεν θα χρειαζόταν σχόλια. Τη διάθεση απάντησης γεννούν οι δύο από τις τρεις «λύσεις» που προτείνει και μάλιστα σε συσχετισμό μεταξύ τους (η πρώτη, η ενδυνάμωση της οικονομικής ενοποίησης, ανήκει και αυτή στο χώρο του αυτονόητου και είναι κάτι για το οποίο και εγώ και πολλοί άλλοι επιχειρηματολογούμε από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η κρίση). Η πρωτότυπη ιδέα του κ. Ελ Εριάν συνίσταται στη σύνδεση της –αναπόφευκτης, όπως όλοι πια παραδέχονται- «αναδιάρθρωσης των χρεών της περιφέρειας» με μια διαδικασία προσωρινής αποχώρησης (γίνεται καταπραϋντικά λόγος για «εκπαιδευτικά άδεια») κρατών μελών από την Ευρωζώνη, «ώστε να ανακτήσουν την ελαστικότητα που χρειάζεται για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας». Αυτή όμως δεν είναι λύση, είναι πρόκληση.
Πρώτον, γιατί απαιτεί μεταρρύθμιση των Συνθηκών, δηλαδή διαπραγματεύσεις και νομικές διαδικασίες πολλών χρόνων (αν υποτεθεί ότι θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί ομοφωνία). Δεύτερον, γιατί θα σκότωνε τον ασθενή –«εκπαιδευόμενη χώρα» αλλά και Ευρωζώνη- με την αγαθή πρόθεση να τον θεραπεύσει: ποια καλύτερη ευκαιρία για οριστικό χτύπημα στο ευρώ από τις Αγορές από τον εξοστρακισμό του «κακού μαθητή», έστω και με το καρότο της «προσωρινότητας»; Τρίτον, γιατί δεν μιλάει, ή δεν μπορεί να φανταστεί, τι θα γινόταν, ειδικά μετά την έναρξη της μοιραίας αναδιάρθρωσης, μετά την «επιστροφή»: ξανά στο ευρώ και όλα καλά; Τέταρτον, γιατί θεωρεί ως πρόβλημα την «ελαστικότητα», ενώ το ζητούμενο είναι το ακριβές αντίθετο: η δημιουργία συνθηκών πραγματικής συνοχής και αλληλεγγύης.
Να λοιπόν ο πυρήνας της κριτικής: δεν χρειαζόμαστε διαρκώς νέες ιδέες, εφόσον το τι θα χρειαζόταν το ξέρουν και πια το παραδέχονται όλοι –αρμόδιοι και αναρμόδιοι, ταγοί και αναλυτές. Χρειαζόμαστε βαθύτερη οικονομική διακυβέρνηση (δηλαδή συν-αποφάσεις και συ-σχεδιασμό πριν από την ύστατη ώρα), αναπτυξιακά εργαλεία όπως το ευρωομόλογο, άλλο θεσμικό διακανονισμό στις σχέσεις ενωσιακής τάξης και Αγοράς, απαλλαγή, όσο είναι δυνατόν, από τις εθνικιστικές και αποσπασματικές προσεγγίσεις. Το ζήτημα, αγαπητέ Μοχάμεντ, είναι πώς το «θα» -τα πολλά «θα»- θα γίνουν επιτέλους πράξη. Και ίσως σε αυτό βοηθούσε ένας κάποιος περιορισμός της τάσης για εντυπωσιασμό της γαλαρίας –που ισχύει ασφαλώς και για τα καθ’ ημάς


Social Media