Προς μία νέα θεσμική ισορροπία της ΕΕ

Περιοδικό «Διεθνής & Ευρωπαϊκή πολιτική», Τεύχος 10

Οι ευρωεκλογές του 2009 πέρασαν -όπως πέρασαν: με  πολύ μεγάλη αποχή, φόβο μπροστά κρίση, λίγη συζήτηση για την Ευρώπη, νίκη της κεντροδεξιάς-, η Συνθήκη της Λισαβόνας έρχεται -όσο έρχεται: με το δεύτερο ιρλανδικό δημοψήφισμα τον Οκτώβριο και τρεις ακόμα χώρες να μην έχουν ολοκληρώσει τη διαδικασία επικύρωσης (στην Πολωνία και την Τσεχία επιφυλάσσονται οι ίδιοι οι Πρόεδροι, στη Γερμανία, μετά την πρόσφατη απόφαση του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου[1], απαιτούνται κάποιες νομοθετικές αλλαγές πριν από την προεδρική υπογραφή). Εν τω μεταξύ η νέα θητεία των κοινοτικών οργάνων άρχισε -υπό το θεσμικό σχήμα της Συνθήκης της Νίκαιας και με την πιθανότητα -γρήγορης αλλά όχι αυτόματης- μετάβασης στο σχήμα της Λισαβόνας. Η προσπάθεια να δούμε σήμερα ποιο θα είναι αυτό το νέο σχήμα, ειδικά όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των τριών βασικών πολιτικών οργάνων της Ένωσης, δεν αποτελεί άσκηση επιστημονικής φαντασίας: η Λισαβόνα είναι πολύ κοντά, ακόμα όμως και αν δεν τεθεί σε εφαρμογή, το πνεύμα της έχει ήδη εμποτίσει -και θα επηρεάσει- τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η μετάβαση, εξάλλου, θα είναι τόσο απότομη μέσα στο χρόνο, που τώρα είναι η στιγμή να σταθούμε στις νομικές και πολιτικές επιπτώσεις της.

Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, Συμβούλιο, Επιτροπή και Κοινοβούλιο αλλάζουν, σε διαφορετικό βαθμό, αρμοδιότητες και λειτουργία, εκείνο όμως που κυρίως μεταβάλλεται -και υπερβαίνει το άθροισμα των επιμέρους αλλαγών- είναι η θεσμική ισορροπία: όχι τόσο το ποιος κάνει τι, όσο το πώς το κάνει, με ποια δυναμική και με ποιο συσχετισμό με την αντίστοιχη δυναμική των άλλων οργάνων. Χονδρικά: το Κοινοβούλιο ενδυναμώνεται ως προς τις αρμοδιότητες και την πολιτική επιρροή, το Συμβούλιο αυτονομείται και ταυτόχρονα διχοτομείται, η Επιτροπή διατηρεί το ρόλο της αυξάνοντας τη νομιμοποίησή της. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, η πολιτική πράξη, ιδίως στην αρχή, θα είναι αυτή που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις. Το βέβαιο είναι όλα τα όργανα οφείλουν να συνεργαστούν μεθοδικότερα και στενότερα.

Συμβούλιο: η μεγάλη πολυφωνία

Τέσσερεις είναι οι μεγάλες αλλαγές όσον αφορά το Συμβούλιο: η ανύψωσή του σε επίσημο θεσμό της Ένωσης, η ανάθεση σε αυτό σημαντικού ρόλου στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας[2], η απόκτηση μεριδίου συμμετοχής στις "συνταγματικές εξελίξεις" (υποδεικνύει τον νέου τύπου Πρόεδρό του, προτείνει τον αναβαθμισμένο  Πρόεδρο της Επιτροπής, διορίζει τον πρωτοεισαγόμενο Ύπατο Εκπρόσωπο για τις Εξωτερικές Υποθέσεις και την Πολιτική Άμυνας), η απόφαση για την κατά περίπτωση χρήση των "γεφυρών" (passerelles) μετάβασης από την ομοφωνία στην ενισχυμένη πλειοψηφία και από ειδική στη γενική νομοθετική διαδικασία. Είναι προφανές ότι από κατεξοχήν "διακυβερνητικός θεσμός", το Συμβούλιο γίνεται κρίσιμος ενωσιακός θεσμός.

Γίνεται όμως κατά κάποιον τρόπο και δισυπόστατος, αφού, δίπλα στο συλλογικό όργανο, εμφανίζεται το νέο μεγάλο πρόσωπο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο μόνιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου για δυόμισι χρόνια (ίσως και για πέντε λόγω της δυνατότητας ανανέωσης). Θα είναι βέβαια ένας Πρόεδρος με μικρότερο βαθμό δημοκρατικής νομιμοποίησης από τον πρόεδρο της Επιτροπής, εφόσον ο δεύτερος εκλέγεται, ενώ ο πρώτος απλώς «επικυρώνεται» από  το Κοινοβούλιο. Δεν θα είναι όμως αναγκαστικά λιγότερο πολιτικός, εφόσον ρόλος του είναι να "διευκολύνει τη συνοχή και την συναίνεση (consensus)", εντός του Συμβουλίου, δηλαδή δεν θα "προΐσταται" απλώς αλλά και θα (μπορεί να) καθορίζει στάσεις και επιλογές (σε άλλα ίσως θέματα, αλλά όχι με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον Πρόεδρο της Επιτροπής, που ξεκινά πρωτοβουλίες, παρακολουθεί την υλοποίησή τους και συχνά κινεί τα νήματα στο δρόμο της πράξης[3]). Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου θα είναι έτσι εκ των πραγμάτων περισσότερο "πρόεδρος" της Ένωσης από τον επικεφαλής της προεδρεύουσας χώρας στο θεσμικό σχήμα της Νίκαιας[4], αποσπώντας παράλληλα από τον τελευταίο το ρόλο του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα έξω. Στο σχήμα της Λισαβόνας, ο πρόεδρος της χώρας που ασκεί την εναλλασσόμενη προεδρία δεν θα έχει καθόλου καθήκοντα εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αναλαμβάνονται είτε από τον μόνιμο Πρόεδρο του Συμβουλίου, όσον αφορά τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας ("υπό την επιφύλαξη", πάντως, των αρμοδιοτήτων του Ύπατου Εκπροσώπου[5]), είτε από τον πρόεδρο της Επιτροπής, όσον αφορά όλα τα ζητήματα πλην της εξωτερικής πολιτικής, είτε από το άλλο καινούργιο πρόσωπο στο θεσμικό τοπίο, τον Ύπατο Εκπρόσωπο - Αντιπρόεδρο -ουσιαστικό "Υπουργό Εξωτερικών", ο οποίος εκπροσωπεί την Ένωση σε ότι έχει σχέση με τις εξωτερικές και αμυντικές της σχέσεις και τη «διπλωματική» της έκφραση (Συνθήκες, διαπραγματεύσεις, αντιπροσωπείες κλπ).

Η εναλλασσόμενη προεδρία και ο επικεφαλής της μπορεί να χάνουν τον ρόλο του εκπροσώπου της Ένωσης προς τα έξω, αποκτούν όμως μεγαλύτερες δυνατότητες –και ανάγκη- συντονισμού με το άλλο «κομμάτι» του Συμβουλίου, το μόνιμο, αλλά και με τα άλλα όργανα εξουσίας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρα, από την πρώτη στιγμή θα πρέπει να βρεθεί ένα κανάλι, πρακτικό αλλά και θεσμικό, διαρκούς συνεργασίας μεταξύ του μονίμου προέδρου και του μονίμου αντιπροέδρου υπεύθυνου για τα εξωτερικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εναλλασσόμενης ανά εξάμηνο προεδρίας -με επιμέλεια κυρίως της τελευταίας (αν θέλει να μην είναι απλώς διακοσμητική). Ο αρχηγός της προεδρεύουσας χώρας, αποκτά επιπλέον, με την νέα κατανομή, την ιδιότητα να προεδρεύει του συμβουλίου των γενικών υποθέσεων, του οποίου ο ρόλος και η σημασία αναβαθμίζεται. Αν εξαιρεθεί το συμβούλιο εξωτερικών υποθέσεων, την προεδρία του οποίου θα έχει ο Ύπατος Εκπρόσωπος, το συμβούλιο γενικών υποθέσεων θα έχει την πολιτική ευθύνη των βασικών ζητημάτων που θα ανακύπτουν κατά την διάρκεια μιας εξάμηνης προεδρίας. Στην πράξη, ο συντονισμός των διαφόρων ειδικών συμβουλίων[6], καθήκον της προεδρεύουσας χώρας και του επικεφαλής της, δεν είναι δυνατό να αφήνει εντελώς έξω το συμβούλιο εξωτερικών υποθέσεων, εφόσον είναι προφανές ότι η προεδρεύουσα χώρα δεν μπορεί να μη συζητά και να μη γνωρίζει καθόλου τι γίνεται στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Ακόμα, ακριβώς λόγω της αυτονόμησης του ρόλου του Συμβουλίου και του μονίμου Προέδρου του, είναι πολύ πιθανό ο προεδρεύων και η προεδρεύουσα χώρα να αποκτήσουν το ρόλο του προνομιακού συνομιλητή -διαπραγματευτή με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο μέτρο που, και πάλι, η χώρα που ασκεί την εναλλασσόμενη Προεδρία θα επιθυμεί να "περάσει" κάποιες πολιτικές προτεραιότητές της, πέρα από το οιονεί "κυβερνητικό πρόγραμμα" της Επιτροπής -υπό την υψηλή εποπτεία του μονίμου Προέδρου.

Σημαντικότερο ρόλο αποκτά και η λεγόμενη «τρόικα». Οι τρεις χώρες οι οποίες ανά διαδοχικά εξάμηνα θα βρίσκονται στο τιμόνι του Συμβουλίου, θα πρέπει να συνεργάζονται αρκετά στενά καθ' όλο το δεκαοκτάμηνο. Θεσμοθετείται ότι δεν θα εναλλάσσονται απλώς στην προεδρία, αλλά οφείλουν να έχουν ένα πραγματικό -έστω και μίνιμουμ- κοινό πολιτικό πρόγραμμα, του οποίου βεβαίως την αρμοδιότητα εκτέλεσης, την επιλογή των επιμέρους προτεραιοτήτων, την πολιτική ώθηση θα την έχει κάθε φορά η προεδρεύουσα χώρα.

Επιτροπή: η μεγάλη πολιτικοποίηση

Αν οι αρμοδιότητες της Επιτροπής, εξωτερικά τουλάχιστον, παραμένουν οι ίδιες -η Επιτροπή είναι πάντα η μηχανή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο μοχλός εκείνος από τον οποίο ξεκινά κάθε πρωτοβουλία-, ο Πρόεδρος της (άρα και ολόκληρο το σώμα) αναβαθμίζεται σημαντικά, με την ευρύτερη δημοκρατική νομιμοποίηση που αποκτά λόγω της εκλογής του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η εκλογή του μάλιστα με λήψη υπόψη, όπως λέει ρητά η Συνθήκη της Λισσαβόνας, "του αποτελέσματος των ευρωπαϊκών εκλογών", όχι μόνο πολιτικοποιεί, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, και "κομματικοποιεί" το ρόλο και την αποστολή του, εφόσον είναι προφανές ότι ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, όπως προκύπτει από τις εκάστοτε ευρωεκλογές, θα προσδιορίζει όχι μόνο το πρόσωπο (υποδεικνυόμενο από την πλειοψηφία) αλλά και το πρόγραμμα με βάση το οποίο θα πορευθεί. Ως τώρα το Συμβούλιο μπορούσε, θεωρητικά, να κάνει πιο "απελευθερωμένο" από το συσχετισμό δυνάμεων τις επιλογές του (περίπτωση επιλογής Πρόντι από κεντροδεξιά πλειοψηφία) αναζητώντας τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση (οι υποψήφιοι Πρόεδροι της Επιτροπής πάντα, μετά την έντονη παρασκηνιακή μάχη, προτείνονταν ομόφωνα). Τίποτα δεν εμποδίζει πια, ιδίως σε περίπτωση όχι πολύ καθαρού εκλογικού αποτελέσματος, οι υποψήφιοι να είναι περισσότεροι και η μάχη ενώπιον του Κοινοβουλίου πιο ανοιχτή και "ιδεολογική" -ώστε και το πρόγραμμα του τελικού νικητή να εκφράζει καθαρότερες επιλογές και όχι μια "μαλακή συναίνεση"[7]. Και γι' αυτόν επιπλέον το λόγο, η συζήτηση που γίνεται αυτόν τον καιρό για το "καλεντάρι" της μεταβατικής περιόδου, για το πότε δηλαδή -σε σχέση με τη θέση σε εφαρμογή ή όχι της Συνθήκης της Λισαβόνας- θα γίνει ο διορισμός του νέου προέδρου και των υπόλοιπων μελών της Επιτροπής, πρέπει νομίζω να οδηγήσει σε λύση υπέρ της καθυστέρησης της εκλογής του Προέδρου και της όσο το δυνατόν στενότερης -χρονικά και πολιτικά- σχέσης του με τα μέλη της "κυβέρνησής" του. Το πολιτικό πρόγραμμα πενταετίας της Επιτροπής, ακριβώς επειδή πλέον -ακόμα και αν τελικά δεν τεθεί σε εφαρμογή η Συνθήκη της Λισαβόνας- οφείλει να είναι και πιο πολιτικό και πιο πρόγραμμα, δεν μπορεί να προετοιμαστεί από μια μεταβατική ή μια ημι-νομιμοποιημένη Επιτροπή (ας μην ξεχνάμε ότι, αναλόγως του αν τελικά θα εφαρμοστεί η Νίκαια ή η Λισαβόνα, θα είναι άλλος ως και ο αριθμός των μελών της Επιτροπής).

Μια πιθανή, επομένως, και μάλλον παράπλευρη, επίπτωση της Συνθήκης της Λισαβόνας είναι ότι στη νέα θεσμική ισορροπία το κυρίως ενισχυμένο όργανο δεν θα είναι ο νεοπαγής μόνιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου, αλλά ο πολιτικά αναβαθμιζόμενος Πρόεδρος της Επιτροπής[8]. Η αιτίαση ότι η Επιτροπή -και ο Πρόεδρός της- είναι "τεχνοκρατικοί" θεσμοί, χάνει μεγάλο μέρος από την εγκυρότητα της. Η εκλογή του Προέδρου από το Κοινοβούλιο, η έμφαση στο πρόγραμμα[9], ο τονισμός του στοιχείου της "συλλογικότητας" του κολεγίου των Επιτρόπων (collegialite), ακόμα και η -προσώρας θυσιασμένη στο βωμό του δεύτερου ιρλανδικού δημοψηφίσματος- πρόβλεψη της Συνθήκης της Λισαβόνας ο αριθμός των Επιτρόπων να μην είναι ίσος με τον αριθμό των κρατών μελών, δημιουργούν ένα νέο τοπίο, στο οποίο ο ρόλος της Επιτροπής εκτείνεται πολύ πέρα από το -ήδη σημαντικότατο- μονοπώλιο νομοθετικής πρωτοβουλίας. Για το λόγο αυτό, αν θα επιθυμούσε κανείς, σε μια ύστερη ασφαλώς φάση, να προβεί σε κάποιου είδους εξισορρόπηση πολιτικών ρόλων, η λογική, τόσο από θεσμική όσο και από πολιτική άποψη, πρόταση θα ήταν για την απευθείας εκλογή από τους πολίτες της Ένωσης όχι του ήδη σχεδόν παντοδύναμου προέδρου της Επιτροπής[10], αλλά του αναζητούντα στηρίγματα και πεδίο δράσης μονίμου Προέδρου του Συμβουλίου. Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα δημιουργούσε βέβαια ρωγμές και προβλήματα στις σχέσεις του μόνιμου Προέδρου με τον Αντιπρόεδρο - "Υπουργό εξωτερικών" και τον επικεφαλής της προεδρεύουσας χώρας -αλλά, είπαμε, κανένα κομμάτι του περίπλοκου θεσμικού παζλ δεν μπορεί να κινηθεί χωρίς να προκαλέσει σειρά αναταράξεων...

Kοινοβούλιο: η ολοκλήρωση του μεγάλου κύκλου

Και στο τρίτο θεσμικό όργανο, το Κοινοβούλιο, αριθμητικά η σύνθεση θα είναι διαφορετική αναλόγως του αν τεθεί ή αν δεν τεθεί σε εφαρμογή το νέο θεσμικό πλαίσιο: με την Συνθήκη της Λισσαβόνας θα έχουμε 18 περισσότερα μέλη (δεν αφορά την Ελλάδα, που θα εκπροσωπείται και στις δύο περιπτώσεις από 22 βουλευτές). Η βασική ωστόσο αλλαγή θα επέλθει στις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που θα είναι, όπως γίνεται με κάθε κύμα θεσμικής μεταρρύθμισης της Ένωσης, σημαντικά αυξημένες. Θυμίζω τις μεγάλες και κρίσιμες διαφοροποιήσεις: σχεδόν ολοκληρωτική επέκταση του κανόνα της "συν-απόφασης" (η οποία ονομάζεται εφεξής, για προφανείς συμβολικούς λόγους, "κανονική νομοθετική διαδικασία"): οι αποφάσεις από την αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου περνούν, για τη συντριπτική πλειοψηφία των θεμάτων (υπολογίζεται στο 90, ίσως και 95%), από κοινού στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο (ιδιαίτερης σημασίας είναι η ένταξη στη συναπόφαση της κοινής αγροτικής πολιτικής, των διαθρωτικών ταμείων, του τομέα ασφάλειας, δικαιοσύνης και άμυνας). Νέοι τομείς πολιτικής "κοινοτικοποιούνται" και το Κοινοβούλιο αποκτά επ' αυτών λόγο (αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ενέργεια, αθλητισμός, πνευματική ιδιοκτησία, διαστημική πολιτική, τουρισμός και άλλοι). Ακόμα και στην κοινή εξωτερική πολιτική ασφάλειας και άμυνας, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό διακυβερνητικού χαρακτήρα, το ΕΚ καλείται να διαδραματίσει σημαντικό, έστω και υποβοηθητικό-συμβουλευτικό, ρόλο. Εγκρίνει τις «ενισχυμένες συνεργασίες», ενώ αποκτά επίσης δικαίωμα πρωτοβουλίας στην αναθεώρηση των Συνθηκών. Η διαδικασία εκπόνησης του κοινοτικού προϋπολογισμού μεταβάλλεται, με το Κοινοβούλιο να γίνεται εντελώς ισότιμος παράγοντας με το Συμβούλιο[11].

Αυτά όλα, μαζί με την αύξηση της πολιτικής επιρροής του Κοινοβουλίου (εκφραστή των λαών αλλά και συν-διαμορφωτή πλέον του συνόλου σχεδόν των επιλογών της Ένωσης), δημιουργούν άλλη δυναμική αλλά και ευθύνες: ανάκτηση -ή και ανακάλυψη- της επαφής με τους πολίτες και τις κοινωνίες της Ευρώπης, στενότερη και άλλης ποιότητας συνεργασία με τα άλλα όργανα -και όχι πάντα με πρωτοβουλία εκείνων. Είναι άλλο ένα Κοινοβούλιο που μπορεί μόνο -ή κυρίως- να "μπλοκάρει ή να τρενάρει", κι άλλο ένα Κοινοβούλιο που συν-αποφασίζει και για τις πολιτικές, έστω και αν συνεχίζει να μην έχει την πρωτοβουλία, και για τα πρόσωπα (κυρίως δε για εκείνο που θα κληθεί να λάβει τις πρωτοβουλίες, τον Πρόεδρο της Επιτροπής). Ο πρώτος ρόλος θα δικαιολογούσε ίσως μια κάποια απομόνωση και θεωρητικολογία. Ο δεύτερος, ο ρόλος που δίνει στο Κοινοβούλιο η Συνθήκη της Λισαβόνας, απαιτεί άλλη έμφαση (στο νομοθετικό σε βάρος του γνωμοδοτικού έργου), άλλους ρυθμούς, άλλο τρόπο συζήτησης και λήψης αποφάσεων (πιο συγκρουσιακό με την πολιτική έννοια, λιγότερο συναινετικό με την έννοια της "μέσης λύσης"), άλλου είδους διεργασίες, συνεργασίες και "επικοινωνιακή" πολιτική.

Βάρος και επιπλέον βάθος αποκτά και μια άλλη χρόνια διεργασία: η εμπέδωση του ρόλου του Κοινοβουλίου ως "πολιτικής συνείδησης" της Ευρώπης[12]. Με όλα σχεδόν τα θέματα στη νομοθετική ατζέντα και με γενικευμένο λόγο και για ζητήματα εκτός ευρωπαϊκών συνόρων, ο ρόλος αυτός, που δεν μπορεί να γραφεί σε καμία Συνθήκη, σχεδόν επισημοποιείται. Μόνο (αλλά ίσως ανυπέρβλητο) πρόβλημα, η κακή συγκυρία, αφού οι νέες αρμοδιότητες και δυνατότητες αναλαμβάνονται τη στιγμή που ο φυσικός συνομιλητής του Κοινοβουλίου και των βουλευτών του, οι πολίτες της Ένωσης, εξέφρασαν -στις εκλογές αλλά και με τη γενικότερη στάση τους- τη μεγαλύτερη και πιο απο-νομιμοποιητική από ποτέ αδιαφορία για τα πρόσωπα και τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ζήτημα που επίσης αναζητεί λύση στην πράξη, η νέα διάρθρωση των σχέσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού και των εθνικών Κοινοβουλίων[13], αφού η Συνθήκη της Λισαβόνας δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες οιονεί ελέγχου (μέσω του μηχανισμού της επικουρικότητας και της αναλογικότητας) αλλά και έκφρασης γνώμης για τα ενωσιακά θέματα[14]. Όπως δεν είναι διόλου βέβαιο ότι τα εθνικά Κοινοβούλια θα ανταποκριθούν ουσιαστικά στα νέα τους καθήκοντα, έτσι και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει γρήγορα να θέσει σε λειτουργία άλλα -θεσμικά αλλά και άτυπα- κανάλια για την υποδοχή των εθνικών συμβολών αλλά και για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων εθνικών "φρεναρισμάτων".

Συμπερασματικά

Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας οι θεσμοί πολιτικοποιούνται και οι ισορροπίες αλλάζουν. Έχουμε περισσότερη δημοκρατική νομιμοποίηση, περισσότερη πολιτική ύλη, μεγαλύτερο μοίρασμα των ευθυνών[15], αλλά και περισσότερες πιθανότητες για αλληλοκαλύψεις και περιπλοκές (η πρακτική κατανομή ρόλων και αρμοδιοτήτων μεταξύ μονίμου Προέδρου του Συμβουλίου, Προέδρου της Επιτροπής και Ύπατου Εκπροσώπου Εξωτερικών και Άμυνας είναι η πιο χαρακτηριστική, αλλά όχι η μόνη: θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς τις υπηρεσίες του μονίμου Προέδρου, της προεδρεύουσας χώρας και Ύπατου Αρμοστή, το πρόγραμμα της "τρόικας", της μόνιμης προεδρίας και της Επιτροπής και άλλα). Για να αποβούν οι αλλαγές σε όφελος των πολιτών, σε εποχή μάλιστα που αυτοί γυρνούν όλο και περισσότερο την πλάτη στην Ευρώπη, χρειάζεται διπλή καθαρότητα: στην εξήγηση του νέου (περίπλοκου) σχήματος και των (παρά την περιπλοκότητα) πλεονεκτημάτων του και στη βούληση οι θεσμικές αλλαγές να αποτελέσουν τη βάση για πολιτική αναζωογόνηση.

 

Kώστας Mποτόπουλος

Συνταγματολόγος- πρώην Ευρωβουλευτής ΠAΣOK

Βασικές πηγές:

 

  1. EUROPA-Συνθήκη της Λισαβόνας  (http://europa.eu/lisbon_treaty/index_el.htm)

 

  1. Έκθεση Leinen σχετικά µε τον νέο ρόλο και τις αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου ως προς την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας (2008/2063(INI))

 

  1. Έκθεση Brok σχετικά με την ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισαβόνας (2008/2120(INI))

 

  1. Έκθεση  Dehaene σχετικά με τον αντίκτυπο της Συνθήκης της Λισαβόνας στην ανάπτυξη της θεσμικής ισορροπίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2008/2073(INI))

 

  1. Έκθεση Guy-Quint σχετικά με τις δημοσιονομικές πτυχές της Συνθήκης της Λισαβόνας (2008/2054(INI))

 

6.     Marianne Dony, "Apres la reforme de Lisbonne: Les nouveaux Traites europeens", Editions de l' Universite de Bruxelles, 2008.



[1] Στην απόφαση της 30ης Ιουνίου 2009, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο δέχτηκε ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας είναι συμβατή με το Γερμανικό Σύνταγμα, αλλά ότι ο συνοδευτικός της νόμος περί "επέκτασης και ενίσχυσης των δικαιωμάτων της Bundestag και της Bundesrat σχετικά με θέματα Ευρωπαϊκής Ένωσης" είναι ανεπαρκής και πρέπει να συμπληρωθεί στη κατεύθυνση διατήρησης της πλήρους εθνικής κυριαρχίας επί κάθε νέου ενωσιακού βήματος: το Δικαστήριο κάνει ειδική μνεία στην ανάγκη προηγούμενης έγκρισης της εθνικής Βουλής στις περιπτώσεις των λεγόμενων "δυναμικών ρητρών" των νέων Συνθηκών, στις οποίες περιλαμβάνονται η απλοποιημένη διαδικασίας αναθεώρησης της Συνθήκης, οι "γέφυρες" (passerelles) για μετάβαση από την ομοφωνία στην ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο και η απόφαση του Συμβουλίου για υιοθέτηση αρμοδιοτήτων που προβλέπονται από τις Συνθήκες.

[2] "Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθορίζει τα συμφέροντα και τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης" (άρθρο 22 της ΣΕΕ), "Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προσδιορίζει τα στρατηγικά συμφέροντα της Ένωσης, ορίζει τους στόχους και καθορίζει τους γενικούς προσανατολισμούς της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που έχουν συνέπειες στην άμυνα" (άρθρο 26 της ΣΕΕ).

[3] Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου δεν μπορεί να ασκεί εθνικό αξίωμα. Η Συνθήκη, εντούτοις, δεν αποκλείει να δύναται να ασκεί άλλο ευρωπαϊκό αξίωμα, κάτι που σημαίνει ότι αφέθηκε ανοικτή η δυνατότητα για την άσκηση του αξιώματος του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου από τον Πρόεδρο της Επιτροπής. Αντιθέτως, η Συνθήκη δεν συμπεριέλαβε την πρόταση που είχε υποβληθεί στη διάρκεια της Συνέλευσης με την οποία η προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα ανατίθετο μόνο σε πρωθυπουργό ο οποίος θα είχε συμμετάσχει για τουλάχιστον δυόμισι έτη στις εργασίες του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

 

[4] Η διχογνωμία για το "χαρακτήρα" του νέου οργάνου άρχισε ήδη. Με την ανάληψη των καθηκόντων του ως προεδρεύοντος της Ένωσης (1η Ιουλίου 2009), ο Πρωθυπουργός της Σουηδίας Φρέντρικ Ράϊνφελντ είπε ότι τα κράτη μέλη είναι διχασμένα ως προς το πόσο "ισχυρός" θα πρέπει να είναι ο μόνιμος Πρόεδρος, ότι η άλλη δυνατότητα είναι ένας "προεδρεύων αναζητητής συναίνεσης" (consensus- seeking chairman) και ότι "οι μικρές και μεσαίες χώρες" (και ο ίδιος προσωπικά) είναι υπέρ της δεύτερης εκδοχής (βλ. European Voice, 2-8 Ιουλίου 2009).

[5] Σημείο ασάφειας της Συνθήκης και πιθανής τριβής μεταξύ οργάνων και προσώπων

[6] Το Συμβούλιο συνεδριάζει υπό διάφορες συνθέσεις. Τον κατάλογό τους εγκρίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ωστόσο, η Συνθήκη αναφέρει δύο μόνο συνθέσεις: το Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων και το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων (άρθρο 16, παράγραφος 6, της ΣΕΕ). Αυτό δεν είναι τυχαίο. Κατά τον  Jan Luc Dehaene, στην αιτιολογική Έκθεση της Έκθεσης του "σχετικά με τον αντίκτυπο της Συνθήκης της Λισαβόνας στην ανάπτυξη της θεσμικής ισορροπίας της Ένωσης", αυτό έγινε γιατί η Συνθήκη ήθελε να υπογραμμίσει ότι αυτές οι δύο συνθέσεις διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του Συμβουλίου.

[7] Και από την άποψη αυτή, δηλαδή και θεσμικά και όχι μόνο στενά "κομματικά", θεωρώ ότι ήταν λάθος η επιλογή των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών να μην προτείνουν, τόσο πριν όσο και μετά τις πρόσφατες ευρωεκλογές, έναν δικό τους υποψήφιο για την προεδρία της Επιτροπής απέναντι στον Μπαρόζο.

[8] Κατά τον Jan Luc Dehaene, στην αιτιολογική Έκθεση του, ό.π., "η Συνθήκη της Λισαβόνας ενισχύει τον ρόλο του Προέδρου της Επιτροπής, που από Συνθήκη σε Συνθήκη εξελίχθηκε από "πρώτος μεταξύ ίσων" στον πραγματικό "πρόεδρο" του σώματος".

[9] Στο οποίο ρητά πλέον ανήκει και το καθήκον εκπόνησης ετήσιου και πολυετούς δημοσιονομικού προϋπολογισμού. Κρίσιμη είναι και η σύνδεση μεταξύ του "στρατηγικού προγραμματισμού" (πολιτικές προτεραιότητες) και του "δημοσιονομικού προγραμματισμού" (μέσα υλοποίησής τους).

[10] Όπως έχει επανειλημμένα προτείνει ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ (βλ. την ομιλία του στην Ημερίδα του ΙΣΤΑΜΕ με τίτλο «Η Ευρώπη που θέλουμε», 4 Μαΐου 2009 και ξανά στο Εθνικό Συμβούλιο της 9ης Μαΐου 2009). Η θέση αυτή μπήκε και στο επίσημο Πρόγραμμα του ΠΑΣΟΚ ενόψει των εκλογών της 7ης Ιουνίου 2009.

[11] Βασικά χαρακτηριστικά της νέας διαδικασίας: κατάργηση της διάκρισης υποχρεωτικών-μη υποχρεωτικών δαπανών (άρα και η κοινή αγροτική πολιτική θα υπάγεται εφεξής στον έλεγχο και του Κοινοβουλίου), διαδικασία μίας ανάγνωσης, τελικός λόγος στο Κοινοβούλιο, πενταετής προγραμματισμός (όπως και η κοινοβουλευτική θητεία).

[12] Ο Δημήτρης Τσάτσος, Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, εκδ. Λιβάνη, 2007, σελ. 171, κάνει λόγο για το «ξεπέρασμα των ορίων των θεσμικών περιορισμών» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ιδίως μέσω της λειτουργίας του ως «πηγής πολιτικών εναυσμάτων, ιδεών και πρωτοβουλιών».

[13] Κατά την έκφραση της Συνθήκης: «συνεισφέρουν ενεργητικά στην καλή λειτουργία της Ένωσης».

[14] Ιδίως στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας, δικαιοσύνης

[15] Κατά την ωραία έκφραση του Jan Luc Dehaene, στην αιτιολογική Έκθεση του, ό.π., η Συνθήκη της Λισαβόνας "μεταμορφώνει, ενισχύοντάς την, τη λεγόμενη "κοινοτική μέθοδο" σε μέθοδο της Ένωσης".

 

Βιογραφικό

  • Βιογραφικό

    Γεννήθηκα το 1962 στην Αθήνα, από πατέρα δικαστή (τρίτη γενιά νομικών στην οικογένεια και μάλλον τελευταία) και μητέρα αρχαιολόγο, με πελοποννησιακή, εξ αμφοτέρων, καταγωγή.

    Περισσότερα...