Με τις νέες Συνθήκες διευρύνεται αποφασιστικά το εύρος των πράξεων στις οποίες εφαρμόζεται η διαδικασία «συναπόφασης» (που πλέον ονομάζεται «συνήθης νομοθετική διαδικασία»). Στο εξής γύρω στο 95% της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, με πολύ λίγες εξαιρέσεις (όπως στη φορολογία), θα υποβάλλεται στην διπλή έγκριση, με ίσους όρους, του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου. Επεκτείνονται επίσης οι εξουσίες του Κοινοβουλίου σε δημοσιονομικά θέματα, καθώς καταργείται η διάκριση μεταξύ υποχρεωτικών και μη υποχρεωτικών δαπανών και αναγνωρίζεται στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να εγκρίνει το νομικά δεσμευτικό πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Διασφαλίζεται έτσι πλήρης ισότητα μεταξύ Κοινοβουλίου και Συμβουλίου όσον αφορά τη διαμόρφωση του ετήσιου προϋπολογισμού και, ακόμα σημαντικότερο, το σύνολο των δαπανών –και των αντίστοιχων πολιτικών- περνούν, σταθμίζονται και μπορούν να αναδιαμορφωθούν από το Κοινοβούλιο. Στον τομέα των διεθνών συμφωνιών, η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου γίνεται γενικός κανόνας, ενώ και στο πεδίο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, που παραμένει αρμοδιότητα του Συμβουλίου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποκτά δικαίωμα ενημέρωσης και διαβούλευσης. Το Κοινοβούλιο ενισχύει ακόμα το ρόλο του στις τεχνικές αλλά κρίσιμες διαδικασίες της «ευελιξίας» (υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων για προβλεπόμενους στόχους της Ένωσης) και των «γεφυρών» (απόφαση για μετάβαση από ομοφωνία σε ενισχυμένη πλειοψηφία). Αποκτά τέλος δικαίωμα πρωτοβουλίας αναθεώρησης των Συνθηκών και θα λαμβάνει μέρος στην αναθεωρητική διαδικασία μέσω της συμμετοχής του στην εκάστοτε Συνέλευση (αν και η επόμενη λογικά θα αργήσει πολύ).
Κυρίως όμως αναβαθμίζεται περαιτέρω ο πολιτικός ρόλος του Κοινοβουλίου. Πρώτον, μέσω της εκλογής από αυτό του Προέδρου της Επιτροπής, κατόπιν προτάσεως του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και με λήψη υπόψη του αποτελέσματος των ευρωεκλογών. Δεύτερον με την εν γένει «πολιτικοποίηση» που υφίσταται η διαδικασία ανάδειξης αλλά και λειτουργίας της Επιτροπής, που οφείλει να λειτουργεί συλλογικότερα, να θέτει υπόψη του Κοινοβουλίου και να ζητά την έγκριση ενός πενταετούς «κυβερνητικού» προγράμματος, με συγκεκριμένες –και μετρήσιμες- προτεραιότητες. Τρίτον, με την εντονότερη σύνδεση και παρακολούθηση των επιλογών και των δράσεων της χώρας που ασκεί την εναλλασσόμενη Προεδρία και της «τρόικας» των χωρών που υποβάλλουν κοινό σε γενικές γραμμές πρόγραμμα. Και τέταρτον, με την ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου ως «πολιτικής συνείδησης» της Ένωσης, μέσω των απόψεων που εκφράζει και, πλέον, των αποφάσεων που παίρνει σε όλα τα πεδία της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Παρόλο που το νέο θεσμικό πλαίσιο μόλις τέθηκε σε εφαρμογή, το νέο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δείχνει να έχει συνείδηση των αυξημένων ευθυνών του. Αυτό οφείλεται σε αρκετά μεγάλο βαθμό στην σε βάθος προετοιμασία που είχε γίνει από την προηγούμενη σύνθεση, ιδίως μέσα από την εκπόνηση ειδικών Εκθέσεων για τις απαιτούμενες θεσμικές, δημοσιονομικές και τεχνικές προσαρμογές. Την ευκαιρία για έκφραση της πολιτικής συνειδητοποίησης του ρόλου τους κατάλαβαν –και άδραξαν- οι ευρωβουλευτές κατά τη διαδικασία ακροάσεων των προτεινόμενων μελών της δεύτερης «Επιτροπής Μπαρόζο». Η επιτυχής εναντίωση στην υποψήφια της Βουλγαρίας –και πρώην συνάδελφό μας- δεν εκφράζει, όπως κακόπιστα θέλησαν να προβάλλουν ορισμένοι εκπρόσωποι του Λαϊκού Κόμματος, μια «κομματικού τύπου» αντίδραση, αλλά την έκφραση γενικής δυσφορίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (που εμβληματικά ενσαρκώθηκε από τη σχετική επιστολή του προέδρου Μπούζεκ στον Πρωθυπουργό της Βουλγαρίας) για την προώθηση μιας υποψηφιότητας που δεν πληρούσε στοιχειώδη εχέγγυα αξιοκρατίας και καθαρότητας. Η απόφαση των Γάλλων σοσιαλιστών να καταψηφίσουν συνολικά, λόγω «μη ανταπόκρισής της στις περιστάσεις», τη νέα Επιτροπή είναι μία ακόμα ισχυρή συμβολικά χειρονομία. Μένει τώρα στο νέο Κοινοβούλιο να δράσει και δημιουργικά στο πλαίσιο των νέων Συνθηκών, προωθώντας μέτρα υπέρ των ελευθεριών και των πολιτών και αναζωογονώντας πολιτικά την Ένωση.

Social Media